Δεν είναι βρισιά, είναι καταξίωση. Το πιο άξιο μέλος (και ο πιο κάφρος) υπήρξε σίγουρα ο Τζέημς Τζόυς. «Τότε η Σίλβια κάνει την εξής πρόταση: να εκδώσει αυτή το βιβλίο, στα αγγλικά βέβαια, αλλά στη Γαλλία! Μα φυσικά, ποια θα μπορούσε να είναι πιο λογική πρόταση; Μια επιεικώς άσχετη βιβλιοπώλισσα, που δεν ξέρει καλά καλά να κρατάει ούτε τα κατάστιχα της δανειστικής βιβλιοθήκης του μαγαζιού της, που δεν έχει τις παραμικρές γνώσεις από εκδόσεις, αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο τερατώδες σε όλα τα επίπεδα. Αλήθεια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» Αλλά και ο Χεμινγούει∙ και διάφοροι πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν από την αγάπη της∙ ήταν όλοι τους παιδιά της.
Η Sylvia Beach αποδείχτηκε με τον εκλεπτυσμένο τρόπο της σκληρή καργιόλα για την εποχή της – και το ωραίο δοκίμιο του Βλάσση Τσίρου «Αριστερά του Σηκουάνα» ανασυνθέτει εντυπωσιακά αυτή την προσωπικότητα. Είχα διστάσει να το αγοράσω αρχικά γιατί δεν ήξερα κατά πόσο πρόκειται για δοκίμιο ή είναι απλώς ένα άχρωμο χρονικό της εποχής ή και ακόμα χειρότερα μια μυθιστορηματική εκδοχή με ηρωίδα την Σίλβια Μπιτς. Τελικά, με ικανοποίησε αρκετά σε όλα τα επίπεδα. Είναι λίγο απ’ όλα, σε δοσολογίες όμως που δε χαλάνε την συνολική ισορροπία. Για τους περισσότερους, η Σίλβια Μπιτς είναι γνωστή ως η πρώτη εκδότρια του «Οδυσσέα» του Τζόυς. Για άλλους, που πήγαν τουρίστες στο Παρίσι, είναι η ιδιοκτήτρια του θρυλικού βιβλιοπωλείου «Shakespeare and Company» και καμαρώνουν περιχαρείς τις μέτριες φωτογραφίες που έβγαλαν εντός του – σόρι που σας χαλάω το παραμύθι αλλά δεν είναι το ίδιο («Το 1951 ο επίσης Αμερικανός George Whitman άνοιξε στην Αριστερή Όχθη ένα βιβλιοπωλείο με το όνομα Le Mistral. Το 1964 το μετονόμασε σε Shakespeare and Company προς τιμήν της Σίλβια. Το βιβλιοπωλείο υπάρχει ως σήμερα και το διαχειρίζεται η κόρη του, την οποία επίσης ονόμασε Σίλβια»), σβήστε τις φωτογραφίες. Από όποιον δρόμο και αν φτάσατε ως εδώ όμως, σίγουρα αξίζει να διαβάσετε την ιστορία της, γιατί άλλαξε την λογοτεχνία και τον υπερτουρισμό του 20ου αιώνα.
Πρωτόφτασε, θα λέγαμε, ως μια πρώιμη τουρίστρια στο Παρίσι από την Αμερική και γοητεύτηκε τόσο πολύ από την κινητή γιορτή που θα περιέγραφε αργότερα ο Χεμινγούει, καθώς και από την βαθιά αγάπη για την κουλτούρα που κατέληξε να μοιραστεί δημιουργικά αλλά και συναισθηματικά με την επί χρόνια σύντροφό της Αντριέν Μονιέ. Πάντα μετρημένη και καλοκάγαθη κατάλαβε από νωρίς ότι η λογοτεχνία και τα βιβλία είναι οι άνθρωποι που κρύβονται από πίσω και κοίταξε με τόλμη πίσω από το πέπλο. «Ο φίλος της Archibald MacLeish θα περιγράψει πολύ εύστοχα αυτή τη σχέση: “Η Σίλβια ήταν μια βιβλιοπώλισσα η οποία νοιαζόταν λιγότερο για τα βιβλία και περισσότερο γι’ αυτούς που τα έγραφαν, λιγότερο για τους συγγραφείς που είχαν ήδη εκδώσει βιβλία και περισσότερο γι’ αυτούς που έγραφαν τώρα ή ίσως έγραφαν στο μέλλον”». Καμία σχέση δηλαδή με το σήμερα. Εδώ όσο γράφεις, σε γράφουν.
Άλλες εποχές πλέον, τι να συζητάμε τώρα. Συμφωνώ. Και αυτό που μου άρεσε πολύ στο βιβλίο του Βλάσση Τσίρου είναι κάποιες ενδιαφέρουσες παρεκβάσεις που κάνει και διαπλέκει διάφορες σκέψεις του σήμερα με την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Χαρακτηριστικό είναι ένα κεφάλαιο όπου βρίσκει ένα βιβλίο του Sisley Huddleston, «Paris Salons, Cafes, Studios», Βρετανού δημοσιογράφου στο Παρίσι εκείνη ακριβώς την εποχή, 42 ετών – αρκετά μακριά από την πρώτη νιότη και αρά η ματιά του θεωρητικά είναι πιο καθαρή ή πιο θολή. Ζει ακριβώς την φάση αλλά ήδη αυτός και οι φίλοι του «…παραπονιούνται ότι όλα έχουν γίνει πιο επιφανειακά και γρήγορα», «Οι “σημερινοί” κριτικοί λογοτεχνίας σνομπάρουν το παρελθόν. “Παλιά” είχαν παιδεία και γνώσεις, “τώρα” κάνουν λες και η λογοτεχνία ξεκίνησε κάπου το 1900», «Η παλιά, “πραγματική” Μονμάρτη έχει χαθεί, έχει γεμίσει τουρίστες, έτσι οι καλλιτέχνες μετακόμισαν στην περιοχή του Μονπαρνάς», «Οι έμποροι τέχνης πλασάρουν ό,τι μετριότητα βρουν ως καινοτομία ή ως έργο κάποιας μεγαλοφυΐας και φουσκώνουν τις τιμές πώλησης θολώνοντας το τοπίο. Η ζωγραφική έχει γίνει πια χρηματιστήριο, παντού εκθέσεις, παντού εμπορικές συμφωνίες. Μέχρι και τουριστικές επισκέψεις σε εργαστήρια οργανώνονται, όπου, έναντι αντιτίμου, οι τουρίστες βλέπουν ζωντανά τον καλλιτέχνη την ώρα που δημιουργεί!». Με δυο λόγια, Θα έχουμε πάντα τους φασαίους!
[…] «Η μετατροπή επίσης της “αληθινής” Μονμάρτρης σε τουριστική και η μεταφορά της “αληθινής” φάσης στο Μονπαρνάς είναι ένα φαινόμενο κατά το οποίο το “hype” μεταφέρεται κάθε λίγα χρόνια από συνοικία σε συνοικία μιας μεγάλης μητρόπολης, και αυτό συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου μετά τον Β΄ Πακγόσμιο Πόλεμο. Επομένως, το Παρίσι, και από αυτή την άποψη, πρωτοπορεί χρονικά θα μπορούσαμε να πούμε».
Το βιβλίο «Αριστερά του Σηκουάνα – Η Sylvia Beach αλλάζει τη λογοτεχνία του 20ου αιώνα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ποταμός» σε μια όμορφη έκδοση και με ακόμα πιο όμορφο εξώφυλλο. Είναι ένα βιβλίο που θα σας κρατήσει πολύ ευχάριστη συντροφιά και κανείς δεν θα σας στραβοκοιτάξει αν τύχει και το διαβάσετε σε κάποια παραλία.
[…] «Σε ένα άλλο γράμμα σε μια φίλη της στην Αμερική γράφει: “Αυτά είναι τα μόνα γεγονότα στην αστεία μικρή μας ζωούλα”. Κάθε άλλο όμως, το αντίθετο συμβαίνει, καθώς αυτή η περίοδος στη ζωή της εξακολουθεί να είναι περίοδος καταξίωσης και αναγνώρισης της πορείας της “αστείας μικρής ζωούλας” της. Που και αστεία ήταν, και “μικρή”, και ζωούλα, όπως και όλων των ανθρώπων, ακόμα και των πιο διάσημων και ισχυρών. Αλλά η δική της ζωούλα είχε νόημα και έκανε τον κόσμο έστω και ελάχιστα καλύτερο».
Υ.Γ. 2666 «Η Αντριέν θα γράψει: “Πρώτες μέρες μετά την επιστροφή μας από τις διακοπές. Κατσουφιάζουμε με το Παρίσι και το Παρίσι κατσουφιάζει μ’ εμάς. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε και να αγαπάμε ξανά ο ένας τον άλλο. Πώς μπορούμε ν’ αγγίξουμε την καρδιά της πόλης και τι μπορούμε να κάνουμε για ν’ αγγίξει και αυτή τη δική μας καρδιά; Φαντάστηκα μία τελετουργική διαδρομή, ένα μικρό προσκύνημα που έχει αποτέλεσμα σ’ εμένα”. Η Αντριέν λοιπόν κάνει μια βόλτα εσωτερικής επανασύνδεσης με την πόλη της, ακολουθώντας με τα πόδια μία συγκεκριμένη διαδρομή που περνάει από τον Σηκουάνα, πιάνοντας τη συνομιλία της με το Παρίσι από κει που την είχε αφήσει πριν φύγει. Δεν είναι όμως η ίδια πια. Διστακτικά πρέπει να ξαναγνωριστούν σαν δύο φίλοι που έχουν να τα πούνε καιρό και που μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε…»
%20%E2%80%94%20%CE%A3%CE%B5%20%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B1%20(92%25).png)
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Κουβεντολόι με μια μούμια!
Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.