Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μάτσα λάτε

 
 
Έλα, πού είσαι; Κάποτε η έκφραση «Τουρίστας στην πόλη σου» είχε μια ρομαντική χροιά, έκρυβε τη γλυκιά δυνατότητα να ανακαλύπτεις μέρη της πόλης σου με μια νέα ματιά και μια αθώα ανυπομονησία. Πλέον, για να μπεις στο Κουκάκι θες διαβατήριο και για να φας καλά στη Θεσσαλονίκη χρονομηχανή. Είναι δύσκολο να νιώθεις ντόπιος σε μια πόλη και ακόμα πιο δύσκολο να βρεις μάτσα λάτε που να πίνεται. Τι ματσαλάτε μάς ρωτούσε η γιαγιά στο χωριό όταν μας άκουγε να ροκανίζουμε δυνατά τα καρύδια∙ αλλά οι τουρίστες που καταφτάνουν σε ορδές κάθε σαββατοκύριακο σίγουρα δεν ψάχνουν τέτοιου είδους αυθεντικότητα. Αν δεν φας μπραντς θεωρείσαι δεύτερος και αν δεν το φωτογραφίσεις πριν, τριτοτέταρτος. Το αλμυρό τσιζκέικ πρέπει να συναγωνίζεται σε ανοστιά το γλυκό αλλά η τιμή του να είναι πάντα αλμυρή. Η πόλη να αναδεικνύει κάθε μέρα και ένα νέο hot spot για να φορτίσεις τις μπαταρίες της εξαντλημένης κοινωνικότητάς σου και του κινητού σου. Να μένεις σε υπερλούξ λοφτ 12,5 τ.μ. ενώ ο μισθός σου πιάνει πάτο και δεν φτάνει για 12,5 τ(ελευταίες).μ(έρες). Τέτοια πράγματα, ανθρώπινα, καθημερινά.  
 
[…] «Όντως, μέχρι ορισμένες δεκαετίες πριν, η ιδέα ότι μπορεί να “ζήσει κανείς σαν ντόπιος” μέσα από τις επισκέψεις του Σαββατοκύριακου στη Βαρκελώνη, τη Λισσαβόνα, την Αθήνα ή το Παρίσι θα ακουγόταν εντελώς παράλογη.  
Σήμερα, αποτελεί μια υπόσχεση πάνω στην οποία τρέφεται μια ολόκληρη βαριά βιομηχανία: δεν είναι μόνον ότι η επιβολή ορίων και περιορισμών προκαλεί δυσφορία, καθώς περιορίζει την κερδοφορία των μυριάδων οικονομικών παραγόντων που εμπλέκονται στη λειτουργία της. Είναι επιπλέον ότι τραυματίζει και το φαντασιακό της. Όπως είπαμε πρωτύτερα, η κρίσιμη μεταβολή που προκάλεσε την τουριστική έκρηξη στις πόλεις είναι η σύντηξη των δύο κόσμων: επισκέπτες και κάτοικοι, η ζωή των δεύτερων ως προϊόν αυθεντικής εμπειρίας για τους πρώτους. Οποιαδήποτε προσπάθεια ρύθμισης επαναφέρει τον διαχωρισμό ανάμεσα στους δύο κόσμους, και άρα ματαιώνει την υπόσχεση της αυθεντικότητας, πάνω στην οποία έχει χτιστεί η εκρηκτική ανάπτυξη του τουρισμού προς τις πόλεις».  
 
Σκάει εξπρές προσφορά κι αμέσως ετοιμάζεις ταξίδι μοναχά για πάρτη σου στα μεγάλα νησιά του μυαλού και του χάρτη σου εκεί όπου ο συνωστισμός της ύλης συναντά την ψυχολογία του υπερτουρισμού. Βιέννη τα Χριστούγεννα; Φέρ’το. Ιαπωνία την άνοιξη; Φέρ’το. Ποζιτάνο του Αγίου Πνεύματος; Φέρ’το. Άη Μάμα τον Σεπτέμβριο; Φέρτ’το και αυτό. Γίνε ο τουρίστας της εβδομάδας και κέρδισε πλούσια δώρα∙ ομοιομορφία σε κάθε βήμα και ευρώ σου. «Η εντατική, υπερεθνική κινητικότητα είναι νευραλγική για την παγκόσμια οικονομία, και επιπροσθέτως, ένας ολόκληρος πολιτισμός την έχει αναγάγει, όπως είπαμε και πρωτύτερα, σε βασικό του ιδεώδες. Οποιοσδήποτε φραγμός, έστω έμμεσος, βιώνεται σαν περιορισμός στην ελευθερία του σύγχρονου ανθρώπου να επιδίδεται σε έναν ορισμένο νομαδισμό, συλλέγοντας περιηγούμενος εμπειρίες από διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς». Οι πόλεις μετά την αποβιομηχάνισή τους έψαξαν νέους τρόπους ανάπτυξης και τους βρήκαν στον τουρισμό. Όλα σχετικά καλά ως εδώ. Αλλά ο Δούρειος Ίππος – γατάκι Νόλαν! – που τις ξεγέλασε και εν πολλοίς τις κατέστρεψε είναι το Airbnb. Μέσα εκεί κρυβόταν ένας ιλαρός τουρίστας που θα ξέκανε εύκολα έναν κάτοικο και όταν θα επέστρεφε ως νικητής και κάτοικος στην δική του πόλη του θα τον αποτελείωνε με την σειρά του κάποιος άλλος τουρίστας. Ο Γιώργος Ρακκάς στο ωραίο δοκίμιό του εκθέτει όλα αυτά τα νούμερα μέσα στο βιβλίο του – και τα νούμερα έξω από αυτό, που τα έχουμε δει και εμείς μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου – που αποδεικνύουν αυτόν τον ισχυρισμό.  
 
[…] «Με το Airbnb και την – σε μεγάλο βαθμό συνεπαγόμενη από την ίδια την ψηφιακή πλατφόρμα – έκρηξη του τουρισμού των πόλεων, βλέπουμε τη χρηματιστηριοποίηση να κατέρχεται από το υπερεθνικό νεφέλωμα και να βρίσκει ανέλπιστα χώρο δράσης στο διπλανό διαμέρισμα, στα σκαλιά και τους διαδρόμους των πολυκατοικιών. Όπως, επί παραδείγματι, μαρτυρούν στην Αθήνα τα πανομοιότυπα μεταλλικά κουτιά με τους κωδικούς που ξεκλειδώνουν για τους επισκέπτες όχι μόνο το διαμέρισμα που μίσθωσαν για λίγες μέρες, αλλά και την πρόσβαση σε μια “αυθεντική” (sic!) εμπειρία, που προσομοιάζει με εκείνη των ντόπιων. Το ζήτημα, βεβαίως είναι ότι ολοένα και λιγότεροι από αυτούς έχουν απομείνει να ζουν πια εκεί».  
 
Πλέον ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου είναι να τον πάρει τηλέφωνο ξαφνικά ο ιδιοκτήτης και να του πει ότι ανεβάζει το ενοίκιο 180 ευρώ επειδή μένει σε κοντινή στάση του μετρό Θεσσαλονίκης και είναι τόσο προνομιούχος που λειτουργεί μια φορά στις δεκαπέντε. Αν πάλι, δεν μπορεί να πληρώσει, τα μαζεύει και πάει Δενδροπόταμο, δεν κατάλαβα, τι έχει η περιοχή, μια χαρά είναι. Έτσι λοιπόν παρατηρείται το φαινόμενο τα χαμηλά και μεσαία λαϊκά στρώματα να φεύγουν αναγκαστικά από το κέντρο των πόλεων, προς τη περιφέρεια που έχει ισχνή έως ανύπαρκτη συγκοινωνία, και να επωμίζονται επιπλέον το κόστος μετακίνησης από και προς την εργασία τους. «Για το ζήτημα που μας ενδιαφέρει εδώ, γίνεται σαφές πώς το κλίμα των «παγκόσμιων πόλεων» είναι υπό το πρίσμα των κοινωνικών, μορφωτικών, αλλά και ιδεολογικών και πολιτιστικών μετασχηματισμών εχθρικό για τα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα. Παρατηρείται, επομένως, η αναδίπλωση τους στην περιφέρεια, και το γεγονός αυτό συνιστά μάλλον μια πρωτοφανή εξέλιξη, καθώς η ευρωπαϊκή πόλη συνδέεται ιστορικά από τον Μεσαίωνα και έπειτα με τη ζωτικότητα των λαϊκών τάξεων». 
 
Το βιβλιαράκι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκη» και είναι αρκετά τίμιο, όσο δε θα είναι ποτέ ένα πολυδιαφημιζόμενο μπέργκερ. Ινσταγκράμαμπλ δεν το λες πάντως. Στο αυτί του βιβλίου αναγράφεται ότι ο συγγραφέας έχει θητεύσει ως δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί δύο θητείες∙ εντελώς αντιτουριστική δήλωση! Με ενόχλησε πολύ όταν έκανα ασυναίσθητα αυτή την σκέψη και λέω πώς σκατά γίναμε τόσο καχύποπτοι με καθετί που αφορά την πολιτική (όχι χωρίς σοβαρούς λόγους, δυστυχώς) αλλά ύστερα σκέφτηκα ότι ο τουρισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία και έφυγε μεμιάς η δυσθυμία μου. Ο Γιώργος Ρακκάς στον «Υπερτουρισμό» του μας υπενθυμίζει ότι κύριο μέλημα του καπιταλισμού είναι να προφασίζεται τον ανέμελο, ότι η φεστιβαλική τάση των σύγχρονων πόλεων είναι να μας προκαλεί την ψευδαίσθηση ότι η φάση είναι παντού ενώ είναι γνωστό ότι δεν είναι πουθενά, και ότι ο πόλεμος των σκουπιδιών μαίνεται αδυσώπητος, προκαλείται από τους τουρίστες αλλά δεν είναι ποτέ μέρος της εμπειρίας τους – άσχετα αν η όλη εμπειρία τους πολλές φορές είναι για τα σκουπίδια. Αυτά, φιλάκια. 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Down in Mexico

   Μπορεί ο Σαίξπηρ της αρχαιότητας – κατά τον Ουγκό – να ήταν ο Αισχύλος, αλλά ο Σαίξπηρ της σύγχρονης εποχής – κατά τον Μουζίλη – είναι ο Ντον Γουίνσλοου. Δεν υπάρχει ο τύπος. Συνεχίζει την παράδοση της λαϊκής λογοτεχνίας που νομίζαμε ότι είχε εκλείψει πια∙ και το κάνει να φαίνεται τόσο εύκολο και μαζί απόλυτα συναρπαστικό.  «Ο patron πρέπει να δίνει το παρών» είπε. «Αλλιώς αρχίζουν να σκέφτονται ότι δεν υπάρχει κανείς πίσω από την κουρτίνα».  «Τι;»  « Ο μάγος του Οζ . Δεν το έχεις δει;»  «Μπα, δεν νομίζω».  «Ένας πανίσχυρος μάγος κυβερνά ένα βασίλειο μόνο με τη φωνή του, πίσω από μια κουρτίνα» είπε ο Νούνιες. «Αλλά όταν τραβάνε την κουρτίνα, ανακαλύπτουν ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος».  Μα είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκέφτηκε ο Ρικ. Αφήστε τα παζάρια με μέτριους συγγραφείς και διαλέξτε την κουρτίνα ένα. 

Μπάρτελμι και Σία

  Στις φετινές πανελλήνιες έπεσε θέμα στην έκθεση για την δημιουργικότητα στα σχολεία και μαζί ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου. Επιτέλους, τα παιδιά πήραν μια μυρωδιά από λογοτεχνική ναφθαλίνη∙ πολύ δημιουργικό. Αν πρέπει να υπάρχει αποκλειστικά κείμενο Έλληνα συγγραφέα, βάλε ένα διήγημα από την «Αναφορά περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα (όπως το εκπληκτικό «Η απόγνωση της μονάδας») και άσε τα παιδιά να υποστούν πολλαπλά κατάγματα της δημιουργικής φαντασίας τους. Τι πας και τους βάζεις Κυριακή στο χωριό ! Στην περίπτωση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξενόγλωσσος συγγραφέας ο Ντόναλντ Μπάρτελμι θα ήταν ο ιδανικός. Τουλάχιστον ας κρατήσουμε την κρεμάλα του υπέροχου εξωφύλλου με την οποία στραγγαλίζεται η δημιουργικότητα των παιδιών εδώ και χρόνια. «Ο κόσμος είναι ένας αγριότοπος, λέει, ο πολιτισμός μια τρέλα που καλλιεργούμε σε συμφωνία με τους άλλους. Ο ίδιος, στην ηλικία του, δεν εκπλήσσεται πια με τίποτα, αν και θα το ήθελε» .    

