Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μας κούφανε


 
Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ». Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει έναν κόσμο με εσωτερική συνοχή, τον οποίο διέπουν κανόνες που ο ίδιος αυτός ο κόσμος δημιουργεί. Με αυτόν τον τρόπο αντιπαρέρχεται τον σχολιασμό ζητημάτων που μας φαίνονται ενοχλητικά, αλλά που δεν παύουν ποτέ να μας κάνουν ν’ αναρωτιόμαστε».
 
Πρώτα απ’ όλα, η Κάρινγκτον υπήρξε μια σουρεαλίστρια δημιουργός και στο βιβλίο της φαίνεται πώς πρέπει να γράφεται ένα σοβαρό σουρεαλιστικό κείμενο – κάθε φορά που φτάνω σε αυτό το ζήτημα θα κοινοποιώ μια ανάρτηση για ένα βιβλίο του Πύντσον όπου εκεί μέσα αναλύεται πώς πρέπει να εκπυρσοκροτεί το πιστόλι του σουρεαλισμού ώστε να μην είναι μόνο άσφαιρη επίδειξη και κυρίως να μην υπάρξουν θύματα-αναγνώστες – και σταματάω εδώ γιατί φοβάμαι μην έρθει ο Δον Υπαστυνόμος και μου ζητήσει πιστοποιητικό λογοτεχνικών φρονημάτων. Το πρώτο μισό του βιβλίου της Κάρινγκτον είναι οι περιπέτειες της Θεοπούλας – ή αν ήταν άντρας ο κεντρικός χαρακτήρας, του Αριστείδη από τα Εγκλήματα. Δεν ξέρω τι γνώμη έχετε εσείς, εγώ πάντως το λέω για καλό. Η ηρωίδα του βιβλίου, Μάριαν Λέδερμπι είναι σε τόσο προχωρημένη ηλικία που το μόνο που έχει πια είναι η εκκεντρικότητά της και εκείνο που μπορεί να ξανά διεκδικήσει πλέον είναι η ελευθερία που μάλλον απώλεσε κάπου στα παιδικά της χρόνια, εκεί που την χάνουμε όλοι μας. «Όσοι είναι κάτω των εβδομήντα και άνω των επτά είναι πολύ αναξιόπιστοι, εκτός αν είναι γάτες». Αυτό που θέλει να πει νομίζω η Κάρινγκτον (που λάτρευε τις γάτες) με την παραπάνω φράση, είναι ότι οι γάτες ως τα κατεξοχήν εκκεντρικά και ελεύθερα πλάσματα ετούτου του τόπου, μας δείχνουν τον τρόπο που θα μπορούσαμε αν θέλαμε να ζήσουμε και οι άνθρωποι. Μέχρι τα επτά η εκκεντρικότητα διεκδικείται και η ελευθερία (θα έπρεπε να) είναι δεδομένη, ενώ μετά τα εβδομήντα η εκκεντρικότητα είναι δεδομένη και η όποια ελευθερία διεκδικείται με τις λιγοστές δυνάμεις που απομένουν σαν να επρόκειτο για το Ιερό Δισκοπότηρο, σαν το ελιξίριο της ακροτελεύτιας ζωής. Το ενδιάμεσο είναι γεμάτο συμβάσεις, υποχωρήσεις και εξουσία που επικρεμάται πάνω από το κεφάλι σου. Και αν τυχαίνει να είσαι γυναίκα, που μοιραία απώλεσες και τα τελευταία ψήγματα ομορφιάς που σου έδιναν ανάσες αυτοδιάθεσης και αυθυπαρξίας, τότε καταντάς διπλά εκκεντρική, όπως διατείνεται η Κάρινγκτον και συνυπογράφει η Όλγα Τοκάρτσουκ στο επίμετρό της. 
 
https://arthistoryproject.com/artists/leonora-carrington/

[…] «Είναι εντυπωσιακό πόσο φιλικοί γίνονται οι άνθρωποι αν έχεις χρήματα», είπε σκεπτική η Καρμέλα. «Ο αστρονόμος ήθελε να με παντρευτεί, όμως επειδή ήταν μόλις είκοσι δύο χρονών, σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν σκέτη απερισκεψία. Έτσι κι αλλιώς, δεν θέλω να ξαναπαντρευτώ».
 
Η βαρήκοη Μάριαν Λέδερμπι με συντροφιά ένα ακουστικό κέρας που ενισχύει την ακοή, που της χαρίζει η φίλη της Καρμέλα (χαρακτήρας που μάλλον βασίστηκε στη φίλη της Κάρινγκτον και επίσης σπουδαία ζωγράφο, Ρεμέντιος Βάρο) κλείνεται σε έναν παράξενο οίκο ευγηρίας μαζί με 7-8 άλλες Θεοπούλες που διοικείται από το φιλοχρήματο ζεύγος Γκάμπιτ που τις υποβάλλει σε κάτι new age παλαβομάρες ενός Εσώτερου Χριστιανισμού που στο όνομα της ευαγγελιζόμενης εσωτερικής απελευθέρωσης τις απονεκρώνει ακόμα περισσότερο. «Η Προσωπικότητα είναι ένας Βρικόλακας και ο Αληθινός Εαυτός δεν μπορεί ποτέ να αναδειχθεί όσο κυριαρχεί η Προσωπικότητα». Η προσωποποίηση της εξουσίας – μία από αυτές – κατά την Κάρινγκτον η οποία τις παρατηρεί όλες με μάτι γάτας και βγάζει νύχια με κάθε ευκαιρία. «Η λέξη «gambit» προέρχεται από την ιταλική λέξη gambetto, στην κυριολεξία το «ποδαράκι», η οποία εμφανίζεται και στη φράση dare il gambetto – βάζω τρικλοποδιά ή συνωμοτώ. Οι Γκάμπιτ συνιστούν τους υποκριτές, επηρμένους εκπροσώπους μιας εξίσου υποκριτικής κοινωνίας, και οι μέθοδοί τους συνοψίζονται στη φράση «για το καλό σας».
 
Στα μισά του βιβλίου μαθαίνουμε την ιστορία της Ηγουμένης που φαίνεται να μισοκλείνει το μάτι σε ένα πορτραίτο που κρέμεται στην κουζίνα του οίκου ευγηρίας, μια διαβολική ιστορία που θυμίζει έντονα εκείνη που αποτελεί τον θεματικό πυρήνα του έξοχου μυθιστορήματος του Χόφμαν, «Τα ελιξίρια του διαβόλου». Από εκεί και πέρα, φανερώνεται όλο το μπερδεμένο και δυσνόητο πλέγμα αποκρυφιστικών αναφορών που η Κάρινγκτον κατέχει και ξεδιπλώνει ιδανικά (το αποδεικνύει και με τη ζωγραφική της) χωρίς να διολισθαίνει σε γελοιότητες τύπου Νταν Μπράουν και άλλων συγγραφέων που χρησιμοποιούν αυτές τις αναφορές μόνο διακοσμητικά και επιφανειακά. Προς το τέλος, ένας παραμελημένος πύργος θα έρθει στο προσκήνιο, η Θεά θα κάνει την μεγαλόπρεπή της εμφάνιση και θα παίξει με τα νέα απόκοσμα πλάσματά της το νέο παιχνίδι του κόσμου όταν ο παλιός καθεστωτικός σειστεί συθέμελα και παγώσει ολοκληρωτικά – αχ, λίγη δροσούλα ρε παιδιά, σκάσαμε! 
 
 
Το βιβλίο έρχεται σε ωραία έκδοση από τις εκδόσεις «Αίολος» με οριακά κανονική γραμματοσειρά – μεγαλώνουμε και γινόμαστε κάπως εκκεντρικοί – και σε ευτυχώς καθόλου εκκεντρική μετάφραση της Μαρίας Φακίνου που εγώ τουλάχιστον με το ένστικτό μου και εντελώς αποκρυφιστικά την έκρινα λειτουργική και αξιόλογη. Το εξώφυλλο κοσμεί μέρος ενός (όχι πολύ αγαπημένου μου) πίνακα της Κάρινγκτον που σε πολλούς αναγνώστες η αποσπασματικότητα του ίσως φανεί ενοχλητική. Εγώ πάλι, επειδή κάποτε είχα ίδιο μαλλί με εκείνο της κεντρικής φιγούρας, έδειξα υπομονή και της έκλεισα συνωμοτικά το μάτι όπως και η Ηγουμένη στο δικό της πίνακα. Μήπως έχετε αντιρρήσεις; Δεν σας ακούω.
 
«Πόσο ευχάριστο θα ήταν να έχεις στη ζωή σου μερικούς ανθρώπους ή έστω κι έναν που να έβρισκε απολύτως συναρπαστικό ό,τι του έλεγες».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν