Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η μέθοδος του Κούντερα


 
Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθνικό ύμνο, χωρίς να αντλεί κάποια απόλαυση απ’ αυτό, ούτε ο ίδιος ούτε η πατρίδα του».
 
Μόλις έγινε η εισβολή στην Ουκρανία έβαλα την Μποφίλιου να παίζει σε λούπα και έτρεξα στην δημοτική βιβλιοθήκη να δανειστώ το «Μυστικό ημερολόγιο του Πούτιν» για να μπορέσω να σχηματίσω μια καλύτερη άποψη, γραμμένο από την δημοσιογράφο και δολοφονημένη από το καθεστώς του, Άννα Πολιτκόφσκαγια («πολιτική-σκάγια», το λογοπαίγνιο λειτουργεί κάπως στα ελληνικά, ίσως ούτε καν έτσι, αλλά ήθελα να το πω∙ αν δεν σας αρέσουν τα αστεία μου, ζητήστε να κοπώ σαν την σειρά του Σεφερλή). Δυστυχώς, το βιβλίο ήταν ένα εν πολλοίς ανεπεξέργαστο χρονικό – την τελική επεξεργασία ανέλαβε ο θάνατος – με πολλές κουραστικές λεπτομέρειες που αν δουλεύονταν θα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον. Ίσως το ξαναπροσπαθήσω στο μέλλον ή θα αναζητήσω κάποιο παλιότερο βιβλίο της. Και τώρα; Η ζωή με Μποφίλιου είναι απάλευτη! Είδα και απόειδα και έπιασα έναν Κούντερα που βρισκόταν παράμερα και ήξερα ότι μόνο εκείνος μπορούσε να βάλει τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις, αν και μιλούσε για μια παλιότερη και διαφορετική(;) συνθήκη. Η συγκυρία αποδείχθηκε ευτυχής γιατί το βιβλίο του Κούντερα που είχα ήταν εκείνο του «Γέλιου και της λήθης», το πρώτο βιβλίο που έγραψε (με παύση αρκετών χρόνων) ύστερα από την αυτοεξορία του στην Γαλλία που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στη χώρα του. 
 
http://straysatellite.com/kundera/
[…] «Τις προάλλες, που είχαν βγει περίπατο, η μαμά κοίταξε κάπου μακριά και είπε: «Ποιο είναι αυτό το ωραίο άσπρο χωριουδάκι εκεί κάτω;» Δεν ήταν χωριουδάκι, ήταν ασβεστωμένες ξερολιθιές. Ο Κάρελ ένιωσε λύπη για τη μητέρα του και την όρασή της που εξασθενούσε.
Αλλά αυτή η εξασθενημένη όραση έμοιαζε να εκφράζει κάτι πιο ουσιώδες: ό,τι έβρισκαν αυτοί μεγάλο, εκείνη το έβρισκε μικρό, ό,τι ήταν για εκείνους ξερολιθιές, για εκείνην ήταν σπίτια.
Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν κάτι καινούριο αυτό. Η διαφορά είναι πως άλλοτε αγανακτούσαν. Μια νύχτα λόγου χάρη εισέβαλαν στη χώρα τους τα τανκς μιας γιγαντιαίας γειτονικής χώρας. Ήταν τέτοιο το σοκ, τέτοιος ο τρόμος, που για πολύν καιρό κανένας δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Ήταν Αύγουστος, και τα αχλάδια στον κήπο τους είχαν ωριμάσει. Μια εβδομάδα πιο πριν, η μαμά είχε πει στον φαρμακοποιό να ’ρθει να τα μαζέψει. Αλλά ο φαρμακοποιός δεν ήρθε, κι ούτε καν ζήτησε συγγνώμη. Η μαμά δεν μπορούσε να τον συγχωρήσει, κι αυτό έβγαζε τον Κάρελ και τη Μαρκέτα απ’ τα ρούχα τους: όλοι σκέφτονται τα τανκς, κι εσύ σκέφτεσαι τ’ αχλάδια, τη μάλωναν. Έπειτα μετακόμισαν, παίρνοντας μαζί τους την ανάμνηση της μικρότητάς της.
Αλλά τα τανκς είναι όντως πιο σημαντικά από τ’ αχλάδια; Με το πέρασμα του χρόνου ο Κάρελ συνειδητοποίησε πως η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο νόμιζε πάντα, κι άρχισε να συμμερίζεται κρυφά την προοπτική της μαμάς, που είχε στο πρώτο πλάνο ένα μεγάλο αχλάδι και κάπου πίσω, μακριά, ένα τανκς όχι μεγαλύτερο από μια πασχαλίτσα, που από στιγμή σε στιγμή θα πετάξει και θα γίνει άφαντη. Α ναι! τελικά, έχει δίκιο η μαμά: το τανκς είναι φθαρτό, το αχλάδι αιώνιο».

 
Μερικά αποσπάσματά του, όπως το παραπάνω, είναι συμπυκνωμένοι τόμοι. Και πόσο συγκινητικά όμορφα. Προσωπικά, ανακάλυψα (με την αληθινή έννοια, είχαν προηγηθεί και οι «Γελοίοι έρωτες») τον Κούντερα μέσα από τις «Προδομένες διαθήκες» του – ένα απόλυτο αριστούργημα και από τα καλύτερα δοκίμια που έχω διαβάσει ποτέ. Μέσα εκεί μπορεί ο καθένας να καταρρίψει τις όποιες ενστάσεις έχει (καλλιεργήσει εξ αντανακλάσεως) για το έργο του∙ φυσικά δεν μπορεί να αρέσει σε όλους, αλλά δεν αξίζει την ελαφρότητα με την οποία τον έχουν περιβάλει αρκετοί αναγνώστες τόσα χρόνια∙ αν και δε θα τον χαλούσε στην τελική, ξέρει τι εστί ελαφρότητα και δεν το φέρνει βαρέως! Για κάθε βιβλίο που διαβάζω σε κάθε ηλικία που βρίσκομαι, υποψιάζομαι αρκετά εύστοχα τι είναι εκείνο που μου διαφεύγει σε σύγκριση με την ηλικία μου. Τι και πόσα είναι τα κενά μου και τι θα μπορούσα να κάνω για να βελτιώσω την απόλαυση. Ή να μην το καταδικάσω και να περιμένω να μεγαλώσω (και υποτίθεται να ωριμάσω) – κάποια βιβλία ζητάνε να μικρύνεις για να τα χαρείς αλλά λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό για την ώρα. Με τον Κούντερα έχω καταλήξει ότι αν τον διάβαζα μικρότερος θα τον καταδίκαζα στη λήθη. Φαινομενικά απλές αφηγήσεις, υποτυπώδεις πλοκές, γελοιότητες ερώτων και λοιπών δαιμονίων, ελαφρότητα, ασημαντότητα, βραδύτητα, ίσως άγνοια, και κάπου στο βάθος ένα δυο αστεία, και μια αχνή υποψία αθανασίας. Όμως είναι ακριβώς τα δοκίμιά του που δίνουν όλο το βάθος και την ιδιοφυΐα στα λογοτεχνικά έργα του∙ χωρίς να σημαίνει ότι δίχως αυτά δεν έχει αξία το έργο. Θέλω να πω, ότι το λογοτεχνικό του έργο είναι μια γοητευτική παρεξήγηση που αν ήμουν μικρότερος δεν θα είχα την διαύγεια και την καλοσύνη να του την συγχωρήσω! Ενώ τώρα, μόνο να τον ευχαριστήσω μπορώ. «Ο άνθρωπος, παρόλο που είναι ο ίδιος θνητός, δεν μπορεί να φανταστεί ούτε το τέλος του χώρου, ούτε το τέλος του χρόνου, ούτε το τέλος της Ιστορίας, ούτε το τέλος ενός λαού, γιατί ζει πάντοτε μέσα σε μιαν απατηλή απεραντοσύνη». 
 

Μέγας θαυμαστής του Ραμπελαί προκρίνει την φαντασία έναντι των άλλων. Οι ιδέες ακολουθούν την φαντασία σε μια διαρκή πορεία λοξοδρομήσεων που καταλήγει σε μια τεράστια τεχνητή λίμνη γέλιου (οι λέξεις «φαντασία», «ιδέες» και «γέλιο» με αστερίσκους, για να μην απογοητευτείτε οι ανυποψίαστοι). Δεν μπορώ να ξέρω ποιο από όλα τα βιβλία του θα είναι το καλύτερο, ούτε και ποιες είναι οι διαφορές στην λογοτεχνία του προ και μετά εισβολής. Το σίγουρο είναι ότι το συγκεκριμένο βιβλίο του μπόρεσε και μου έδωσε μια πολύ μεστή εικόνα της κατάστασης στην Ουκρανία και μια λογοτεχνία σπουδαία, συναισθηματικά μετρημένη, ειρωνική, με βάθος, ουσία και φαντασία.
 
[…] «Για να ξεπαστρέψεις έναν λαό» έλεγε ο Χυμπλ, «του αφαιρείς πρώτα την μνήμη. Καταστρέφεις τα βιβλία του, τον πολιτισμό του, την ιστορία του. Και κάποιος άλλος του γράφει άλλα βιβλία, του δίνει άλλον πολιτισμό και επινοεί για λογαριασμό του άλλη Ιστορία. Έπειτα, ο λαός αρχίζει σιγά σιγά να ξεχνάει ποιος είναι και ποιος ήταν. Ακόμα πιο γρήγορα θα τον ξεχάσει ο κόσμος γύρω του».
«Και η γλώσσα;»
«Ποιος ο λόγος να μας την πάρει; Θα μείνει σκέτη γραφικότητα, που αργά ή γρήγορα θα πεθάνει από φυσικό θάνατο.»

 
Η έκδοση είναι της «Εστίας» που έχει την αποκλειστικότητα του Κούντερα και η καλή μετάφραση του Γιάννη Χάρη την έγκρισή του. Η λογοτεχνία του είναι μια λογοτεχνία συνόρων, που μπαινοβγάζει ακόμα και τον ίδιο εντός της, όπως κάνει και με τους πιστούς του αναγνώστες. Τα σύνορα δεν καταλύονται ποτέ. Το διαβατήριο σου είναι μόνο η απαλοιφή των βαθύτερων προκαταλήψεών σου. Ειρήνη σε όλον τον κόσμο – Μποφίλιου, σταμάτα γαμώτο, φτάνει!!
 
[…] «Η δυστυχία της δεν έγκειται στο ότι είναι κακά τα παιδιά, αλλά στο ότι βρέθηκε πέρα από τα σύνορα του δικού τους κόσμου. Οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται επειδή σφάζουν τα μοσχαράκια στο σφαγείο. Τα μοσχαράκια είναι έξω απ’ τον νόμο των ανθρώπων, ακριβώς όπως η Τάμινα είναι έξω απ’ τον νόμο των παιδιών.
Αν κάποιος πλημμυρίζει από φαρμακερό μίσος είναι η Τάμινα, όχι τα παιδιά. Η επιθυμία των παιδιών να προξενήσουν πόνο είναι επιθυμία θετική και χαρούμενη, και δίκαια μπορεί να αποκληθεί χαρά. Τα παιδιά θέλουν να προξενήσουν πόνο σε κάποιον που βρίσκεται πέρα από τα σύνορα του δικού τους κόσμου, μόνο και μόνο για να μεγαλύνουν τον κόσμο τους και τον νόμο του». 
 
 
 
Υ.Γ. 2666  Πηγές φωτογραφιών:  
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!