Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πούλα μας παραμύθι


Μετά τα εφτά χρόνια, τα παραμύθια και το σοκολατούχο γάλα αποδεικνύονται δύο πολύ επικίνδυνα σπορ. Πολύ περισσότερο όταν τα πρώτα συνοδεύονται από πολιτικοθρησκευτική λογοδιάρροια και το δεύτερο από μπουγάτσα με κρέμα! Όσοι όμως από μας παραμένουμε αδιόρθωτοι, προσπαθούμε τουλάχιστον να αφηνόμαστε να παρασυρθούμε από σοβαρά παραμύθια, υπάρχουν, ναι. Για τους άλλους με το σοκολατούχο δεν υπάρχει θεραπεία. Παρεμπιπτόντως, τη Λόλα απ' τους Γκλούτον ποιος θα σώσει;

Το σοβαρότερο παραμύθι που γέννησε ποτέ η λογοτεχνία είναι, αναμφίβολα, «Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ» (δεν πρόκειται να πω ποτέ «Γκάλιβερ», συγχωρέστε με) του Τζόναθαν Σουίφτ. Υπάρχουν φυσικά και άλλα: «Η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων», «Ο Μικρός Πρίγκιπας», κάποιες ιστορίες του Καλβίνο κλπ (επιλογές πάντα προσαρμοσμένες στα γούστα του καθενός). Δεν υπάρχει κλασική συνταγή για να γράψεις ένα παραμύθι – μια αφέλεια στην γραφή, μια έκρηξη φαντασίας, κ.α. – δεν αρκούν (ίσως) για να φτιάξουν ένα παραμύθι, τουλάχιστον αυτά που περιέχουν την θεϊκή πνοή. Μεγάλοι συγγραφείς έχουν γράψει βιβλία για παιδιά, όπως ο Φώκνερ ή ο Τζόυς. Ή ο Ιούλιος Βερν που έγραψε εκτεταμένες περιπέτειες για παιδιά. Όμως εντελώς αυθαίρετα και δίχως δυνατότητα περαιτέρω εξήγησης, δεν μπορώ να τα θεωρήσω μέσα μου, εφάμιλλα του Γκιούλιβερ ή της Αλίκης. Τα τελευταία κρύβουν μια μυστηριακή δύναμη, ένα ελιξήριο νεότητας, σε μετατρέπουν ξανά σε παιδί, βιώνεις την ηλικιακή οπισθοδρόμηση σελίδα τη σελίδα – δεν είναι βιβλία για παιδιά που διαβάζονται και από ενήλικες, αλλά είναι ξεκάθαρα βιβλία για ενήλικες που τυχαίνει να διαβάζονται και από παιδιά.



Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το βιβλίο του Τζέημς Στήβενς, Το χρυσό λαγήνι. Έχετε άγνωστες λέξεις; Και εγώ! Λαγήνι=σταμνί. Τι, έχετε και άλλες; Α, ο Τζέημς Στήβενς! Είναι Ιρλανδός συγγραφέας, σύγχρονος του Τζόυς: ο μεγάλος μου αντίπαλος... η πιο πρόσφατη μεγαλοφυία της Ιρλανδίας... έλεγε ο ίδιος ο Τζόυς – φυσικά εκείνος παρέμενε η μεγαλύτερη μεγαλοφυία, είπαμε γενναιόδωρος αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας! Η εκτίμηση του Τζόυς προς το πρόσωπό του έφτασε ως το σημείο να τον χρίσει συνεχιστή της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν αν εκείνος δεν μπορούσε, λόγω τύφλωσης ή θανάτου, να τελειώσει το βιβλίο. Ένα άλλο στοιχείο που θεωρούσε τυχερό σημάδι ο γεμάτος προκαταλήψεις Τζόυς, ήταν ότι είχε γεννηθεί ακριβώς την ίδια μέρα και ώρα με εκείνον, 2 Φεβρουαρίου, μια σημαντική (και τυχερή για κείνον) ημερομηνία καθώς εκείνη την ημερομηνία είχε εκδοθεί και ο Οδυσσέας του. Το γεγονός ότι σήμερα είναι 2 Φεβρουαρίου και γράφονται όλα αυτά είναι κάτι εντελώς τυχαίο και απροσχεδίαστο, εντούτοις διασκεδαστικό.

Συνεχιστής της Αγρύπνιας; Καλό κουμάσι και του λόγου του, θα σκεφτείτε. Όμως δεν είναι έτσι, τουλάχιστον εδώ στο δεύτερο βιβλίο του, ένα γοητευτικό παραμύθι στην παράδοση του Σουίφτ. Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ είναι (όχι μόνο αυτό, αλλά κυρίως αυτό) μια εξαιρετική πολιτική σάτιρα που ανατροφοδοτείται ανά τους αιώνες. Στο Χρυσό λαγήνι, τα όρια είναι πιο εκτεταμένα και πιο ασαφή, πρωταγωνιστούν η Σκέψη, ο Έρωτας, ο Πόθος, η Ομορφια, η Αγάπη, η Χαρά, η Ευτυχία... όλοι τους με κεφαλαία, και με τις φιλοσοφικές προεκτάσεις των εννοιών να παίζουν χαριτωμένα με τις ανάλαφρες περιπέτειες του βιβλίου. Όπως σημειώνει ο Ουόλτερ ντε Λα Μαρ στην εισαγωγή του, είναι ένας ύμνος στην Παραδοξολογία... και εξίσου δύσκολο και ανώφελο όσο και το να εξηγήσει κανείς την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων.


