Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

En passant deux (Αντ’ πασάμ’, τελείωνε!)

 
Επιπλοκές με τις πλοκές! Σας το είπα, στις πλοκές βραχυκυκλώνω. Ας κάνω reboot. Για μένα, ο Ναμπόκοφ ανήκει στην Αγία Τριάδα των συγγραφέων πίσω από Τζόυς και Πύντσον (ομοούσιος και αδιαίρετος τρισυπόστατη θεότητα, καθότι όπως πολλοί γνωρίζουν ο Ναμπόκοφ έδωσε διαλέξεις για τον Τζόυς στο πανεπιστήμιο Κορνέλ, τις οποίες φημολογείται ότι παρακολούθησε και ο Πύντσον!). Ο Ναμπόκωφ είχε δηλώσει ότι, όπως ο Τζόυς, γράφει τα μυθιστορήματά του όχι από την αρχή προς το τέλος, αλλά από όλα τα σημεία ταυτόχρονα, καλύπτοντας αβίαστα τα κενά. Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα αρχίζει κανείς να εφαρμόζει ως αναγνώστης την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιεί ο Ναμπόκωφ ως συγγραφέας: να βλέπει όλο το βιβλίο ταυτόχρονα: μια σειρά δομικών σχηματισμών, αλληλένδετων συλλογισμών που προχωράνε και προς τα μπρος και προς τα πίσω. Με δυο λόγια, πρέπει να βλέπεις συνεχώς ολόκληρη την σκακιέρα!
 
Και στην περίπτωση του Σεμπάστιαν Νάιτ(=Knight), το ίδιο το βιβλίο αποτελεί κυριολεκτικά και μεταφορικά, την σκακιέρα. Ακόμα και το τρελό γκομενάκι του – υιοθέτησα σεξιστικό λόγο, κάν' τε μου ριπόρτ – ονομάζεται Κλαίρη Μπίσοπ(=Bishop). Δεν είναι ούτε τυχαίο που μέρος του τρελού έρωτά τους ανθίζει στο Παρίσι όπου ο αξιωματικός στα γαλλικά ονομάζεται «fou», δηλαδή «τρελός». Κατ' αρχήν, ξεκολλάτε τα μυαλά σας από την «Λολίτα» – όπως σημειώνει και ο Ανδρέας Αποστολίδης στο σπουδαιότατο επίμετρό του: Ο Βλαδιμίρ Ναμπόκωφ είναι ευρύτερα γνωστός κυρίως από το μυθιστόρημά του Λολίτα και αντιμετωπίζεται, κατά κανόνα, στα στενά περιθώρια που ορίζει η επιδερμική (αποκομμένη από το συνολικό του έργο) και αποκλειστική θεώρηση του συγκεκριμένου βιβλίου ως «σκανδαλοθηρικού». Και είναι πολύ άδικο αυτό, προσωπικά ο Ναμπόκοφ μπορεί να χέστηκε, αλλά είναι άδικο για την λογοτεχνία την ίδια και για τους πιο πιστούς εκπροσώπους της, τους αναγνώστες. Για μένα, «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» (1941) είναι (μόλις έγινε) το υπέρτατο μυθιστόρημά του.  
 
 
Ο Σεμπάστιαν Νάιτ, διάσημος συγγραφέας, πεθαίνει και ο ετεροθαλής αδερφός του, μετά τον θάνατό του προσπαθεί να γράψει την βιογραφία του και παράλληλα να τον γνωρίσει καλύτερα. Ψάχνει την ζωή του Σεμπάστιαν, μέσα και έξω από τα βιβλία του, και καταλήγει να πειστεί για το ανεκπλήρωτο της ανθρώπινης ταυτότητας, κανείς δεν είναι κανενός, καμιά ζωή δεν είναι αρκετά «αληθινή» - «μια από τις λίγες λέξεις που εκφράζουν το νόημά τους μόνο με τα εισαγωγικά», σύμφωνα με τον ίδιο τον Ναμπόκοφ. Και σε αυτό το μυθιστόρημα – ίσως περισσότερο σε αυτό από οποιοδήποτε άλλο – παρατηρούμε μία σχέση της μνήμης με την επινόηση (η φράση «μίλησε μνήμη» που λειτουργεί ως επιμύθιο, όπως έγραφα στην προηγούμενη ανάρτηση). Στο επίμετρο του βιβλίου υπάρχουν πάμπολλα διαφωτιστικά αποσπάσματα που συνδέουν περιστατικά του βιβλίου με «αληθινά» περιστατικά της ζωής του Ναμπόκοφ, όπως περιγράφονται στην αυτοβιογραφία του. Ο Ναμπόκοφ δίνει μόνος του την επεξήγηση και είναι, κατά την γνώμη μου, ό,τι χρειάζεστε για να απολαύσετε στο έπακρο τα σπουδαία βιβλία του.  
 
Θα έλεγα ότι η φαντασία είναι μια μορφή της μνήμης. Η φαντασία εξαρτάται από την δύναμη των συσχετισμών και τους συσχετισμούς τους προμηθεύει και τους παρακινεί η μνήμη. Όταν μιλάμε εδώ για μια ζωηρή προσωπική ανάμνηση δεν την καταλογίζουμε στην ικανότητά μας να την συγκρατήσει, αλλά στην μυστηριώδη διορατικότητα της Μνημοσύνης να αποθηκεύσει το άλφα ή το βήτα στοιχείο, το οποίο η δημιουργική φαντασία θα μπορεί να το χρησιμοποιήσει όταν συνδυαστεί με κατοπινές αναμνήσεις ή επινοήσεις. Με αυτή την έννοια, τόσο η μνήμη όσο και η φαντασία αποτελούν μια άρνηση του χρόνου.  
 
Λόγω του θέματος του βιβλίου, ο Βλαδίμηρος ξεσαλώνει, και με το δίκιο του. Παρωδεί καταστάσεις της εκδοτικής περιοχής, της λογοτεχνίας, της κριτικής, και της αυτοκριτικής. Θα με κυνηγούσαν οι Ερινύες αν δεν αντέγραφα το ακόλουθο απόσπασμα! Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της ελληνικής συγγραφικής ιντελιγκέντσιας (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική. 

[...] Ύστερα μου λέτε ότι η «λογοτεχνική μου σταδιοδρομία» θα υπονομευθεί αμετάκλητα έτσι και ξεκινήσει με επίθεση σε μια καταξιωμένη και αναγνωρισμένη συγγραφική φυσιογνωμία. Μα και αν ακόμη υπήρχε κάτι που να ονομάζεται «λογοτεχνική σταδιοδρομία», την οποία θα κατέστρεφα επειδή θα έκανα του κεφαλιού μου, πάλι θα αρνιόμουν ν' αλλάξω έστω και μια λέξη από τα όσα έχω γράψει. Διότι, πιστεύω ότι και η χειρότερη τιμωρία, όση βία και αν εμπεριέχει, δεν είναι αρκετή για να αναστείλει την ηδονή που αισθάνομαι, ειδικά τώρα που ταυτίζεται με το σταθερό, νεανικό σφρίγος της αλήθειας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που να συγκρίνονται με την απόλαυση της σάτιρας, και όσο σκέφτομαι τα μούτρα του απατεώνα όταν θα διαβάζει το συγκεκριμένο απόσπασμα (διότι αποκλείεται να μην το διαβάσει), γνωρίζοντας μάλιστα, όπως και εμείς, ότι λέει την αλήθεια, τότε η απόλαυση αυτή μετατρέπεται σε ηδονή. 
 
Ο Ναμπόκοφ είναι μάστορας στις μεταφορές του λόγου – δεν είναι φθηνές, αντιθέτως είναι πολύ ακριβείς! Θαυμάστε μία όταν ο κύριος Πνιν υπερενθουσιάζεται αναξιοπρεπώς μπροστά σε ένα πλυντήριο σε πλήρη λειτουργία: [...] Αφήνοντας κατά μέρος ευπρέπεια και επιφυλάξεις, το τάιζε ό,τι τύχαινε να βρίσκει πρόχειρο, το μαντήλι του, τις πετσέτες της κουζίνας, σωρούς από παντελόνια και πουκάμισα που μετέφερε λαθραία από το δωμάτιό του, απλώς και μόνο για να έχει την ευχαρίστηση να χαζεύει μέσα από το τζαμάκι της πόρτας αυτό που έμοιαζε με ατέλειωτο κατρακύλημα δελφινιών που έχαναν την ισορροπία τους. Νομίζω ότι αρκετοί αναγνώστες δεν πολυσυμπαθούν τις μεταφορές του λόγου, αν και όταν τους ρωτήσεις μάλλον θα σου πουν ότι τις θεωρούν το αλατοπίπερο της λογοτεχνίας. Ίσως τις θεωρούν βαρετές, ότι καθυστερούν την δράση, κοινώς σαβούρα που βραδυπορεί το όλο κείμενο. Για να τις συγκρίνω με το σκάκι, θα έλεγα ότι οι μεταφορές είναι ό,τι και οι τακτικές στο σκάκι. Οι τακτικές είναι εκείνοι οι συνδυασμοί και οι ελιγμοί που εκπορεύονται από την στρατηγική που έχει ο παίκτης στο κεφάλι του και δίνουν όλη την ομορφιά σε μια σκακιστική παρτίδα. Κατ' αρχήν, οι τακτικές φανερώνουν ότι ο σκακιστής ξέρει να παίζει σκάκι – όπως και οι μεταφορές (σχεδόν πάντα) φανερώνουν για έναν συγγραφέα ότι ξέρει να γράφει λογοτεχνία – και επιπλέον, προσφέρουν μία αισθητική απόλαυση στα μάτια των θεατών. Η τακτική στο παραπάνω απόσπασμα επιδιώκει να μας δείξει τον ενθουσιασμό του Πνιν με το πλυντήριο, και τα δελφίνια αποτελούν μια χαρακτηριστική και διαχρονική πηγή χαράς για τους περισσότερους ανθρώπους.  
 
Τίγκα στις μεταφορές είναι και ο Σεμπάστιαν Νάιτ, άρα τίγκα και στις σκακιστικές τακτικές! Βασικά, εδώ είμαστε ένα βήμα πιο μπροστά, έχουμε και θέση στην σκακιέρα που περιγράφει όλο το βιβλίο και περιμένει να το διαβάσετε για να ανακαλύψετε την λύση του! Παίζουν τα λευκά, ματ σε δυο κινήσεις! Περισσότερα όταν διαβάσετε το επίμετρο-δοκίμιο του Ανδρέα Αποστολίδη. Ενδιαφέρον έχει και το επίμετρο του κυρίου Πνιν, υπό του Μάικλ Γουντ. Αντιθέτως, το επίμετρο του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη μού φάνηκε σχετικά φτωχό και εν πολλοίς, αδιάφορο.  
 
 
Και οι τρεις μεταφράσεις είναι αρκετά καλές. Αίσθηση όμως μου προκαλούν για ακόμα μια φορά οι επίμονες μεταφραστικές «εκκεντρικότητες» του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη. Ας πούμε, σπανίως πλέον λέμε «είχε μια ύπανδρη αδελφή», συνηθέστερα λέμε «είχε μια παντρεμένη αδελφή». Όπως επίσης δεν χρησιμοποιούμε την λέξη «παρωνύμι» – είτε γράφουμε «παρωνύμιο» είτε «παρατσούκλι» (δύο παραδείγματα μέσα σε μία μικρή παράγραφο, επουσιώδη και εντελώς αδιάφορη για την εξέλιξη της πλοκής). Και άλλες τόσες εκκεντρικότητες (άγρευε, πήγνυται, χειρόκτιο, κλασαυχενιστής – το λεξικό μου έπαθε κατάθλιψη ελλείψει ερμηνείας) που χτυπάνε άσχημα... στο μάτι! Δεν φανερώνουν κάτι το κείμενο ή το ύφος που να υποδηλώνουν ότι αυτές οι «εκκεντρικότητες» ανήκουν στον (χαρακτηριστικά εκκεντρικό) Ρώσο συγγραφέα. Αντιθέτως, η Μαρία Γιαμαλίδου στην μετάφρασή της για τον «Αξιοπρεπή κύριο Πνιν» αναγνωρίζει τις γλωσσικές εκκεντρικότητες του Ναμπόκοφ και φροντίζει πολύ ώστε να μην τις νοθεύει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν ο κύριος Πνιν, μέσα στην σύγχυση των γλωσσών που αναγκάζεται ως μετανάστης να αφομοιώνει ελλιπώς, μπερδεύει συχνά το «φ» με το «θ», προσφέροντάς μας διασκεδαστικά λεκτικά κομμάτια.  
 
Το εντυπωσιακό με τον Ναμπόκοφ είναι ότι ενώ τα βιβλία του σπανίως ξεπερνούν τις 250 σελίδες, παρέχουν τόση διανοητική ένταση που μπορούν να συγκριθούν μόνο με το σκάκι, τον βασιλιά των πνευματικών παιχνιδιών – οριστικό τέλος με το σκάκι, σας έπρηξα και σας, βαρέθηκα και εγώ! Και να θυμάστε, μπορεί τα βιβλία του να αρχίζουν σαν αργόσυρτες κάμπιες, αλλά θέλει υπομονή και επιμονή για να καταφέρετε να δείτε την όμορφη πεταλούδα να φτερουγίζει μπροστά στα μάτια σας. Αν το θέλετε και με δικά του λόγια, ιδού: Ήταν την ίδια στιγμή ικανοποιημένος και δυσαρεστημένος από τον κόσμο στον οποίο ήρθε, ακριβώς όπως ένας ταξιδιώτης είναι συνεπαρμένος από τις εικόνες της περιοδείας του και σχεδόν ταυτόχρονα έχει ναυτία.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Rising star

Θα καταφέρει η συγγραφέας να ανεβάσει τον τοίχο της γραφής ή θα πέσει και θα την πλακώσει; Χάρη στις ψήφους των περισσοτερών βιβλιοφιλικών μπλογκς αλλά και στην συντονισμένη προσπάθεια της επίσημης κριτικής επιτροπής, όλα δείχνουν  πως θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη φάση. Όλα αυτά όμως θα τα δούμε αμέσως μετά τις διαφημίσεις. Μείνετε συντονισμένοι και κατεβάστε και το ανάλογο app για να ψηφίσετε. Οι πραγματικοί κριτές είστε εσείς!

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο

Βράδυ Παρασκεύης, παρουσίαση βιβλίου στη μικρή μας πόλη. Την ίδια ώρα παίζει η Πανάθα στην Ευρωλίγκα. Τι δίλημμα! Ταυτόχρονα να καίγομαι γιατί έχω ποντάρει και τρία ευρώ στην υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πολιτισμός ή αθλητισμός; Δεν ήξερα σε ποιο γήπεδο να παίξω μπάλα. Τελικά επέλεξα την παρουσίαση – αν ήταν τόσο βαρετή όσο οφείλουν να είναι όλες οι παρουσιάσεις βιβλίου, σκέφτηκα, θα προλάβω το ημίχρονο του Πανάθα. Για στάσου, τι βιβλίο παρουσιάζεται; Νεανική λογοτεχνία; Καλά, παίζει να προλάβω και το δεύτερο δεκάλεπτο! Δυο παρατάσεις αργότερα δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Πανάθα (που έχασε γαμώ την τρέλα μου, τώρα το συνειδητοποιώ!) και είχα κολλήσει σε όσα θαυμαστά άκουσα στην πιο ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου που έγινε ποτέ.

Εσύ αποφασίζεις

  Ρε φίλε, όχι πες και συ γιατί θα τρελαθώ. Έχεις δει καλύτερη εφαρμογή της φράσης «Η ζωή μιμείται την τέχνη» ; Με το χέρι στην (ματωμένη σου) καρδιά, πες. Έλληνας είσαι, με πρωθυπουργό τον Αλέξη ζεις, κάτι θα έχεις καταλάβει. Παραβαίνει τον χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα «ναι» με ένα «όχι» σε μια Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας. Απλώς ο Αλέξης το έκανε ανάποδα – γι' αυτό και οι πολιτικές δηλώσεις ότι «Εμείς δεν είμαστε Πορτογαλία» και τέτοια. Ο Ζοζέ πήρε το Νόμπελ, ο Αλέξης παράταση και μεις μια τόνωση αυτοπεποίθησης πριν από την επικείμενη αυτοκτονία. Λογοτεχνία μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Son of a Beach

Δεν είναι βρισιά, είναι καταξίωση. Το πιο άξιο μέλος (και ο πιο κάφρος) υπήρξε σίγουρα ο Τζέημς Τζόυς. «Τότε η Σίλβια κάνει την εξής πρόταση: να εκδώσει αυτή το βιβλίο, στα αγγλικά βέβαια, αλλά στη Γαλλία! Μα φυσικά, ποια θα μπορούσε να είναι πιο λογική πρόταση; Μια επιεικώς άσχετη βιβλιοπώλισσα, που δεν ξέρει καλά καλά να κρατάει ούτε τα κατάστιχα της δανειστικής βιβλιοθήκης του μαγαζιού της, που δεν έχει τις παραμικρές γνώσεις από εκδόσεις, αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο τερατώδες σε όλα τα επίπεδα. Αλήθεια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» Αλλά και ο Χεμινγούει∙ και διάφοροι πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν από την αγάπη της∙ ήταν όλοι τους παιδιά της.  

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Marabout Hero

Μετά το βαθυστόχαστο άρθρο της Κατερίνας Μαλακατέ , γεννήθηκαν στο μυαλό μου πολλά ερωτήματα. Γιατί έφτιαξα ετούτο το μπλογκ; Σίγουρα ήταν μια παρορμητική σκέψη που συνέπεσε χρονικά με την επέτειο θανάτου του Νίκου Καββαδία. Αν ο Καββαδίας είχε πεθάνει τρεις μήνες αργότερα, μάλλον δεν θα είχα το φτιάξει!

0 + ∞

Μαθηματικά σύμβολα ενός προβλήματος που ψάχνει τις πιθανές του λύσεις. Κάποτε οραματίστηκαν την μία και μοναδική του λύση, τώρα εξετάζουν και το ενδεχόμενο να είναι άλυτο. Από τον άκρατο καπιταλισμό της προηγούμενης ανάρτησης ας περάσουμε σε κάτι πιο “ανθρώπινο”. Όσο διάβαζα το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ (Καίστλερ, στην έκδοση που έχω, προτίμησα όμως το πιο διαδεδομένο) δύο βιβλία τριγύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου – “Το βιβλίο της Εξουσίας” του Κάφκα (εκείνο το θεσπέσιο πολύτομο έργο που περιλαμβάνει όλες τις εκφάνσεις και διακυμάνσεις της εξουσίας σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Δίκη”, “Ο Πύργος”, “Μεταμόρφωση”, “Αμερική” κ.α. !!) και το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, την βαθιά πολιτική αλληγορία που καταδεικνύει πως κάποιος είναι ικανός να θυσιάσει την ζωή του για μια κούφια ιδεολογία.

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!