Silencio

Έχουμε δεν έχουμε μπάντα, μικρή σημασία έχει χωρίς τον μαέστρο επί σκηνής. Όσα πούμε και γράψουμε, ακούγονται εξόχως ξεκούρδιστα, αν όχι εντελώς κακόηχα και ενοχλητικά. «Στα Cahiers du Cinema, το 2017, ο Lynch αναφέρει πως “το να σκέφτεσαι τους θεατές όταν δημιουργείς δεν είναι καλό κατά την άποψή μου. Πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τι σε φτιάχνει. Αν μια ιδέα σού έρθει και δεν σε εξιτάρει, δεν τη χρησιμοποιείς. Αν είναι μια ιδέα που σε κάνει να ανατριχιάσεις, τότε προσπαθείς να την αποδώσεις όσο ακριβέστερα γίνεται . Ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα αυτές τις μέρες – αν σκέφτεσαι το κοινό του 2012, αυτό που θα κάνεις δεν θα έχει καμία αξία το 2017, απλούστατα γιατί θα είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Πρέπει να κάνεις χαρούμενο τον εαυτό σου και να ελπίζεις για το καλύτερο”» . Ας υψώσουμε λοιπόν ευγνώμονες τα χέρια προς εκείνον, και επειδή κάποιοι τα έχουμε τα χρονάκια μας, δεν αποκλείεται όντως να τα ξαναπούμε σε 25 χρόνια!

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Για τα σκουπίδια

  « Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες και ακτές! » έλεγε κάποτε ο καλός ο Γλάρος φορώντας στον λαιμό μια πλαστική σφυρίχτρα που πιθανότατα θα κατέληξε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να ζήσει ήσυχα τα υπόλοιπα 1200 χρόνια της. Μην φάτε, έχουμε γλάρο ! Για τα δικά μας προσωπικά σκουπίδια συνήθως έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, μας απασχολούν το πολύ 3 δευτερόλεπτα. «Η κατάσταση ήταν τόσο τραγελαφική, που ένας δημοσιογράφος δήλωσε το πεθαμένο χρυσόψαρό του ως επαγγελματία μεσίτη αποβλήτων, για να δει τι θα συμβεί. Εντός 4 λεπτών, ο Άλτζερνον το Χρυσόψαρο είχε λάβει, κανονικά και με τον νόμο, άδεια να μεταφέρει βρετανικά σκουπίδια» . Για όλα τα υπόλοιπα παγκόσμια σκουπίδια προτιμούμε να κάνουμε την πάπια!

Ένα μήλο την ημέρα

Εν αρχή ην ο λόγος του επιχειρηματία-δημιουργού∙ τι φρούτο κι αυτό! Επιχειρηματίας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Στην Ελλάδα, σίγουρα γεννιέσαι, το ξέρουν όλοι αυτό – μέχρι να πεθάνεις στην ψάθα (με ελάχιστη κατανάλωση 50 ευρώ… με συγχωρείτε, παρασύρθηκα σε λάθος συμπεράσματα). Ζήσε τον μύθο (του επιχειρηματία) στην Ελλάδα! «Ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας είναι ένα μιντιακό προϊόν, ένα πολιτιστικό εμπόρευμα διαμορφωμένο συλλογικά, από μια πλειάδα δρώντων που όλοι τους επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους» . Περισσότερο από μια ιδέα, όπως θα λέγαμε χαριτολογώντας, ο επιχειρηματίας που αναλύεται σε αυτό το δοκίμιο, είναι μια εικόνα, που την προσκυνούν οι πιστοί της χωρίς πολλές αντιρρήσεις – αν κάποιες φορές μάλιστα δακρύζει τεχνηέντως, τότε ακόμα πιο έντονο το αίσθημα εσωτερικής εγγύτητας (και εξωτερικής χρηματοδότησης). «Όπως και κάθε άλλη εταιρεία, η Apple δεν συνιστά εκ του μηδενός δημιουργία» . Κενοτομίες !   

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!