Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Dance with the Devil


 
A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις». Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.
 
Από την μια τείνεις να παραδεχτείς ότι το βιβλίο αυτό είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της εποχής του συγγραφέα του, από την άλλη σκέφτεσαι κιόλας ότι ακόμα και η κόλαση μπορεί κάποτε να παγώσει (ειδικά, με κυβέρνηση Μητσοτάκη) αλλά η μεγάλη λογοτεχνία πάντα θα ζεσταίνει τους ανθρώπους κάθε εποχής. Μα τω θεώ, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. «Έι, αγαπητέ μου κύριε Λεονάρδε», αποκρίθηκε ο γιατρός, «πολλές παράξενες ιδέες μπορεί να μας έρθουν, αλλά τους αντιστεκόμαστε εύκολα, αρκεί να έχουμε καθαρή καρδιά». «Και ποιος μπορεί να καυχηθεί για κάτι τέτοιο σ’ αυτόν τον κόσμο;» ρώτησα εγώ, μιλώντας πιο πολύ στον εαυτό μου παρά σ’ εκείνον. Στα περίχωρα του γερμανικού Χολαργού, την εποχή του Χόφμαν, ήταν μάλλον περισσότερο συνηθισμένο να συναντάς τον διάβολο στις βόλτες σου. Η Σοφία Αυγερινού στο 20σέλιδο σημαντικό επίμετρο σας τα εξηγεί ωραία, μάθετε μπαλίτσα. Ο καντιανός δυισμός (και μόνο που έγραψα αυτή την φράση έκαψα εγκεφαλικά κύτταρα, παραλίγο και το πληκτρολόγιο) έδωσε πνοή στο κίνημα του Ρομαντισμού και πολλά ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά αποτελέσματα, ύψιστο δείγμα των οποίων αποτελεί το βιβλίο του Χόφμαν. Αυτό που λέγεται ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει ένας σωσίας μας ή ακόμα χειρότερα μια δίδυμη ψυχή, τότε το έτρωγαν για πρωινό και σε έσχατες περιπτώσεις, πέθαιναν να το αποδείξουν. «Διχασμένος με τον εαυτό μου περισσότερο από ποτέ, ήμουν για μένα τον ίδιο αμφίσημος, φρίκη βαθιά είχε τυλίξει την ίδια την ουσία της ύπαρξής μου με μια δύναμη ολέθρια».
 
Σε αντίθεση με τις εξωτερικές μεταμφιέσεις του «Μεγάλου Απατεώνα» του Μέλβιλ, αλλά και σε κάποια σύγκλιση με αυτό, καθώς και στα δύο στόχος είναι το Εγώ (σόρι Κατερίνα Γώγου, plot twist), ο Χόφμαν υποβάλει τους ήρωές του στο βασανιστήριο των ακραίων εσωτερικών αλλαγών, την σύγκρουση με τον εαυτό, αυτόν τον παντοτινά γνωστό άγνωστο, μια ταυτότητα που κατακερματίζεται, ανασυγκροτείται, και κατακερματίζεται εκ νέου, ένας φαύλος κύκλος που προσομοιάζει στο βάσανο της αμαρτίας και στην ανακούφιση της μετάνοιας, ή ίσως στην ανακούφιση της αμαρτίας και στο βάσανο της μετάνοιας, ανάλογα από ποια μεριά στέκεστε. Με λίγα λόγια και απλά, ο μοναχός Μεδάρδος μπάνισε και ξεχώρισε ένα θεϊκό γκομενάκι από το ποίμνιο και πίνοντας ένα διαβολικό ένερτζι ντριγκ για να πάρει θάρρος, τα έβαλε με θεούς και δαίμονες να το κάνει δικό του, όπου άλλοτε του μιλούσε ο θεός και άλλοτε ο διάβολος – ακραίες καταστάσεις αμφότερες. Η γοητευτική πολυπλοκότητα και η ομορφιά της σύνθεσης του Χόφμαν όμως σε αφήνει άφωνο, όσο και αν δεν σου αρέσει ενδεχομένως το θέμα του βιβλίου. Στο τέλος του υπάρχει ένα αρκετά πολύπλοκο γενεαλογικό δέντρο που δεν καταλαβαίνεις χριστό τουλάχιστον μέχρι να φτάσεις στην 330 σελίδα. Κι όμως, όσες φορές πας να αναρωτηθείς, τι διάολο συμβαίνει εδώ μέσα, ο Χόφμαν έχει την απάντηση έτοιμη∙ λογοτεχνία συμβαίνει. Απίστευτο βιβλίο, έπαθα την πλάκα μου. Βρε τον σατανά. 
 

[…] «Μα είναι, λοιπόν, τόσο ανόητα αυτά που λέω όταν έχω έμπνευση;» «Αυτό είναι το δυστύχημα» αποκρίθηκα εγώ, «ότι πολλές φορές αυτά τα απίθανα πράγματα που λες έχουν βαθύτερο νόημα, αλλά τα χαλάς και τα ακυρώνεις όλα με τις ανοησίες σου. Ακόμα κι αν έχεις μια σκέψη καλή και ξεκάθαρη, καταντάει γελοία, και κανείς δεν μπορεί να τη δει, σαν ένα ωραίο ρούχο σκεπασμένο με ρετάλια και κουρελάκια. Λες κι είσαι μεθυσμένος, δεν μπορείς να περπατήσεις ίσια, πηδάς από ’δω κι από ’κει, η κατεύθυνσή σου είναι λοξή!» «Και τι σημαίνει κατεύθυνση;» με διέκοψε ο Σένφελντ με σιγανή φωνή και συνεχίζοντας να χαμογελάει με ύφος γλυκόπικρο. «Τι είναι η κατεύθυνση, αξιοσέβαστε Καπουτσίνε; Η έννοια της κατεύθυνσης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός στόχου, προς τον οποίο κατευθυνόμαστε. Εσείς είστε σίγουρος για τον στόχο σας, καλέ μου μοναχέ; Δεν φοβάστε μήπως καμιά φορά τρώτε πολύ μικρές ποσότητες μυαλού και αντί γι’ αυτό πηγαίνετε στο πανδοχείο και κάθεστε δίπλα στο τεντωμένο σκοινί του κάπελα, πίνετε πολλά οινοπνευματώδη και, σαν ζαλισμένος καπνοδοχοκαθαριστής, βλέπετε δύο στόχους και δεν ξέρετε ποιος είναι ο σωστός; Εξάλλου, Καπουτσίνε! Είμαι κομμωτής, συγχωρήστε με αν κουβαλάω μέσα μου την τάση για γελοιότητες, πείτε πως είναι ένα πικάντικο πιάτο, σαν κουνουπίδι με ισπανικό πιπέρι. Χωρίς αυτό, ο κομμωτής είναι μια αξιοθρήνητη φιγούρα, ένας βλάκας κακομοίρης, που κουβαλάει το προνόμιο στην τσέπη του χωρίς να το χρησιμοποιεί για τη χαρά και τη διασκέδασή του».
 
Ξεχωρίζοντας και διαβάζοντας κάποια δείγματα του Ρομαντισμού, και συγκεκριμένα μιλώντας για τον Χόφμαν, εντυπωσιάζομαι βαθιά από τον τρόπο που είναι γραμμένα. Τα «Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ένα κομψοτέχνημα γοτθικού τρόμου που σε συναρπάζει. Είναι όμως και μια φιλοσοφική ακτινογραφία ιδεών. Μα πρωτίστως και κυρίως, για μένα είναι ένα δείγμα απίστευτης λογοτεχνίας, ανθρώπων μιας εποχής που εν μέσω πολυποίκιλων ασχολιών (χωρίς ίντερνετ ωστόσο, τους το δίνω και αυτό) έγραφαν βιβλία που νιώθεις ότι βγήκαν εντελώς αβίαστα – έγραψε το πρώτο μέρος σε 4 βδομάδες, λέει το επίμετρο, όσο χρόνο περίπου θέλουμε οι περισσότεροι να αποφασίσουμε τι θα δούμε στο Νέτφλιξ – λογοτεχνία που προκρίνει την αφήγηση, ενσταλάζοντας παράλληλα ό,τι πιο μοντέρνο έχει να καταθέσει. Μακάρι να μπορούσαν να γραφτούν περισσότερα τέτοια βιβλία. Αλλά δεν νομίζω πια να γίνεται, αυτή η εποχή φαίνεται να έχει παρέλθει οριστικά, παραείμαι ρομαντικός! 
 
Η έκδοση των εκδόσεων «Μάγμα» είναι υπέροχη, το εξώφυλλο δεν το χόρταινα, μου άρεσε πολύ η χρωματική σύνθεση. Η μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού φαίνεται να είναι αρτιότατη, περισσότερα θα πουν οι γνώστες της γερμανικής, αποπνέει πάντως πληρότητα. Επίσης, φαίνεται να έχει γίνει και σοβαρή επιμέλεια, σπανιότατο φαινόμενο πλέον, 2 φορές τον χρόνο το συναντάς, σαν χιόνια στην Αθήνα και για αυτό άλλωστε σου κάνει φοβερή εντύπωση. Ένα μικρό «ψεγάδι» της έκδοσης που εντόπισα, το οποίο όμως έχει να κάνει καθαρά με τα προσωπικά μου γούστα, αλλά θα μπορούσε να ωφελήσει και άλλους αναγνώστες αν το αναφέρω, είναι η κάπως μικρότερη του συνηθισμένου γραμματοσειρά και η αίσθηση της πυκνής σελίδας – συν ότι το βιβλίο δεν λυγίζει εύκολα (λόγω της γενικότερης καλοφτιαγμένης έκδοσης) όταν το κρατάς ανοιχτό. Αυτές είναι μικρές ενοχλήσεις που κατά διαστήματα με κάνουν να παρατήσω ένα βιβλίο αν δεν μπορεί και το εσωτερικό του να τις καταστήσει επουσιώδεις στο μυαλό μου. Γι’ αυτό συνήθως δεν έχω κανένα πρόβλημα με το χαρτί εφημερίδας, το χαρτονένιο εξώφυλλο, κλπ. Προτιμώ απερίφραστα από την εμφάνιση όταν το τοποθετείς στη βιβλιοθήκη, την άνεση καθώς το διαβάζεις. Σίγουρα όμως, και οι καλαίσθητες εκδόσεις μου προκαλούν ευχαρίστηση και χαρά να τις χαζεύω και να τις κρατάω. Τέλος πάντων, Χόφμαν και «Μάγμα» τα πήγαν περίφημα, τι κάθομαι και τα σκαλίζω, ήταν μια ανόητη σκέψη που ξεπήδησε από το ασυνείδητό μου, συμβαίνουν και αυτά καμιά φορά στους εαυτούς μας!
 
[…] «Αν υπάρχω μόνο μέσω της δικής μου συνείδησης, το ζήτημα είναι να βγάλει η συνείδησή μου τον ζουρλομανδύα από το συνειδητό μου και θα με δείτε να στέκω ανάμεσά σας κύριος σωστός».
 
Υ.Γ. 2-666 Τίτλος ανάρτησης: Πες την ηλικία σου χωρίς να πεις την ηλικία σου.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν