Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κολ-γκερλς



Άρθουρ Καίσλερ∙ δύναμη! ΠΑΜ(Ε). Είναι για σένα, ό,τι τύπος αναγνώστη κι αν είσαι.  Η ευγενική του ψυχή συμπορεύεται με την συγγραφική του δεινότητα και την εντυπωσιακή ευφυΐα και προσφέρει λογική και ευαισθησία σε ίσες δόσεις. Όταν διάβασα τα «Ρολόγια εν πλω» (μην ξεχαστείτε, σε λίγες ώρες γυρίζουμε τα ρολόγια μας μια ώρα μπροστά, εκεί δηλαδή που βρίσκομαι εγώ σε σύγκριση με τους περισσότερους κριτικούς στην Ελλάδα!!), με τις ανελέητες επιστημονικές κόντρες μεταξύ αστρονόμων και ωρολογοποιών, θυμήθηκα το ωραίο βιβλίο του Καίσλερ και το κείμενο που είχα γράψει παλιότερα και είχε δημοσιευτεί στο μπλογκ «Διαβάζοντας». Το μεταφέρω εδώ αυτούσιο γιατί δεν γουστάρω καθόλου να το επιμεληθώ, όπως κάνουν και οι περισσότεροι εκδότες με τα βιβλία που βγάζουν. Η γνώμη μου για το «Μηδέν και το άπειρο» συνεχίζει να ισχύει, αν και θα μετρίαζα κάπως την εριστική μου διάθεση. Όπως και να ’χει όμως, και επιστημονικά μιλώντας πάντα, καλύτερα να μην μου πηγαίνω κόντρα! 

Επειδή μου την είπατε τις προάλλες για την έλλειψη λογοτεχνικότητας που διέκρινα στο κατά τα άλλα σπουδαίο βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ «Το μηδέν και το άπειρο», είπα να διαβάσω ένα ακόμα δικό του για να αποδείξω τα αυτονόητα. Ήδη ο τίτλος θέτει στέρεες βάσεις για μια εμπνευσμένη λογοτεχνία. Ο Καίσλερ παρομοιάζει ευφυώς τους επιστήμονες και διανοούμενους της κάθε εποχής με κολ-γκερλς που περιφέρονται από συνέδριο σε συνέδριο εκπορνεύοντας τις ιδέες τους και συμμετέχοντας απρόθυμα σε μια δυσάρεστη ιδεολογική παρτούζα. 

[...] «Τι νομίζετε πως έκανα; Χασμουριόμουν σ' ένα συμπόσιο για την Ιεραρχική Τάξη στις Κοινωνίες των Ανθρωποειδών Πιθήκων. Ήξερα τι θα' λεγε ο καθένας τους – ο Λόρενς κι εκείνη η Σκάλερ, ο Ρούσελ και οι υπόλοιποι – κι όλοι τους ήξεραν τι θα έλεγα κι εγώ, κι όμως έπρεπε να πάω. Γιατί; Επειδή είμαι ένα ακαδημαϊκό κολ-γκερλ. Όλοι μέσα στο λεωφορείο είμαστε κολ-γκερλς. Εσύ είσαι ακόμη νεαρός, το ίδιο θα γίνεις όταν θα έρθει η ώρα.»

 

 

Σε ένα ειδυλλιακό χωριό των Άλπεων συναθροίζεται μια ντουζίνα διαπρεπών επιστημόνων των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, με σκοπό να διαγνώσει την ασθένεια και να προτείνει θεραπεία για τον άνθρωπο που φαίνεται πως διανύει το λυκόφως του είδους του. Το όνομα του συνεδρίου έχει στην αρχή τον εύγλωττο τίτλο SOS αλλά ύστερα από την παρέμβαση του διευθυντή του ιδρύματος, αλλάζει στο πιο μετριοπαθές «Προτάσεις προς επιβίωσιν». Τα κολ-γκερλς καταφθάνουν κουρασμένα και αδιάλλακτα, ματαιόδοξα και προκατειλημμένα, ζηλόφθονα και προκλητικά, και ξεκινούν το καθένα την προσωπική του παράσταση χωρίς ίχνος σύγκλισης πέρα από το ότι καταδέχονται να καθίσουν γύρω από το ίδιο τραπέζι.

 
Ο Καίσλερ χαρακτηρίζει το μυθιστόρημά του ιλαροτραγωδία και εκείνο δικαιώνει απόλυτα αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί εκπληκτικά και άκρως διασκεδαστικά (με πικρό χιούμορ, πάντα) την άνοδο αυτών των διανοιών με τα πολύτιμα συγγράμματά τους και την πτώση των συναισθηματικά στεγνωμένων ανθρώπων που αδυνατούν να αντιληφθούν τον άνθρωπο ως κάτι διαφορετικό πέρα από πεδίο πειραμάτων. 
 
[...] «Η πιο μνημειώδης δεισιδαιμονία του αιώνα μας, τραύλισε ο Μπλαντ, είναι η επιστήμη που μεταχειρίζεται τον άνθρωπο σαν ένα σαλιάρικο σκυλί του Παβλόφ ή σαν έναν τυφλοπόντικα ή σαν ένα ρομπότ προγραμματισμένο από το γενετικό του κώδικα. Η επιστήμη σας είναι μια μεθοδική μορφή παραφροσύνης.» 
 
Αυτά τα λόγια ανήκουν στον Μπλάντ(!) το παράξενο κολ-γκερλ που είναι ποιητής και ταυτόχρονα ικανός γνώστης της φυσικής και της κβαντομηχανικής. Μέσα από τον χαρακτήρα του Μπλαντ και την ειρωνική και κυνική ρητορική του (και πάντα σε συνάφεια με την ιδιότητά του ως ποιητή) ο Καίσλερ φέρνει στην επιφάνεια τον άνθρωπο που συνήθως αγνοούν τα επιστημονικά συνέδρια τα οποία υποτίθεται ότι συνεδριάζουν στο όνομά του και για την ευημερία του! Η συναισθηματική πυκνότητα που συχνά κουβαλά ένας ποιητής μαζί με την κυνικότητα που του δημιουργούν οι βασανιστικές εικόνες της πραγματικότητας, μας επιτρέπει να διακινδυνέψουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένας δευτερεύον χαρακτήρας, η Κλαίρη, η οποία είναι η γυναίκα του διακεκριμένου φυσικού και εμπνευστή του συνεδρίου, Νικολάι Σολόβιεφ. Η Κλαίρη που είναι ο πιο ανθρώπινος από τους γυναικείους χαρακτήρες του βιβλίου – μια ζωολόγο, την παράξενη φίλη της «με το ξυρισμένο σβέρκο» και μια γραμματέα-πειραματόζωο του καθηγητή Βαλέντι - συζητά με τον κουρασμένο πνευματικά σύζυγό της σε διάφορους αναζωογονητικούς περιπάτους για την επιτυχία αυτού του συνεδρίου και ακόμα περισσότερο για την ενδεχόμενη χρησιμότητά του (σημειωτέον ότι ο Καίσλερ τοποθετεί την ιστορία του χρονικά συντονισμένη με τον πόλεμο του Βιετνάμ, κάνοντας έμμεσες αναφορές στην Ασία και βάζοντας το γιο της Κλαίρης και του Νικολάι να είναι κάπου χαμένος στα «ρυζοχώραφα», εντείνοντας την πνευματική κατάπτωση του Νικολάι και κάνοντας, μέσω της κοινωνικής κριτικής την οποία δεν φείδεται στα βιβλία του, ακόμα ειρωνικότερη και συγκλονιστικότερη την ιστορία που περιγράφει).
 
– Τότε λοιπόν, τι είναι σοβαρό;
– Δεν ξέρεις; Ο πονόδοντος είναι σοβαρός. Όταν είναι δυνατός, ξεχνάς να λυπηθείς για το μέλλον της ανθρωπότητας.
– Τότε λοιπόν, εμπρός για πονόδοντο. Εσύ έχεις;
 

Ο συγγραφέας μυθοποιεί μόνο τους χαρακτήρες διατηρώντας πραγματικούς τους συγγραφείς και τα πειράματα που αναφέρονται εκτενώς στο βιβλίο. Έτσι ο αναγνώστης απολαμβάνει μία θαυμαστή περίληψη αληθινών επιστημονικών θεωριών, τις οποίες ο Καίσλερ διανθίζει με μαεστρία με σκέψεις για την αναγκαιότητα της επιστήμης, την ηθική της και την χρησιμότητά της. Ο λόγος του είναι γεμάτος με όμορφες μεταφορές που μετατρέπουν την επιστημοσύνη που καταλαμβάνει το μισό και πλέον βιβλίο σε έναν γοητευτικό αναστοχασμό που γαργαλάει το μυαλό σου με ερωτήματα άκρως σημαντικά και ενδιαφέροντα. Ανάμεσα στις «σοβαρές» συνεδρίες παρεμβάλλονται κοκτέιλ πάρτυ και γεύματα που αναδεικνύουν τις μικροκακίες και τα πάθη που ταλανίζουν αυτές τις σπουδαίες διάνοιες. Με έναν ιλαρό λόγο, ο συγγραφέας αφήνει σιγά σιγά τον αναγνώστη να ανακαλύψει την τραγωδία που γεννάται όταν επιτρέπει σε μια ντουζίνα ανθρώπων να καθορίσει το μέλλον του.
 

Αυτό το βιβλίο του είναι απείρως πιο σημαντικό από «Το μηδέν και το άπειρο». Σαφώς και είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντα πού μπορεί να οδηγήσει η ολοκληρωτική σκέψη, πολλά βιβλία μας βοηθάνε σ' αυτό, αρκεί βέβαια να τα διαβάζουμε – όμως, για μένα, εκείνο το βιβλίο στερούνταν ολοκληρωτικά την καλλιτεχνική δημιουργία. Μετά τα δυστοπικά σενάρια των Χάξλευ και Όργουελ (παρόλο που το 1984 έπεται χρονικά του βιβλίου του Καίσλερ!) κάθε ανάλογη προσπάθεια περιγραφής του ολοκληρωτισμού φιλτράρεται μέσα από αυτά και βγαίνει συνήθως αποδυναμωμένη και στεγνωμένη (ξέρω, αυθαίρετη η σκέψη μου, αλλά ας μου επιτραπεί σας παρακαλώ, δημοκρατία έχουμε!!). «Το μηδέν και το άπειρο» ήταν ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο αδιάφορα γραμμένο. Αντιθέτως, το «Κολ-γκερλς» καταπιάνεται με ένα θέμα εξίσου σημαντικό – ένα είδος σύγχρονου ολοκληρωτισμού είναι η εξουσία που δίνεται σε μια μερίδα ανθρώπων που σε πολλές περιπτώσεις κρύβεται κάτω από τη φενάκη της προόδου – σε μία γλώσσα όμως, που πρωτίστως απολαμβάνει η ίδια τις ιδέες που περιγράφει πριν τις απολαύσει εσχάτως και ο αναγνώστης. 
 
Η μετάφραση είναι της Γεωργίας Αλεξίου-Πρωταίου και σε καμία περίπτωση δεν είναι ιλαροτραγωδία! Η έκδοση είναι αξιόλογη, με δυο όμορφους πίνακες στο εξώφυλλο, όπου σε έναν από αυτούς, διακρίνεται ένας ζητιάνος που με λίγη φαντασία (που εγώ διαθέτω), θυμίζει τον Τζόυς! Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο που όταν το διαβάσετε, αναπόφευκτα θα σας φέρει στο νου διάφορα «γκρουπάκια των Βρυξελλών» στα οποία διάφοροι σπουδαίοι στύβουν το μυαλό τους για το πώς θα στύψουν τις ζωές των ανθρώπων. Ο Άρθουρ Καίσλερ αποδεικνύεται ένας σημαντικότατος διανοούμενος, ένα υποδειγματικά επαγγελματικό κολ-γκερλ που σου πηδάει ανελέητα το μυαλό με τις ιδέες του αλλά στο τέλος δεν αποκλείεται να σου χαρίσει και μια τρυφερή αγκαλιά!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».