Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πούλα μας παραμύθι


Μετά τα εφτά χρόνια, τα παραμύθια και το σοκολατούχο γάλα αποδεικνύονται δύο πολύ επικίνδυνα σπορ. Πολύ περισσότερο όταν τα πρώτα συνοδεύονται από πολιτικοθρησκευτική λογοδιάρροια και το δεύτερο από μπουγάτσα με κρέμα! Όσοι όμως από μας παραμένουμε αδιόρθωτοι, προσπαθούμε τουλάχιστον να αφηνόμαστε να παρασυρθούμε από σοβαρά παραμύθια, υπάρχουν, ναι. Για τους άλλους με το σοκολατούχο δεν υπάρχει θεραπεία. Παρεμπιπτόντως, τη Λόλα απ' τους Γκλούτον ποιος θα σώσει;

Το σοβαρότερο παραμύθι που γέννησε ποτέ η λογοτεχνία είναι, αναμφίβολα, «Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ» (δεν πρόκειται να πω ποτέ «Γκάλιβερ», συγχωρέστε με) του Τζόναθαν Σουίφτ. Υπάρχουν φυσικά και άλλα: «Η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων», «Ο Μικρός Πρίγκιπας», κάποιες ιστορίες του Καλβίνο κλπ (επιλογές πάντα προσαρμοσμένες στα γούστα του καθενός). Δεν υπάρχει κλασική συνταγή για να γράψεις ένα παραμύθι – μια αφέλεια στην γραφή, μια έκρηξη φαντασίας, κ.α. – δεν αρκούν (ίσως) για να φτιάξουν ένα παραμύθι, τουλάχιστον αυτά που περιέχουν την θεϊκή πνοή. Μεγάλοι συγγραφείς έχουν γράψει βιβλία για παιδιά, όπως ο Φώκνερ ή ο Τζόυς. Ή ο Ιούλιος Βερν που έγραψε εκτεταμένες περιπέτειες για παιδιά. Όμως εντελώς αυθαίρετα και δίχως δυνατότητα περαιτέρω εξήγησης, δεν μπορώ να τα θεωρήσω μέσα μου, εφάμιλλα του Γκιούλιβερ ή της Αλίκης. Τα τελευταία κρύβουν μια μυστηριακή δύναμη, ένα ελιξήριο νεότητας, σε μετατρέπουν ξανά σε παιδί, βιώνεις την ηλικιακή οπισθοδρόμηση σελίδα τη σελίδα – δεν είναι βιβλία για παιδιά που διαβάζονται και από ενήλικες, αλλά είναι ξεκάθαρα βιβλία για ενήλικες που τυχαίνει να διαβάζονται και από παιδιά.



Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το βιβλίο του Τζέημς Στήβενς, Το χρυσό λαγήνι. Έχετε άγνωστες λέξεις; Και εγώ! Λαγήνι=σταμνί. Τι, έχετε και άλλες; Α, ο Τζέημς Στήβενς! Είναι Ιρλανδός συγγραφέας, σύγχρονος του Τζόυς: ο μεγάλος μου αντίπαλος... η πιο πρόσφατη μεγαλοφυία της Ιρλανδίας... έλεγε ο ίδιος ο Τζόυς – φυσικά εκείνος παρέμενε η μεγαλύτερη μεγαλοφυία, είπαμε γενναιόδωρος αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας! Η εκτίμηση του Τζόυς προς το πρόσωπό του έφτασε ως το σημείο να τον χρίσει συνεχιστή της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν αν εκείνος δεν μπορούσε, λόγω τύφλωσης ή θανάτου, να τελειώσει το βιβλίο. Ένα άλλο στοιχείο που θεωρούσε τυχερό σημάδι ο γεμάτος προκαταλήψεις Τζόυς, ήταν ότι είχε γεννηθεί ακριβώς την ίδια μέρα και ώρα με εκείνον, 2 Φεβρουαρίου, μια σημαντική (και τυχερή για κείνον) ημερομηνία καθώς εκείνη την ημερομηνία είχε εκδοθεί και ο Οδυσσέας του. Το γεγονός ότι σήμερα είναι 2 Φεβρουαρίου και γράφονται όλα αυτά είναι κάτι εντελώς τυχαίο και απροσχεδίαστο, εντούτοις διασκεδαστικό.

Συνεχιστής της Αγρύπνιας; Καλό κουμάσι και του λόγου του, θα σκεφτείτε. Όμως δεν είναι έτσι, τουλάχιστον εδώ στο δεύτερο βιβλίο του, ένα γοητευτικό παραμύθι στην παράδοση του Σουίφτ. Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ είναι (όχι μόνο αυτό, αλλά κυρίως αυτό) μια εξαιρετική πολιτική σάτιρα που ανατροφοδοτείται ανά τους αιώνες. Στο Χρυσό λαγήνι, τα όρια είναι πιο εκτεταμένα και πιο ασαφή, πρωταγωνιστούν η Σκέψη, ο Έρωτας, ο Πόθος, η Ομορφια, η Αγάπη, η Χαρά, η Ευτυχία... όλοι τους με κεφαλαία, και με τις φιλοσοφικές προεκτάσεις των εννοιών να παίζουν χαριτωμένα με τις ανάλαφρες περιπέτειες του βιβλίου. Όπως σημειώνει ο Ουόλτερ ντε Λα Μαρ στην εισαγωγή του, είναι ένας ύμνος στην Παραδοξολογία... και εξίσου δύσκολο και ανώφελο όσο και το να εξηγήσει κανείς την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων.


«Σκεφτόσουν τίποτα;»
«Όχι, ούτε σκεφτόμουν ούτε έκανα τίποτα.»
«Και γιατί τα έκανες όλα αυτά;» ρώτησε ο Φιλόσοφος.
«Α, έτσι, χωρίς λόγο.»
«Αυτή», είπε ο Φιλόσοφος θριαμβευτικά, «είναι η διαφορά ανάμεσα στα νιάτα και τα γεράματα. Τα παιδιά κάνουν πολλά πράγματα χωρίς λόγο, ενώ οι γέροι αυτό δεν το κάνουν. Και τώρα αναρωτιέμαι μήπως γερνάμε επειδή ό,τι κάνουμε το κάνουμε γιατί υπάρχει λόγος κι όχι από εσωτερική παρόρμηση.»

Ο Τζέημς Στήβενς επιστρατεύει πολλούς θεούς και ήρωες της ιρλανδικής μυθολογίας (μερικά ονόματα μού ήταν ήδη γνωστά από τις αναφορές του Τζόυς σε αυτά, όπως ο Φιν Μακ Κουλ, η θεά Ντάνα, ο Μαναάν, κ.α.), στρατιές ξωτικών, τον τραγόμορφο και ερωτικό θεό Παν και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί, με σκοπό να σε κάνει να νιώσεις ξανά παιδί. Ένα τέτοιο βιβλίο μπορείς βέβαια να το διαβάσεις, βασιζόμενος μόνο στο πνεύμα της παραδοξολογίας που αποπνέει, ωστόσο θα ήταν ωραίο αν υπήρχαν κάποιες σημειώσεις (υπάρχουν μόνο μια χούφτα φειδωλές επεξηγήσεις των ονομάτων) για τις θεότητες και σε τι  αποσκοπούσε ο συγγραφέας φέρνοντάς τες στο προσκήνιο (αν αποσκοπούσε σε κάτι) – ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, ας πούμε.

Το καθήκον της ζωής είναι η θυσία του εαυτού, είναι η απάρνηση του μικρού εγώ έτσι ώστε το μεγάλο εγώ να ελευθερωθεί. Και γνωρίζοντας όλα αυτά τα πράγματα, η Κεήτιλιν ανακάλυψε επιτέλους ότι ήξερε πως η Ευτυχία δεν είναι παρά η θεϊκή δυσαρέσκεια, η οποία δεν βρίσκει ησυχία ούτε ανάπαυση ώσπου να φτάσει στον τελικό σκοπό της· και στη γνώση του ώριμου ανθρώπου να προστεθεί η ευτυχία του παιδιού

Με χαροποιεί ιδιατέρως κάθε φορά που μικροί και «άσημοι» εκδοτικοί οίκοι όπως οι εκδόσεις Κανάκη, επιχειρούν να εκδώσουν τόσο σημαντικά βιβλία, στηριζόμενοι σε έναν έμπειρο μεταφραστή που θα αναδείξει περαιτέρω την εκδοτική προσπάθεια. Ο Κώστας Κουντούρης έχει αποδείξει την αξία του με τις μεταφράσεις που έχει κάνει στο «Κουτσό» του Κορτάσαρ και στον «Φρικτό κυκεώνα στην οδό Μερουλάνα» του Γκάντα – και εδώ, επιβεβαιώνεται περίτρανα. Η μετάφρασή του είναι άψογη. Σε ένα σημείο όμως, παρατηρείται το εξής «ψεγάδι»: (...) ακατανίκητη την ανάγκη να μιλήσει, γιατί αλλιώς θα τον (αλλαγή σελίδας) ερέβους. Ένα λαθάκι ήσσονος σημασίας, λείπει εκ παραδρομής μια φρασούλα που μπορούμε να αναπαράγουμε με σχετική ακρίβεια. Οι μικροαμφιβολίες όμως που υπεισέρχονται σχετικά με την ορθότητα και πιστότητά της, κάνουν την αλλόκοτη ιστορία του βιβλίου να μοιάζει πιο προσωπική, σαν μια διαδραστική σχέση μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη!

Χρησιμοποιώντας μια χαρακτηριστική και διασκεδαστική επωδό, που λέει συνεχώς ο Φιλόσοφος, σε όσους προσπαθούν να τον αποσπάσουν με πεζά θέματα της πραγματικότητας, από  τις υψιπετείς σκέψεις του, θα ρωτήσω:

- Κατάλαβες τελικά τίποτα από το βιβλίο;
- Μπα, όχι, καθόλου!

Όμως, κατά έναν παράδοξο τρόπο, μόλις κλείσεις το βιβλίο, θα έχεις καταλάβει.

Υ.Γ. 2666   Οι εικόνες της ανάρτησης προέρχονται από εικονογράφηση του βιβλίου από τον Thomas Mackenzie

Σχόλια

  1. Ανώνυμος2.2.17

    Πολύ ωραία η παρουσίαση σου και χτυπάω το κεφάλι μου που δεν το πήρα αμέσως μόλις μου είπες ότι εμφανίστηκαν αντίτυπα στην Πολιτεία. Ώρες ώρες με πιάνει μια αναβλητικότητα άλλο πράγμα! Ευτυχώς που θα μου το στείλεις :p
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα σου στείλω μια κούτα σοκολατούχο, εξαιρετικά αφιερωμένη! :p Ποιος διαβάζει παραμύθια πια;

      Πάντως, πέρα από την πλάκα, είσαι εντελώς αδικαιολόγητη. Τέτοια σύνδεση με τον Τζόυς, είχα ποστάρει και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο αυτί του βιβλίου και τίποτα εσύ. Κανονικά, ούτε σοκολατούχο πρέπει να στείλω.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!