Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θα φάτε τα μούτρα σας


 
Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη, πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ». Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.
 
Κάθε φορά που κατεβαίνω στα άδυτα της γραφής του Μπέρνχαρντ θυμάμαι τον Αχέροντα. Τις φορές που πάτησα στις πηγές του δεν ένιωθα τα πόδια μου από την γάμπα και κάτω. Κάθε βήμα ήταν επίπονο. Όσο ανέβαινα το ποτάμι όμως ένιωθα παραδόξως όμορφα. Είτε το νερό γινόταν πιο ζεστό είτε εγώ πλέον το είχα συνηθίσει. Ήταν αξεδιάλυτο μέσα μου και μου άρεσε πολύ αυτό το παιχνίδι της αμφισημίας. Όταν ανέβηκα ως ένα σημείο και επέστρεψα ξανά στις πηγές, κατάλαβα ότι η θερμοκρασία του νερού άλλαζε. Αλλά και η δύναμη της συνήθειας υπήρξε έκτοτε αρωγός μου σε μελλοντικές εξορμήσεις. Το ίδιο συμβαίνει με τα βιβλία του Μπέρνχαρντ∙ οι πρώτες σελίδες του σε παγώνουν ολοκληρωτικά, σκέφτεσαι αμέσως να μην συνεχίσεις παρακάτω. Η ζεστασιά της σκέψης του έρχεται στην πορεία και η ολοένα και πιο σύντομη βύθιση εντός του λογοτεχνικού του κόσμου έρχεται με την συνήθεια να επιμένεις να διαβάζεις περισσότερα βιβλία του. 
 
https://litos.wordpress.com/tag/thomas-bernhard/

Και σε αυτό το βιβλίο του – από τα τρία το καλύτερο, που έβγαλε η «Κριτική» – συναντάμε όλα τα θέματα που τον κάνουν τόσο… αγαπητό. Ενταγμένο εδώ σε μια παράδοση (αν μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο) βιβλίων βάδισης από τον Βάλζερ μέχρι και την Διβάνη(!), ο Μπέρνχαρντ κινείται στον χώρο που ξέρει τόσο καλά, στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους του μυαλού που οδηγούν δια περιπάτου στην παράνοια, εκεί όπου οδηγήθηκε και ο απών πρωταγωνιστής του βιβλίου, Κάρερ, και όπου ακολουθούμε τα βήματά του και οι υπόλοιποι. Λίγες μόλις μέρες μετά την Bloomsday, ένας ιδιότυπος εξωτερικός/εσωτερικός μονόλογος που γοητεύει και προβληματίζει περισσότερο από άλλοτε, 50 χρόνια μετά την συγγραφή του. Θα ζητήσω όμως συγγνώμη από τον αγαπημένο μου Μπέρνχαρντ για την – αδιαμφισβήτητη, κατά αυτόν – αμβλύνοιά μου, και ενδεχομένως ακόμα αμφισβητούμενη για τους αναγνώστες που με διαβάζουν, αλλά θέλω να μιλήσω για την «Εποχή των τυφώνων» ένα αδιανόητα κακογραμμένο βιβλίο που πρόλαβε να με εκνευρίσει αφάνταστα, πριν έρθει ο Μπέρνχαρντ να με παρηγορήσει αναγνωστικά και με την δηκτική του διαύγεια να με προειδοποιήσει: «Πολύ συχνά αντιλαμβανόμαστε πολύ αργά ότι δεν θα έπρεπε να έχουμε εμπλακεί σε μια κατάσταση απροσδόκητα εξευτελιστική»
 
Ας αρχίσουμε από τα απλά ελέω καύσωνα∙ υπάρχει λογοτεχνικό αριστούργημα που κάθε δυο σελίδες πίνουν χλιαρές μπύρες; Υπάρχει, και δεν είναι οι «Τυφώνες». Δεν είναι μύθος (ε, εννοώ είναι και μύθος, μυθιστόρημα, τέλος πάντων). Το οπισθόφυλλο του βιβλίου προειδοποιεί ότι εδώ δεν υπάρχει μελόδραμα αλλά από τις πρώτες σελίδες πέφτεις στο καζάνι με το μελόδραμα της Μάγισσας και δεν ξαναβγαίνεις ποτέ, σαν μύγα σε σούπα. Σούπα; Ναι, λογοτεχνίζουσα, ξινισμένη και άγευστη που ανακατεύονται εντός της ετερόκλητα υλικά, που σίγουρα θα σου χαλάσουν το στομάχι και όχι για τους λόγους που υποθέτεις∙ ως μεταφορά δηλαδή για τον βίαιο και σκληρό κόσμο που νομίζει ότι παρουσιάζει. Να ήξερε τουλάχιστον να τον παρουσιάζει. Εδώ δεν μπορεί να κάνει τους χαρακτήρες της να βρίζουν χωρίς να φαίνονται σαν δεκάχρονα που πρωτομαθαίνουν βρισιές – χίλιες φορές να ακούσουμε Trannos. Όλες αυτές τις κακοτεχνίες όμως θα μπορούσε να τις παρακάμψει κάποιος, παρόλο που είναι τα στοιχεία που κάνουν μια λογοτεχνία ελκυστική, ο τρόπος δηλαδή να τα παρουσιάζεις, αν η συγγραφέας δεν επέλεγε να χτίσει τον μύθο της σε κάτι σαθρότερο. Θέλει να γράψει φεμινιστική λογοτεχνία και φαίνεται (ότι δεν μπορεί). Για την ανεπάρκεια στη λογοτεχνία, τα είπαμε, ανοίξτε μια τυχαία σελίδα. Από εκεί και πέρα, μια δήθεν αρχετυπική Μάγισσα που συνουσιάζεται με τον Σατανά, μια πιο Μικρή Μάγισσα, ξόρκια, μαγγανείες, φιλοσοφίες κατατονικού Κοέλιο, ατελείωτες γυναίκες που αδικούνται από την ανδρική βία και κυριαρχία, φέρνουν στην επιφάνεια ένα κείμενο που μοιάζει με κακοδιασκευασμένο σενάριο που έγραψε η Μάρα Μειμαρίδη για μεξικάνικο σίριαλ με σκοπό να προβληθεί σε prime time zone στις αρχές του 2000 μπας και κλέψει νούμερα από το Big Brother. Και όλα αυτά χωρίς ειρμό, χωρίς περίσκεψη και κυρίως χωρίς αιδώ, γαμώ την τρέλα μου. Θεέ μου πώς αυτός ο αχταρμάς μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με τον Μπολάνιο, ή ακόμα και με τον ΜακΚάρθυ που δεν συμπαθώ και ιδιαίτερα; Αν θέλετε πραγματικά και ουσιωδώς να καταλάβετε το Μεξικό, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα ένα σπουδαίο φεμινιστικό λόγο, διαβάστε το «Αποκάτω» της Λεονόρα Κάρινγκτον και αφήστε τα πάνω πάνω. Πόσες φορές θα σας το πω πια; – προσοχή στις απομιμήσεις. Προτιμήστε μια έμπειρη Αρχάρια και αφήστε την σκόνη του μάρκετινγκ να την σηκώσει ο άνεμος.
 
[…] «γιατί η Γριά – που δεν θα ’ταν τότε πάνω από σαράντα χρονών, μα μ’ όλες εκείνες τις ρυτίδες, τα ψαρά μαλλιά και τα ατίθασα τσουλούφια, την έκανες τουλάχιστον για εξήντα –, η Γριά λοιπόν, είχε αρχίσει να τα χάνει και ξεχνούσε ακόμα και να χρεώνει ή έμενε ικανοποιημένη μ’ ό,τι της έδιναν οι γυναίκες: μια πλάκα μαύρη ζάχαρη, ένα τέταρτο ξερά ρεβίθια, ένα χωνί σάπια λεμόνια ή κάνα σκουληκιασμένο κοτόπουλο∙ μαλακίες δηλαδή, ώσπου η Μικρή Μάγισσα έβαλε τέλος σ’ όλα αυτά, μπήκε μια μέρα στην κουζίνα και με την τραχιά φωνή της, άμαθη όπως ήταν να μιλάει, είπε πως οι προσφορές των γυναικών δεν κάλυπταν την αξία των συνεδριών και πως δεν πήγαινε άλλο το πράγμα, από δω κι μπρος θα έμπαινε ταρίφα ανάλογα με τη δυσκολία του περιστατικού, τη μέθοδο που θα αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει η μάνα της και το είδος της μαγείας που θ’ απαιτούνταν για να επιτευχθεί το ζητούμενο, γιατί δεν είναι το ίδιο να θεραπεύεις αιμορροϊδες και το ίδιο να κάνεις τον άντρα που σ’ το παίζει δύσκολος να σέρνεται στην κυριολεξία στα πόδια σου, ή να τις βοηθήσει να επικοινωνήσουν με τη νεκρή μητέρα τους για να μάθουν αν τις είχε συγχωρέσει που όσο ζούσε την είχαν τελείως παραμελημένη, έτσι δεν είναι;» 
 
Το μόνο που με παρηγορεί από όλ’ αυτά είναι ότι όλοι μας μπορούμε κάποτε στο μέλλον να γράψουμε τόσο άσχημα και να βγάλουμε και κανένα φράγκο. Επιστρέφοντας στον Τόμας, να πω ότι κυκλοφορεί σε ωραία έκδοση από «Κριτική» και σε αξιόλογη μετάφραση της Μαρίας Γκεγκοπούλου που πολλαπλασιάζει την μαγεία της γραφής του, ενώ «Η εποχή των τυφώνων» από το «Δώμα» σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου που δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να σώσει τα προσχήματα σε ένα τόσο άσχημο πρωτότυπο κείμενο∙ ίσως μόνο με μάγια. Ό,τι μπορεί να ψελλίσει η Μελτσόρ μέσα από ανεμομαζώματα λόγου και διαβολοσκορπίσματα σκέψης, ο Τόμας Μπέρνχαρντ μπορεί να το συνοψίσει σε μια φράση και να αφήσει από κει και ύστερα τις χαλαρωτικά κομψές μουσικές του λεκτικές επαναλήψεις να ευφράνουν το μυαλό και την καρδιά κάθε αναγνώστη. Δεν θέλει βία. Προσέχετε τα αναγνωστικά σας βήματα.
 
«Αν συμψηφίσουμε την ομορφιά αυτής της χώρας με τη μικροπρέπεια αυτής της πολιτείας, λέει ο Όλερ, οδηγούμαστε στην αυτοκτονία».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν