Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Trip advisor


 
«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία ενηλίκων που έχω διαβάσει, και γενικότερα που υπάρχουν. Ξεκάθαρα. Θεωρώ μεγάλο έγκλημα τις παιδικές διασκευές που έγιναν πάνω του – ακόμα μεγαλύτερο και από εκείνες που έγιναν πάνω στο κορμί του Μόμπι Ντικ. Μεγαλύτερο όλων όμως, παραμένει το έγκλημα στις συνειδήσεις αμέτρητων αναγνωστών που επιμένουν να το θεωρούν, διασκευασμένο ή μη, παιδικό βιβλίο. Τζόνι πάρε τ' όπλο σου (την πένα) και κυνήγα τους! Το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου είναι ότι έτσι όπως είναι γραμμένο, στην πρωτότυπη μορφή του, δεν χρειάζεται καμία διασκευή για να το απολαύσει ένα παιδί. Καταλαβαίνω εν μέρει γιατί ένα παιδί 4-5 χρόνων χρειάζεται να διαβάσει μια διασκευή του, αλλά δεν καταλαβαίνω, μα την Λιλιπούτη, γιατί ένα παιδί 10-12 χρόνων θα έπρεπε να διαβάσει μια διασκευή του – πάει, το κατέστρεψες, δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσει Σουίφτ μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
 
Ο Τζόναθαν Κόου το ξεκαθαρίζει μια και έξω στην διασκευή(!) που έκανε ο ίδιος για τα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ»: [...] Ο Τζόναθαν Σουίφτ είπε κάποτε πως έγραψε τα Ταξίδια του Γκιούλλιβερ «μάλλον για να ενοχλήσει παρά για να διασκεδάσει τον κόσμο». Εννοούσε πως, παρόλο που ήξερε ότι η ιστορία ήταν διασκεδαστική, δεν ήταν αυτός ο κύριος λόγος που την έγραψε. Την έγραψε για να κάνει τον κόσμο να σκεφτεί. Εκτός των άλλων, διαβάζουμε στο μίνι βιογραφικό του Κόου, «Έχει γράψει δώδεκα βιβλία, μπλα μπλα, όμως ξέρει ότι δε θα γράψει ποτέ ένα βιβλίο τόσο όμορφο όπως τα Ταξίδια του Γκιούλλιβερ»!!! Παραλογισμός και αυτογνωσία, μια γροθιά! Οκ παιδιά, όπως νομίζετε, διασκευή... διασκευή, αν επιμένετε. Συνένοχο στο φόνο δε θα μ' έχετε! 
 
 
Η αρχική ιδέα είναι ομολογουμένως αξιόλογη. Η Scuola Holden και η Biblioteca Di Repubblica-L'Espresso έχουν επιλέξει κάποιες ιστορίες προς διάσωσιν και υπό την σκέπη της λογοτεχνικής σειράς «Save the story» και την συνεισφορά αναγνωρισμένων συγγραφέων που επαναφηγούνται αυτές τις ιστορίες, προσπαθούν να τις κάνουν ξανά προσιτές (π.χ “Η ιστορία Οι Λογοδοσμένοι του Αλεσσάντρο Μαντσόνι όπως την αφηγήθηκε ο Ουμπέρτο Έκο”). Το SAVE THE STORY είναι μια κιβωτός που περισώζει, στη χιλιετία μας, κάτι που πάει να ναυαγήσει στο παρελθόν. Τα αντικείμενα που, όπως αυτό το βιβλίο, φέρουν το σήμα... είναι είδη που κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Κάπως βαρύγδουπη και ψωνίστικη δήλωση ειδικά όταν αναφέρεται σε βιβλία όπως Αντιγόνη, Βασιλιάς Ληρ, Έγκλημα και Τιμωρία, Γκιλγκαμές, Δον Ζουάν κλπ, τα οποία φυσικά και δεν κινδυνεύουν με εξαφάνιση αλλά απλώς περιμένουν υπομονετικά να ανακαλυφθούν εκ νέου, με ή (κυρίως) χωρίς την βοήθεια της Κιβωτού... ωστόσο της αναγνωρίζουμε μια κάποια χαριτωμενιά και πάμε παρακάτω.
 
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς οι προσκεκλημένοι συγγραφείς αφηγούνται ξανά τις ιστορίες που τους έχουν ανατεθεί. Δηλαδή, πώς ο Αβραάμ Γεοσούα αντιλαμβάνεται μια διασκευή του βιβλίου του Ντοστογιέφσκι ή ο Ουμπέρτο Έκο του Μαντσόνι. Δεν ανατέθηκαν σε επαγγελματίες «διασκευαστές» αλλά δόθηκαν σε σπουδαίους συγγραφείς που (ενδεχομένως) αναμετρήθηκαν μαζί τους κατά την διάρκεια της συγγραφικής τους εξέλιξης και τώρα πρέπει να ανακατασκευάσουν μια παιδική αλλά εξίσου σοβαρή εκδοχή τους. Ένας αναγνώστης της συγκεκριμένης σειράς πιθανότατα δεν αντιλαμβάνεται τίποτα το ιδιαίτερο, όμως, έχει ένα ενδιαφέρον να πιστεύουμε ότι ίσως υπάρχει μία μυστική καλλιτεχνική σύνδεση πίσω από το παραπέτασμα των λέξεων. 
 
Παρόλο που αυτή η σειρά απευθύνεται σε παιδιά περίπου 10 ετών, μπορεί να αντλήσει μερική ευχαρίστηση ακόμα και ένας ενήλικας. Εκτός φυσικά από την περίπτωση Γκιούλιβερ, εκεί η Κιβωτός μπάζει νερά! Εξάλλου, τα είπαμε και στην αρχή αυτά. Η αφήγηση του Κόου είναι άψυχη, ελάχιστα δηκτική, και μοιάζει σαν μια ρηχή περιπέτεια, ερχόμενη σε εντυπωσιακή αντιδιαστολή με το πρωτότυπο κείμενο του Σουίφτ που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τρικυμιώδης περιπέτεια βαθύτητας! Η εικονογράφηση της Σάρα Όντι είναι μέτρια προς καλή, προσωπικά δεν ξετρελάθηκα. Η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, δροσερή και αξιόπλευστη . Η γενικότερη έκδοση του «Πατάκη» και περισσότερο η συγκεκριμένη σειρά, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από άποψη αισθητικής και πρωτοτυπίας και νομίζω ότι θα την απολαύσουν όσα παιδιά έρθουν σε επαφή μαζί της. Προσοχή όμως, απαγορεύεται η επιβίβαση στον Γκιούλιβερ! Τι ταλαιπωρία έχει περάσει και αυτός ο καημένος!
 
Ο καημένος ο Γκιούλλιβερ! Όταν γύρισε στην Αγγλία από το πρώτο του ταξίδι, τη μικροσκοπική χώρα των Λιλλιπούτειων, όλα του φαίνονταν πελώρια. Όταν επέστρεψε από το Μπρομπντινγκνάκ, τη χώρα των γιγάντων, όλα του φαίνονταν μικρούτσικα. Αλλά η επιστροφή από τη χώρα των Χούινχνμ ήταν πολύ χειρότερη. Όπου κι αν κοιτούσε, έβλεπε ανθρώπους: ανθρώπους που του θύμιζαν εκείνους τους βρομερούς, επιθετικούς, άγριους Γιούχου. 
(...) Πού μοιάζουν περισσότερο; Στους Γιούχου ή στους Χούινχνμ; Τι από τα δύο είναι; 
Καμιά φορά, όμως, αναρωτιόταν και κάτι ακόμα πιο τρομακτικό: 
Κι εγώ, τι από τα δύο είμαι; 
 
 
Υ.Γ. 2666   Εγώ είμαι σίγουρα Γιούχου!!

Σχόλια

  1. Καταλαβαίνω τι λες για τις διασκευές αλλά δεν με πείθεις κιόλας! Αλήθεια εσύ όταν πήγαινες δημοτικό διάβαζες βιβλία; Εγώ διάβαζα και διάβαζα και διασκευές που ως ενήλικας αναζήτησα την κανονική έκδοση γιατί μου είχε αρέσει πολύ όταν ήμουν μικρή. Κάτι που σκοπεύω να κάνω με τον Τομ Σόγιερ μετά το βιβλίο του Γιαννακόπουλου που διάβασα.
    Αλήθεια πώς είναι μια δροσερή μετάφραση :Ρ
    Σε ζηλεύω που είσαι μέσα στα παιδικά βιβλία... Μπουχουχου κι εγώ θέλω το βιβλιοθηκονομάκι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δε θυμάμαι πόσο και αν διάβαζα στο δημοτικό, αυτό που θυμάμαι όμως είναι ότι στην Ε' Δημοτικού μάς είχαν βάλει να διαβάσουμε διάφορα βιβλία κλασικής λογοτεχνίας, ανάμεσά τους φυσικά ήταν και ο Όλιβερ Τουίστ. Ε λοιπόν, ακόμα και σήμερα, δεν έχω καταλάβει πόσες ρημαδοσελίδες είναι αυτό το βιβλίο... 100, 250, 600; Και γενικά η σχέση μου με τον Ντίκενς καταστράφηκε (ελπίζω όχι ανεπανόρθωτα) από τότε.

      Η ένστασή μου σε αυτή την ανάρτηση (και σε συζήτηση που ακολούθησε στο φβ) έχει να κάνει αποκλειστικά με τον Τζόναθαν Σουίφτ και τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ -- ή ακόμα και με βιβλία ανάλογου ύφους, όπως Η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων, ο Μάγος του Οζ κλπ. Ποιος ο λόγος να διασκευάσεις τέτοια βιβλία όταν οι ίδιοι οι συγγραφείς τους φρόντισαν μέσα στην σοβαρότητα των γραφομένων τους, να ενσταλάξουν όλη την παιδικότητα που διέθεταν για να κεντρίσουν παράλληλα και τις παιδικές ψυχές; Στην βιβλιοθήκη συνάντησα δυο τρεις άχαρες διασκευές της Αλίκης. Γιατί; Για να λέμε ότι την "διάβασε" ένα παιδί 3-4 ετών; Δεν μπορεί να περιμένει να την διαβάσει στα 8-9, όταν θα την εκτιμήσει και θα την αγαπήσει;

      Και να σου πω και κάτι να ζηλέψεις περισσότερο. Δεν έχω διαβάσει ποτέ μου τον Τομ Σόγιερ, παρότι λατρεύω τον Τουέην και διάβασα τα περισσότερα από τα έργα του, γιατί ποτέ δεν έβρισκα μια πλήρη μορφή του. Πρόσφατα πέρασε από τα χέρια μου η νέα πλήρης έκδοση του βιβλίου από Πατάκη (νομίζω) και μόλις ενσωματωθεί στην συλλογή θα το πάρω με την μία! Αυτή να ψάξεις και συ, φαίνεται υπέροχη, 600 χορταστικές σελίδες. Επίσης, δεχθήκαμε μια δωρεά και ανάμεσα στα βιβλία ήταν μια όμορφη έκδοση του Μάγου του Οζ -- επίσης δεν έχω διαβάσει, με τις τόσες άθλιες διασκευές που του έχουν γίνει. Αν και προσφάτως, βγήκε και από τις εκδόσεις Ερατώ.

      Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως με τις διασκευές βιβλίων, νομίζω ότι ισχύει ό,τι και με τις άλλες διασκευές (τραγουδιών, θεατρικών, κλπ)... στις 500 διασκευές μόνο 1 θα είναι υποφερτή, αν όχι αξιόλογη. Όπως ακριβώς θα γίνει με την επικείμενη διασκευή του Οδυσσέα του Τζόυς σε θεατρικό, θα βγει μεγάλη μάπα! Διάφορα έργα τέχνης έχουν τις ηλικίες τους και αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό. Δηλαδή, αν ένας 19χρονος αναγνώστης αδυνατεί να καταλάβει τον Οδυσσέα, πρέπει να του το κάνουμε διασκευή; Δε θα ήταν πιο λογικό να περιμένει να μεγαλώσει και να ωριμάσει για να ξαναπροσπαθήσει; Γιατί λοιπόν να εκφυλίζουμε ένα βιβλίο που προορίζεται εν τη γενέσει του για μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, με σκοπό να το "κατανοήσει" μια εντελώς ανώριμη ακόμα, μερίδα αναγνωστών; Ειλικρινά, δεν το καταλαβαίνω.

      Διαγραφή
  2. Ποια έκδοση λες του Τομ Σόγιερ; έχω στο μυαλό μου μία από τις εκδόσεις Πατάκη αλλά δεν είναι καινούρια http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=588892. Αυτή πάντως έχω σκοπό να διαβάσω γιατί νομίζω την έχει η τοπική βιβλιοθήκη. Η αλήθεια είναι ότι το κάθε βιβλίο απευθύνεται σε κάποια κάποια ηλικιακή ομάδα και υπάρχουν πολλά βιβλία για την κάθε ηλικία, πολλές διασκευές είναι όντως μούφα, αλλά θεωρώ ότι υπάρχουν και κάποιες αξιόλογες που ένας έμπειρος αναγνώστης μπορεί να τις διακρίνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν θυμάμαι καλά γιατί το είδα φευγαλέα αλλά αποκλείεται να ήταν μόνο 250 σελίδες, το θυμάμαι πάνω από 450 σελίδες. Την Δευτέρα θα το ψάξω και θα το δω. Ολόφρεσκο ήταν αλλά ίσως η έκδοση να ήταν παλιότερη χρονολογικά, δεν θυμάμαι.

      Δεν είμαι τελείως αντίθετος με τις διασκευές. Όμως οι περισσότερες δεν με συγκινούν. Σίγουρα κάποιες θα ξεχωρίζουν.

      Διαγραφή
    2. Έχεις δίκιο librarian, την ίδια έκδοση είδα και εγώ. Απλώς είναι μεγάλου σχήματος και μπερδεύτηκα και θεώρησα ότι είναι και μεγάλης έκτασης, πολύ παραπάνω δηλαδή από 300 σελίδες. Αυτή η έκδοση είναι του 2010 απ' ό,τι είδα. Εξαιρετική φαίνεται, να την διαβάσεις! Το ίδιο θα κάνω και εγώ.

      Διαγραφή
    3. Ήμουν σίγουρη ότι είχα δίκαιο γιατί πράγματι αυτή η έκδοση μοιάζει με πιο πολλές σελίδες, ίσως φταίει το χαρτί. Ναι, το έχω στα υπόψη.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν