Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τελειωμένοι

 

 
Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν, ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης». Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ!
 
[…] «Υπάρχει ένα γνωστό παράδειγμα που το χρησιμοποιούν στο πρώτο έτος των σπουδών ψυχολογίας. Σχετικά με το πλαίσιο. Έχει ως εξής: ο Τοντ έχει στο δωμάτιό του ένα μικρό φυτό, με κόκκινα φύλλα. Αποφασίζει ότι δεν του αρέσει εμφανισιακά και θέλει το φυτό του να δείχνει όπως και τα υπόλοιπα στο σπίτι. Πολύ προσεκτικά λοιπόν, βάφει πράσινα όλα τα φύλλα. Όταν στεγνώνει η μπογιά, δεν μπορείς να καταλάβεις ότι το φυτό είναι βαμμένο. Δείχνει πράσινο. Με παρακολουθείς;»

«Ναι».
«Την επομένη του τηλεφωνεί μια φίλη. Είναι φυτοβιολόγος και τον ρωτάει αν έχει κάποιο πράσινο φυτό που θα μπορούσε να δανειστεί, για μερικά πειράματα. Της λέει όχι. Την επομένη, μια άλλη φίλη, αυτή τη φορά καλλιτέχνιδα, τηλεφωνεί και τον ρωτάει αν έχει ένα πράσινο φυτό, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως μοντέλο για έναν πίνακα. Της λέει ναι. Δύο φορές τον ρωτάνε το ίδιο πράγμα και δίνει αντίθετες απαντήσεις, και κάθε φορά είναι ειλικρινής».

 

Βέβαια αν ήθελε να είναι πιο ειλικρινής με τον εαυτό του, και εγώ λιγότερο σπασικλάκι, θα μπορούσε να δώσει κάποιο από τα υπόλοιπα φυτά του σπιτιού, ένα αληθινό δηλαδή, στη φυτοβιολόγο φίλη του, εκτός δηλαδή και αν δεν τα ξεχωρίζει πια ούτε και ο ίδιος, τι να πω – πού είμαστε, στο Blade Runner;; Τέλος πάντων, καταλάβατε ελπίζω το νόημα του αποσπάσματος, σας θέλω συγκεντρωμένους… μείνετε εντός πλαισίου. Για μένα το βιβλίο του Ίαν Ριντ κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με την «Χορτοφάγο» της Χαν Γκανγκ – ξέρω τι σκέφτεστε, ότι είχα θάψει το βιβλίο της και περιμένετε να γίνει κάτι ανάλογο και τώρα. Δυστυχώς θα σας απογοητεύσω αυτή την φορά, γιατί ελάχιστη σχέση έχει ετούτο το βιβλίο με την μη λογοτεχνική παπαρίτσα της Γκανγκ. Και αν θέλετε να χρησιμοποιήσω την παραπάνω μεταφορά, η Χαν Γκανγκ λέει ναι στη φυτοβιολόγο (υπονομεύοντας η ίδια την όποια αξία του βιβλίου της) ενώ ο Ίαν Ριντ λέει ναι στην καλλιτέχνιδα (γνωρίζοντας τον τρόπο να καμουφλάρει τα όποια μειονεκτήματα του βιβλίου πίσω από το άρτιο αισθητικά σύνολο). 

Οι ομοιότητες με την «Χορτοφάγο» εντοπίζονται και εξαντλούνται στο παράδοξο της ατμόσφαιρας που ενυπάρχει εντός τους, με μια γοητευτικότατη κλιμακούμενη αγωνία (που στην περίπτωση της Γκανγκ όμως κατακρημνίζεται πολύ σύντομα, σαν μετοχή του Facebook μετά από 6ωρο μπλακ άουτ!) και μια ανατριχίλα να διατρέχει την ραχοκοκαλιά σου για το πόσο ωραία καταφέρνει να συμπλέκει (μόνο ο Ριντ αυτό) το κοινότοπα ανθρώπινο με το τρομακτικά ανθρώπινο, εκείνη τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την αγωνία από τον πανικό, και διαρκεί όσο μια σκέψη, μια στιγμή και μια ζωή. Το ζουμί του βιβλίου το αποκαλύπτει ήδη ο τίτλος του, η μαγική λέξη είναι «σκέφτομαι», μόνο αυτή, τέλος, αρχή, ζωή, θάνατος, ευτυχία, δυστυχία, δεν έχουν σημασία, όλα ενυπάρχουν μέσα της, και ζουν (αρμονικά) ή και πεθαίνουν (βάναυσα) μαζί της, χιλιάδες φορές κάθε λεπτό. Ειλικρινά ενθουσιάστηκα όταν βρήκα μερικές σκέψεις του συγγραφέα που μου θύμισαν ένα πολύ αγαπημένο μου βιβλίο του Τζορτζ Στάινερ: […] «Δεν μπορούμε να ξέρουμε και δεν ξέρουμε τι σκέφτονται οι άλλοι. Δεν μπορούμε να ξέρουμε και δεν ξέρουμε τα κίνητρα των άλλων για τις ενέργειές τους. Ποτέ. Όχι ακριβώς. Αυτή ήταν η τρομακτική, νεανική επιφοίτησή μου. Ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε ποτέ πραγματικά κάποιον άλλον. Εγώ πάντως όχι. Ούτε κι εσείς. (…) Ο καθένας μπορεί να σκέφτεται το οτιδήποτε. Οι σκέψεις είναι η μόνη πραγματικότητα. Αλήθεια. Τώρα πια είμαι σίγουρη. Δεν μπορείς να πλαστογραφήσεις ή να προσποιηθείς μια σκέψη. Αυτή η απλή συνειδητοποίηση με συνοδεύει διαρκώς. Με απασχολούσε για πολλά χρόνια. Και εξακολουθεί».

Ο Ίαν Ριντ κατέχει διάφορες φιλοσοφικές γνώσεις που δένει αρμονικά με την τετριμμένη πλοκή του πριν εκείνη οδηγηθεί σε ένα αγωνιώδες φινάλε. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Κάουφμαν θέλησε να το γυρίσει ταινία – σίγουρα όμως πολλοί απορείτε με την ίδια την ταινία του Κάουφμαν! Δεν την είδα ακόμα, δεν προλαβαίνω, αλλά ξέρω ότι θα μου αρέσει. Το βιβλίο ξεκαθαρίζει καλύτερα τα πράγματα και σίγουρα γίνεται πιο ομαλά η μετάβαση από το αλλόκοτο στο παράδοξο, αλλά ρε παιδιά, η κινηματογραφική γλώσσα έχει άλλες συμβάσεις και θα πρέπει να τις αποδεχτείτε, αλλιώς δείτε το Squid Game να ηρεμήσουμε, μην παίζετε δύσκολα παιχνίδια! Επιτέλους, ενθουσιάστηκα και με ένα βιβλίο της σειράς, που η λογοτεχνική αξία του καταφέρνει να υπερπηδήσει το ανελέητο μάρκετινγκ – πόσο σπάνιο πια. Εύγε στις εκδόσεις «Πατάκη» και στην όμορφη μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη. Πολλά είπα. Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος στην ανάρτηση (αστειάκι, χαχα).

[…] «Το μόνο βιβλίο που μου έδωσε ο Τζέικ, και μάλιστα περίπου μία εβδομάδα αφότου γνωριστήκαμε, έχει τίτλο Ο αποτυχημένος. Ενός Γερμανού συγγραφέα, κάποιου Μπέρνχαρντ. Έχει πεθάνει και δεν ήξερα κάτι για το βιβλίο μέχρι που μου το έδωσε ο Τζέικ. Ο Τζέικ έγραψε στο εσώφυλλο “άλλη μια θλιβερή ιστορία”.
Το βιβλίο είναι ένας μονόλογος. Ο Τζέικ υπογράμμισε ένα απόσπασμα. “΄Υπάρχουμε΄ δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά απελπιζόμαστε… γιατί, δεν υπάρχουμε, πραγματωνόμαστε”. Αφότου το διάβασα, δεν έχω σταματήσει στιγμή να σκέφτομαι τι σημαίνει. Άλλη μια θλιβερή ιστορία».

Ναι, θλιβερή, αλλά και πόσο συναρπαστική. 

 


 


Σχόλια

  1. ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ

    Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
    με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
    λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
    για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
    τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.

    Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν' αυτός στον δρόμο·
    ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
    (ή δεν τ' ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
    Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
    εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
    και ανέτοιμους -πού πιά καιρός- μας συνεπαίρνει.

    Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Τελειωμένα, 1911

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ (Απόσπασμα)
    LITTLE GIDDING
    V
    Ό,τι ονομάζουμε αρχή συχνά είναι το τέλος
    και το να δίνεις ένα τέλος είναι να κάνεις μια αρχή.

    Από το τέλος ξεκινάμε. Και κάθε φράση
    και πρόταση που είναι σωστή
    (όπου κάθε λέξη είναι εκεί που αρμόζει,
    παίρνοντας τη θέση της για να στηρίξει τις άλλες,

    η λέξη ούτε διστακτική ούτε επιδεικτική,
    μια εύκολη συναλλαγή ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο,
    η κοινή ορθή χωρίς να ΄ναι χυδαία,
    η συμβατική λέξη ακριβής αλλά όχι σχολαστική,
    το τέλειο ταίρι χορεύοντας μαζί)

    κάθε φράση και κάθε πρόταση είναι ένα τέλος και μια αρχή,
    κάθε ποίημα ένας επιτάφιος. Και οποιαδήποτε πράξη
    είναι ένα βήμα προς το ικρίωμα, τη φωτιά,
    βαθιά στο λαρύγγι της θάλασσας
    ή προς μια πέτρα δυσανάγνωστη:
    κι από κει είναι που ξεκινάμε.

    Πεθαίνουμε μ΄ εκείνους που πεθαίνουν:
    δες, αναχωρούν ,κι εμείς πηγαίνουμε μαζί τους.
    Γεννιόμαστε με τους νεκρούς:
    δες, επιστρέφουν,και μας φέρνουν μαζί τους.
    [...]
    Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ/ [Δίγλωσση έκδοση], Πατάκη, ΜΕΤ: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τέλειος ο Καβάφης! Δεν το θυμόμουν αλλιώς θα χρησιμοποιούσα το «Τελειωμένα» για τίτλο της ανάρτησης.
    Ο Έλιοτ, καλούτσικος και αυτός :p

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία

      Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό» , ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι ! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του» . Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχν

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;