«Σκεφτόσουν τίποτα;»
«Όχι, ούτε σκεφτόμουν ούτε έκανα τίποτα.»
«Και γιατί τα έκανες όλα αυτά;» ρώτησε ο Φιλόσοφος.
«Α, έτσι, χωρίς λόγο.»
«Αυτή», είπε ο Φιλόσοφος θριαμβευτικά, «είναι η διαφορά ανάμεσα στα νιάτα και τα γεράματα. Τα παιδιά κάνουν πολλά πράγματα χωρίς λόγο, ενώ οι γέροι αυτό δεν το κάνουν. Και τώρα αναρωτιέμαι μήπως γερνάμε επειδή ό,τι κάνουμε το κάνουμε γιατί υπάρχει λόγος κι όχι από εσωτερική παρόρμηση.»

Ο Τζέημς Στήβενς επιστρατεύει πολλούς θεούς και ήρωες της ιρλανδικής μυθολογίας (μερικά ονόματα μού ήταν ήδη γνωστά από τις αναφορές του Τζόυς σε αυτά, όπως ο Φιν Μακ Κουλ, η θεά Ντάνα, ο Μαναάν, κ.α.), στρατιές ξωτικών, τον τραγόμορφο και ερωτικό θεό Παν και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί, με σκοπό να σε κάνει να νιώσεις ξανά παιδί. Ένα τέτοιο βιβλίο μπορείς βέβαια να το διαβάσεις, βασιζόμενος μόνο στο πνεύμα της παραδοξολογίας που αποπνέει, ωστόσο θα ήταν ωραίο αν υπήρχαν κάποιες σημειώσεις (υπάρχουν μόνο μια χούφτα φειδωλές επεξηγήσεις των ονομάτων) για τις θεότητες και σε τι  αποσκοπούσε ο συγγραφέας φέρνοντάς τες στο προσκήνιο (αν αποσκοπούσε σε κάτι) – ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, ας πούμε.

Το καθήκον της ζωής είναι η θυσία του εαυτού, είναι η απάρνηση του μικρού εγώ έτσι ώστε το μεγάλο εγώ να ελευθερωθεί. Και γνωρίζοντας όλα αυτά τα πράγματα, η Κεήτιλιν ανακάλυψε επιτέλους ότι ήξερε πως η Ευτυχία δεν είναι παρά η θεϊκή δυσαρέσκεια, η οποία δεν βρίσκει ησυχία ούτε ανάπαυση ώσπου να φτάσει στον τελικό σκοπό της· και στη γνώση του ώριμου ανθρώπου να προστεθεί η ευτυχία του παιδιού

Με χαροποιεί ιδιατέρως κάθε φορά που μικροί και «άσημοι» εκδοτικοί οίκοι όπως οι εκδόσεις Κανάκη, επιχειρούν να εκδώσουν τόσο σημαντικά βιβλία, στηριζόμενοι σε έναν έμπειρο μεταφραστή που θα αναδείξει περαιτέρω την εκδοτική προσπάθεια. Ο Κώστας Κουντούρης έχει αποδείξει την αξία του με τις μεταφράσεις που έχει κάνει στο «Κουτσό» του Κορτάσαρ και στον «Φρικτό κυκεώνα στην οδό Μερουλάνα» του Γκάντα – και εδώ, επιβεβαιώνεται περίτρανα. Η μετάφρασή του είναι άψογη. Σε ένα σημείο όμως, παρατηρείται το εξής «ψεγάδι»: (...) ακατανίκητη την ανάγκη να μιλήσει, γιατί αλλιώς θα τον (αλλαγή σελίδας) ερέβους. Ένα λαθάκι ήσσονος σημασίας, λείπει εκ παραδρομής μια φρασούλα που μπορούμε να αναπαράγουμε με σχετική ακρίβεια. Οι μικροαμφιβολίες όμως που υπεισέρχονται σχετικά με την ορθότητα και πιστότητά της, κάνουν την αλλόκοτη ιστορία του βιβλίου να μοιάζει πιο προσωπική, σαν μια διαδραστική σχέση μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη!

Χρησιμοποιώντας μια χαρακτηριστική και διασκεδαστική επωδό, που λέει συνεχώς ο Φιλόσοφος, σε όσους προσπαθούν να τον αποσπάσουν με πεζά θέματα της πραγματικότητας, από  τις υψιπετείς σκέψεις του, θα ρωτήσω:

- Κατάλαβες τελικά τίποτα από το βιβλίο;
- Μπα, όχι, καθόλου!

Όμως, κατά έναν παράδοξο τρόπο, μόλις κλείσεις το βιβλίο, θα έχεις καταλάβει.

Υ.Γ. 2666   Οι εικόνες της ανάρτησης προέρχονται από εικονογράφηση του βιβλίου από τον Thomas Mackenzie

Σχόλια

  1. Ανώνυμος2.2.17

    Πολύ ωραία η παρουσίαση σου και χτυπάω το κεφάλι μου που δεν το πήρα αμέσως μόλις μου είπες ότι εμφανίστηκαν αντίτυπα στην Πολιτεία. Ώρες ώρες με πιάνει μια αναβλητικότητα άλλο πράγμα! Ευτυχώς που θα μου το στείλεις :p
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα σου στείλω μια κούτα σοκολατούχο, εξαιρετικά αφιερωμένη! :p Ποιος διαβάζει παραμύθια πια;

      Πάντως, πέρα από την πλάκα, είσαι εντελώς αδικαιολόγητη. Τέτοια σύνδεση με τον Τζόυς, είχα ποστάρει και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο αυτί του βιβλίου και τίποτα εσύ. Κανονικά, ούτε σοκολατούχο πρέπει να στείλω.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν