Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Social network


 
«Όοοολαα, θέλω να τα ξέρω όλα, όχι επειδή είμαι κουτσομπόλα» τραγουδούσε η Παναγιωτοπούλου και μας θυμίζει ότι το κουτσομπολιό δεν είναι προνόμιο του χωριού πια, δεν έχει καν την πρωτοκαθεδρία εδώ που τα λέμε – εξάλλου ποιο χωριό έχει έξι πατώματα, ζήτημα να έχει έξι κατοίκους. Εμάς όμως δεν μας ενδιαφέρει τόσο η ζωή μέσα στα κτήρια – για αυτό, υπάρχει το facebook και τα τοιαύτα, ξεκατινιαζόσαστε μια χαρά και μόνοι σας, χωρίς εξωτερική υποστήριξη – αλλά περισσότερο η ζωή ανάμεσα στα κτήρια. Η εθνική μας κουτσομπόλα Τατιάνα, επι-μένοντας στα προάστια, αυτές τις άνευρες και κατά περιπτώσεις νεκρές ζώνες κατοικιών, χάνει πολύ υλικό το οποίο αναλαμβάνουν απρόθυμα να αναπληρώσουν διάφοροι παρατρεχάμενοι υφιστάμενοι που ζουν για τρεις και εξήντα σε κάτι χαμόσπιτα πολυσύχναστων συνοικιών. «Οι ζωντανές πόλεις, επομένως, δηλαδή εκείνες στις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να αλληλεπιδρούν ο ένας με τον άλλο, είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσες επειδή είναι πλούσιες σε εμπειρίες, σε αντίθεση με τις πόλεις χωρίς ζωή, οι οποίες προσφέρουν πολύ φτωχές εμπειρίες και είναι πληκτικές, ανεξάρτητα από το αν τα κτήριά τους έχουν πολλά χρώματα ή παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία μορφών». Ακούστε που σας λέω, κάτι ξέρω παραπάνω. Βρε μπας και είμαι κατά βάθος μια κυράτσα;
 
[…] «Ο Gehl έχει συνδεθεί ο ίδιος με τη μεταμόρφωση της Κοπεγχάγης σε μια από τις πιο ευχάριστες, φιλικές για τον άνθρωπο πρωτεύουσες του κόσμου, μια μεταμόρφωση που έγινε σταδιακά, ξεκινώντας με την πεζοδρόμηση του κεντρικού εμπορικού δρόμου της περιοχής Stroget το 1962. Σήμερα, ένα εκτεταμένο δίκτυο ελεύθερων χώρων στο κέντρο της πόλης, συνολικής επιφάνειας 100.000 τετραγωνικών μέτρων, είναι κλειστό στα οχήματα και το καλοκαίρι συγκεντρώνει περισσότερους από 250.000 πεζούς τη μέρα. Το επιτυχημένο πείραμα της Κοπεγχάγης είναι αποτέλεσμα επίμονης, πολύχρονης παρατήρησης και καταγραφής της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην πόλη από τον Gehl και τους συνεργάτες του. Στο παρόν βιβλίο παρατίθενται στοιχεία από τις συνεχείς αυτές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χρονικές στιγμές, και αφορούν τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίχθηκαν όλες οι παρεμβάσεις που γίνονται σταδιακά, πενήντα χρόνια τώρα, στην πόλη. Η συνεχής τεκμηρίωση και η αργή σταδιακή αλλαγή αποτέλεσαν τα καθοριστικότερα στοιχεία για την επιτυχία του πειράματος: όπως λέει ο Gehl σε πρόσφατη συνέντευξη του, “αν πριν από σαράντα χρόνια πήγαινε κάποιος με την ιδέα να πεζοδρομηθεί όλο το κέντρο της πόλης, θα τον πετούσαν έξω από το Δημαρχείο”(!)».
 

 
Μέσα σε αυτή την σημείωση των μεταφραστών κρύβεται όλο το ζουμί αυτού του εκπληκτικού βιβλίου. Η ομορφιά του από την άλλη κρύβεται στις εμπνευσμένες παρατηρήσεις του συγγραφέα του, γιατί ως γνωστόν η ζωή κάθε κειμένου κρύβεται ανάμεσα στις γραμμές του. Απέκτησα όψιμο ενδιαφέρον για την (χρηστική) αρχιτεκτονική και ψάχνοντας έπεσα σε αυτό το βιβλίο με τον ποιητικό τίτλο. Ευχόμουν να μην πέσω σε κάτι με βαρύ θεωρητικό υπόβαθρο και πολυεπίπεδη πλήξη και ευτυχώς το απέφυγα αυτό. Ο συγγραφέας πετυχαίνει ό, τι δεν καταφέρνουν οι περισσότεροι που γράφουν δοκίμια· μετουσιώνει τις πολύπλοκες παρατηρήσεις του σε απλές, χωρίς ο αναγνώστης να χρειάζεται λυσάρι για να καταλάβει τι εννοεί – αν είναι να θέλουμε λυσσάρι ας διαβάσουμε τον Τζόυς καλύτερα! «Εάν οι χώροι αξίζουν, χρησιμοποιούνται». Όπως και τα βιβλία, ρε κανάγιες. Και εδώ η μεταφορά δεν είναι διόλου τυχαία. Γιατί τι κάνει έναν δημόσιο χώρο – και κατ’ επέκταση, ένα βιβλίο – που φαινομενικά είναι άρτιο, άνετο και πολύχρωμο να μην χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους; Η απάντηση είναι κοινή και στα δύο, η δομή και η ελλιπής γνώση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 
 


«Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση» (θεωρούμε ότι) είπε ο Αντρέ Μπρετόν, αλλά ο Jan Gehl έχει άλλη γνώμη. Οι πόλεις γίνονται ανθρώπινες όταν είναι στην κλίμακα των ανθρώπων. Μπορεί τους ανθρώπους να μας πιάνουν κάθε τόσο ματαιόδοξες φαντασιοκοπίες αλλά η ανθρώπινη κλίμακα είναι συγκεκριμένων προδιαγραφών – τουλάχιστον μέχρι να ενεργοποιηθεί το 5G – και γύρω από αυτήν πρέπει να οργανώνουμε την ζωή μας. Πόσοι από εσάς κοιτάτε ψηλά καθώς περπατάτε στην πόλη; Σχεδόν κανείς· τουλάχιστον, κοιτάτε χαμηλά μπας και βρείτε κανένα 5ευρο. Πόσοι θα καθόσασταν πρόθυμα σε παγκάκι στο κέντρο μιας πλατείας όταν υπάρχουν ελεύθερα καθίσματα στα όριά της; Πόσοι θα βγαίνατε ξανά με χαμόγελο και νταούλια στα χέρια όπως τότε με την νίκη του Σύριζα, σε όμορφες πλατείες να πιείτε στη χαρά του και γενικά να τον πιείτε και να περάσετε καλά; Αυτές είναι ανθρώπινες καταστάσεις και απαιτούν ανθρώπινες λύσεις. «Σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρώπινης κατοίκησης, οι δρόμοι και οι πλατείες έχουν αποτελέσει τα βασικά στοιχεία γύρω από τα οποία οργανώθηκαν όλες οι πόλεις. Η ιστορία έχει αποδείξει τις αρετές αυτών των στοιχείων σε τέτοιο βαθμό που, για τους περισσότερους ανθρώπους, οι δρόμοι και οι πλατείες αποτελούν την ίδια την ουσία του φαινομένου “πόλη”. Αυτή η απλή σχέση και η λογική χρήση των δρόμων και των πλατειών – δρόμοι βασισμένοι στο γραμμικό τρόπο της ανθρώπινης κίνησης και πλατείες βασισμένες στη δυνατότητα του ματιού να εξερευνά μια περιοχή – έχουν, τα τελευταία χρόνια, επανέλθει στο προσκήνιο»
 


Ο Jan Gehl μέγιστος παρατηρητής της ανθρώπινης εμπειρίας, ξεκίνησε ως αναμορφωτής του κόσμου του, της Δανίας δηλαδή, και επεκτείνοντας τους συλλογισμούς του κατέδειξε ότι ο άνθρωπος για να μπορέσει να αρθεί, πρέπει πρώτα κατεβεί στα όριά του – σαν τσιτσάτο του Ξενάκη ακούστηκε αυτό, θα το κάψουμε απόψε κυρ Στέφανε! Μπορεί το βιβλίο να είναι πλέον 40 ετών και ο ανθρώπινος πληθυσμός να έχει αυξηθεί – αν και ως προς αυτό κάνει δουλίτσα η πανδημία, σύμφωνα πάντα με την σιωνιστική πολιτική που έχει ενορχηστρωθεί – αλλά οι παρατηρήσεις του παραμένουν αναλλοίωτες. Η αρχή είναι απλή: η ζωή σε μια πόλη βρίσκεται ανάμεσα στα κτήρια, στις ευκαιρίες που δίνονται στους ανθρώπους να βγουν μπροστά στα σπίτια τους και να ξεκινήσουν υπαίθριες δραστηριότητες. Μην βγάλετε τις ψησταριές ακόμα, δεν εννοούσε αυτό! Έχοντας ως πρότυπο την Βενετία (την πιο ανθρώπινη πόλη, χωρίς ίχνος αυτοκινήτων) και άλλες μεσαιωνικές πόλεις που χτίστηκαν με γνώμονα τις ανάγκες του ανθρώπου, συν κάποια πετυχημένα οικοδομικά πειράματα στις Σκανδιναβικές χώρες, δείχνει πόσο σημαντικό είναι οι πόλεις να αναδιαμορφωθούν με μικρές αλλά καίριες επεμβάσεις προς όφελος των ανθρώπων. Το βιβλίο περιέχει εκατοντάδες φωτογραφίες που ενισχύουν τους ήδη στιβαρούς συλλογισμούς του, χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια και υποκεφάλαια που κάνει την ανάγνωση ελκυστική – ακόμα και στη δομή του βιβλίου αποδείχθηκε επαγγελματίας. Αν σας αρέσει η ζωή στην πόλη αυτό το βιβλίο είναι ένα καλό πρώτο βήμα, διαφωτιστικό και ευχάριστο. Θα εκτιμήσετε τα θετικά της και θα αναγνωρίσετε τις ελλείψεις της, αυτό το ηλίθιο κλισέ που λένε συχνά ότι οι πόλεις θεωρούνται απάνθρωπες, αναρωτηθήκατε όμως ποτέ σας γιατί; Υπάρχουν και ανθρώπινες πόλεις. Και θα τις αγοράσω. 
 


[…] «Η ζωή ανάμεσα στα κτήρια είναι δυνητικά μια αυτό-ενισχυόμενη διεργασία. Υπάρχει μια ισχυρή τάση, όταν κάποιοι άνθρωποι ξεκινάνε μια δραστηριότητα στον υπαίθριο χώρο, οι άλλοι άνθρωποι να δείχνουν ενδιαφέρον, για να συμμετάσχουν κι αυτοί ή απλώς για να βιώσουν αυτό που συμβαίνει. Με αυτόν τον τρόπο τα άτομα και τα συμβάντα μπορούν να επηρεάσουν και να προκαλέσουν το ένα το άλλο. Από τη στιγμή που αυτή η διεργασία ξεκινήσει, η συνολική δραστηριότητα είναι πάντοτε σχεδόν μεγαλύτερη και πιο περίπλοκη από το άθροισμα των δραστηριοτήτων που αποτελούσαν αρχικά τα συστατικά της.
Στο σπίτι, τα συμβάντα και τα μέλη της οικογένειας μετακινούνται από δωμάτιο σε δωμάτιο, καθώς το κέντρο της δράσης μετατοπίζεται. Όταν οι ενήλικοι απασχολούνται στην κουζίνα, τα παιδιά παίζουν στο πάτωμα της κουζίνας και ούτω καθεξής.
Στις παιδικές χαρές μπορεί κανείς να παρατηρήσει πώς οι δραστηριότητες παιχνιδιού είναι παρόμοια αυτό-ενισχυόμενες. Αν μερικά παιδιά ξεκινήσουν να παίζουν, κι άλλα παιδιά θα παρακινηθούν να βγουν έξω και να μπουν κι αυτά στο παιχνίδι και η μικρή ομάδα γρήγορα μεγαλώνει. Μια διεργασία έχει ξεκινήσει.
Στο δημόσιο χώρο μπορούν να παρατηρηθούν παρόμοια μοτίβα. Αν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι ή αν κάτι συμβαίνει, ακόμη περισσότεροι άνθρωποι και περισσότερα συμβάντα τείνουν να συγκεντρώνονται και οι δραστηριότητες αποκτούν μεγαλύτερο εύρος και διάρκεια».
 


Η καλαίσθητη έκδοση έρχεται από τις «Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας» και οι μεταφράστριες από τα αγγλικά Γαρυφαλλιά Κατσαβουνίδου και Παρασκευή Ταράνη τα πήγαν αρκετά καλά με τις μη πολύπλοκες έννοιες του Gehl, υπό την επίβλεψη της μετάφρασης από το δανικό πρωτότυπο και από το μάτι του Κωνσταντίνου Thorvald Μπάρλα. Υπήρξε και μια δανική χορηγία μετάφρασης από το Υπουργείο Πολιτισμού της Δανίας – τώρα αν ήταν και δανεική, δεν ξέρω, δεν μας νοιάζουν τα οικονομικά τους, ρε κουτσομπόληδες. Το εξώφυλλο θαυμάσιο. Για το συγκεκριμένο βιβλίο μην έχετε καμία αμφιβολία, θα δείτε την πόλη που ζείτε με εντελώς άλλο μάτι – εκτός και αν ζείτε σε χωριό που τότε θα πρέπει να επαναπροσδιορίσετε και να δείτε την ζωή σας με άλλο μάτι! Για όλα τα υπόλοιπα, «όποτε έχετε αμφιβολία, αφαιρέστε λίγο χώρο».
 
Υ.Γ. 2666  Τα πνευματικά δικαιώματα για το «κανάγιες» ανήκουν στον Αλέξανδρο Ζωγραφάκη. Δεν κρατάω ψιλά πάνω μου, πέρνα μετά από το λογιστήριο να σε βολέψω.
 

 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.