Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ιόλα ή τίποτα


 

 
Πριν από πολλά πολλά χρόνια, θα ήταν θαρρώ 2018 ή και αρχές του 2019, είχα παρακολουθήσει μια έκθεση αφιερωμένη στον Αλέξανδρο Ιόλα, στο – and just like that – σαλονικιώτικο «MOMus» (στο άλλοτε «Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης»), το επαρχιώτικο ξαδερφάκι του μητροπολιτικού πρωτοτύπου. Μην ανησυχείτε, η ανέμπνευστη μετονομασία πασίγνωστων μπραντ είναι ενδημική. Ενθουσιάστηκα με όσα έμαθα και έσπευσα να διαβάσω κάποιο σχετικό βιβλίο με την δράση του και τη ζωή του. Το μόνο που βρήκα ήταν μια βιογραφία γραμμένη από τον Νίκο Σταθούλη (επανεκδόθηκε από «Οδός Πανός») που επέλεξε ο ίδιος ο Ιόλας για βιογράφο του. Απογοητεύτηκα πολύ νωρίς όταν από τις πρώτες σελίδες με μια ενοχλητική οίηση του ίδιου του βιογράφου, περιέγραφε πώς αποπλάνησε ένα αγόρι στην Αίγυπτο πίσω από κάτι σκάλες. Δεν προμήνυε τίποτα το αντικειμενικό για την συνέχεια και έτσι το παράτησα αδιάβαστο. Αυτό μου θύμισε μια φράση από την παρούσα βιογραφία, και με την σχετική γνώση που απέκτησα επί του θέματος, διαφωτίζει αρκετά πράγματα μέσα μου: «“Οι διαφορές μεταξύ ψευδών και πραγματικών αναμνήσεων είναι όπως τα κοσμήματα: πάντα τα ψεύτικα φαίνονται πιο αληθινά και λαμπερά” είχε πει ο Salvador Dali. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τις πληροφορίες του γραπτού Τύπου ή των social media. Όσο πιο ψευδείς είναι, τόσο πιο ελκυστικές γίνονται για το κοινό». Ευτυχώς να λέμε που δεν πέθανε την εποχή των σόσιαλ μίντια, ευτυχώς, ευτυχώς. Θα μου πείτε τώρα, η ανιψιά του ήταν ικανή να γράψει μια αποστασιοποιημένη, κατά το δυνατόν αντικειμενική και ειλικρινή βιογραφία; Μένει να το μάθετε.
 
Το πρώτο που έκανα όταν αγόρασα τη νέα βιογραφία που κυκλοφόρησε πρόσφατα ήταν να ανατρέξω στις τρισέλιδες ευχαριστίες της συγγραφέα και να δω αν υπήρχε κάπου, οπουδήποτε, αναφορά στο όνομα του Νίκου Σταθούλη. Η απουσία του, επιβεβαίωσε μεν μέσα μου την αρχική υποψία για μια αναξιόπιστη ή τουλάχιστον κακή βιογραφία εκ μέρους του, γέννησε αφετέρου την περιέργεια να μάθω γιατί άραγε λείπει σε μια τόσο εξαντλητικά τεκμηριωμένη βιογραφία όπως αυτή που παρουσιάζω. Να κάνουμε και λίγο κουτσομπολιό, όχι μόνο τεκμηρίωση! Τέλος πάντων, από όπου και να έχει ακούσει κανείς το όνομα Ιόλας, είτε από την επαγγελματική του ενασχόληση με τον χορό είτε από την γιγάντια προώθηση της σύγχρονης τέχνης στο β΄ μισό του 20ου αιώνα είτε από τα πρωτοσέλιδα της Αυριανής τη δεκαετία του 80 είτε επειδή πέθανε από AIDS («Ο θείος σου ήταν πολύ προοδευτικός σε όλα, άρα μόνο με μια πάθηση του 20ου αιώνα μπορεί να φύγει από τη ζωή») αξίζει να διαβάσει αυτή την βιογραφία. Ο Αλέξανδρος Ιόλας μου φέρνει στο νου μια οσκαρική φιγούρα, έναν γοητευτικό αντικατοπτρισμό του Όσκαρ Γουάιλντ ριγμένο σαν συνέχειά του στον 20ο αιώνα, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών και των διαφορών, ενός ανθρώπου που ζούσε για την τέχνη και την ομορφιά, πολύ πάνω από τις δυνατότητες και τις αντοχές της εποχής του, καλοπροαίρετος και πάντα αδιάφορος για τις μικρότητες των ανθρώπων οι οποίες ύπουλα και διαβρωτικά γιγαντώθηκαν και στο τέλος τον κατασπάραξαν. Τρόπος ζωής του οι παντοειδείς υπερβολές αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ανάξια να την ζει και να την χαίρεται, ούτε σώνει και ντε ότι έπρεπε να στριμωχτεί στα στενότερα καλούπια άλλων ζωών. «Άλλωστε, ο Ιόλας λάτρευε τις υπερβολές. Κατά την γνώμη του, ήταν ένδειξη πάθους και θεωρούσε πως αυτό ήταν το μαγικό κλειδί της επιτυχίας». 
 
Εκκινώντας το ταξίδι του από την καβαφική Αλεξάνδρεια – ένας ολότελα χαμένος παράδεισος που δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί κάποιος πλέον την επιρροή που ασκούσε στους ανθρώπους του πνεύματος, ουσιαστικά πολυπολιτισμικός και ανεκτικός – με μια συστατική επιστολή του ποιητή προς τον Άγγελο Σικελιανό, φτάνει Ελλάδα και σιγά σιγά σαν επίμονος θαλασσοπόρος γυρίζει τον κόσμο, για να επιστρέψει μετά από χρόνια πίσω, περισσότερο ως ναυάγιο για τους ομοεθνείς του και όχι ως εξερευνητής νέων τόπων και τρόπων που ήταν. Η ανιψιά του Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα αφήνει την συναισθηματική της εμπλοκή στην άκρη – σε σημεία του βιβλίου αφήνει κυριολεκτικά και την πένα της – και γράφει μια βιογραφία βασισμένη σε αδιάψευστα και τεκμηριωμένα στοιχεία. Χοντρικά η βιογραφία χωρίζεται σε 5 μέρη: τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια, τους κοντινούς συγγενείς, την επιστροφή στην Ελλάδα, το σπίτι της Αγίας Παρασκευής (που θα παίξει και σημαντικό ρόλο στις κατηγορίες και τις δικαστικές διαμάχες του τέλους)∙ στην επαγγελματική του χορευτική καριέρα∙ στην στροφή του προς τον κόσμο της τέχνης∙ στο απόγειο της δόξας του∙ και στο άδοξο τέλος και τις τρομερές δίκες που ακολούθησαν. Μέσα σε όλα αυτά, εμφιλοχωρούν διακριτικά υποκειμενικές ματιές της ανιψιάς του που δημιουργούν ένα όμορφο συναίσθημα στον αναγνώστη αλλά πάντα με σεβασμό στα απόλυτα τεκμήρια. Το αγαπημένο μου κομμάτι είναι εκείνο που μιλάει για τις εικαστικές τέχνες και για το πόσο σημαντικός υπήρξε ο Ιόλας για τον κόσμο της τέχνης όπως τον ξέρουμε τώρα (αν και έκτοτε έχει αλλάξει αρκετά πρόσωπα και πάντα προς το αποκρουστικότερο). Αλλά δε θα πω τίποτα περισσότερο για να τα ανακαλύψετε διαβάζοντας την βιογραφία. Θα σταθώ μόνο σε ό,τι με εξόργισε. «Το μόνο που μπορώ να σχολιάσω μετά βεβαιότητος είναι ότι από τους τέσσερις πέντε καλλιτέχνες με τους οποίους διεκόπη η συνεργασία, οι τρεις ήταν ελληνικής καταγωγής». Μπορεί να συμβαίνει και στους Σουηδούς, Πολωνούς και Νοτιοκορεάτες αλλά αφού είμεθα Έλληνες με πιστοποίηση αίματος ΑΒ (γιατί οι περισσότεροι δεν ξέρουν καν ορθογραφία!) ας επικεντρωθούμε εδώ∙ δε ξέρω κατά πόσο η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, γιατί πολλοί από εμάς είμαστε και αχώνευτοι, αλλά μερικές δυνατές δαγκωματιές τις καταφέρνει μια χαρά. «Ούτε ο δύσμοιρος Κάφκα δεν θα μπορούσε να περιγράψει το βάθος και το εύρος της ταλαιπωρίας που προκαλείται στον Έλληνα πολίτη». 
 

Στο κεφάλαιο με τις δίκες και την διαχείριση της κληρονομιάς, την εξιστόρηση αναλαμβάνει ο άνδρας της συγγραφέα, Γκυ Νατάν, ο οποίος μπορούσε να σταθεί λίγο πιο αποστασιοποιημένος συναισθηματικά και με πιο ξεκάθαρη λογική απέναντι στις αδυσώπητες δικαστικές μάχες (ο πιο σκληρός εχθρός σου μπορεί να είναι ένας από τους πιο κοντινούς σου συγγενείς) και το τέρας του Δημοσίου. Αυτό το κεφάλαιο εκτυλίσσεται σε ένα συναρπαστικό δικαστικό θρίλερ που αν δεν είχα κατά διαστήματα την σκέψη ότι όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά, θα το απολάμβανα ακόμα περισσότερο. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο ξεκαθαρίζει μια και καλή σε όλους, τι νομίζουν οι περισσότεροι ότι υπήρξε ο Αλέξανδρος Ιόλας και τι υπήρξε στην πραγματικότητα. Σημαντικότατο και διαφωτιστικότατο. […] «Όταν ακούω ή διαβάζω “γιατί δεν έγινε καμιά δωρεά από τους κληρονόμους για να δικαιωθεί ο Ιόλας”, λυπάμαι που μιλούν χωρίς γνώση των γεγονότων. Δεν χρειάζεται ο Ιόλας δικαίωση. Γνώριζε ο ίδιος ποιος ήταν και οι άνθρωποι που τον ενδιέφεραν. Η δωρεά προς το ελληνικό κράτος είχε άλλο σκοπό. Όχι για ξέπλυμα ονόματος. Έχουν περάσει 33 χρόνια. Δεν μπορείς να κυνηγάς για να χαρίσεις, ούτε να μην μπορείς να επιλέξεις τι θα δωρίσεις. Η στάση των μουσείων στην Αθήνα ήταν λυπηρή: κράτησαν στις αποθήκες τους όλα τα έργα για δεκαετίες και εξέθεσαν ένα το 2019».
 
Η βιογραφία του Ιόλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μίνωας» σε μία, το λιγότερο, φανταστική έκδοση. Κομψή, με χαρτί πολυτελείας, πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αρχειακό υλικό, σωστά ευρετήρια (πόσο συνηθισμένα και άχρηστα είναι τα λάθος ευρετήρια, ούτε που το φαντάζεστε), κλπ. Αυτό που δεν μου άρεσε μόνο και το έχω συναντήσει σε πολλά βιβλία είναι η επιμονή να αναγράφονται τα ονόματα των καλλιτεχνών κυρίως καθώς και λοιπών προσώπων με λατινικούς χαρακτήρες. Θα ήταν σωστότερο η πρώτη φορά που εμφανίζεται ένα όνομα να υπάρχει σε παρένθεση η ελληνική του γραφή και ύστερα να αναπαράγεται με λατινική γραφή. Γιατί ειδάλλως γίνεται αποτρεπτικό στο να μάθει κάποιος καλλιτέχνες που ίσως τον ενδιαφέρουν. Ναι υπάρχει το ίντερνετ, θα πουν πικρόχολα κάποιοι εκδότες και το μόνο που έχω να αντιτείνω είναι να αντιγυρίσω την ερώτηση – δε σας άρεσε αυτό, έτσι; Θα μεταφράζονται όλα – ή όλα ή τίποτα –, αλλιώς ας έμεναν και οι επιστολές στην γλώσσα πρωτοτύπου, γιατί όχι; Το google translate κλέφτης θα γίνει; Τέλος γκρίνιας. Αγοράστε την βιογραφία του Ιόλα, και διαβάστε την σαν την παθιασμένη αλληλογραφία ενός εραστή της τέχνης. Και αφήστε τα σοκολατάκια και τα λουλούδια μέρα που είναι, κοστίζουν τα διπλά από αυτό το υπέροχο βιβλίο, αυτό το ανεπίδοτο γράμμα της Ελενίτσας προς τον αγαπημένο θείο της ταυτόχρονα με εκείνο μιας ώριμης ματιάς προς όλους τους αναγνώστες που μπορεί να ενδιαφέρονται για μια σπάνια προσωπικότητα. 
 

[…] «Το βιβλίο ολοκληρώθηκε την περίοδο του κορονοϊού. Στην αρχή βίωσα διάχυτη ανακούφιση. Όσο όμως περνούσαν οι μέρες, άρχισε να με περιτριγυρίζει βαθιά θλίψη. Είχε έρθει η ώρα ενός ετεροχρονισμένου αποχαιρετισμού.
Το ταξίδι με τόσα μαθήματα ζωής δεν ήταν εύκολο. Μέσα όμως από την πολυπλοκότητα του οικογενειακού μοντέλου, εκπαιδεύτηκα στην επιλογή του τρόπου ζωής που εγώ ήθελα να ζήσω. 
 

Σε ευχαριστώ για όλα 

Μου λείπεις 

Η Ελενίτσα σου

15 Ιουλίου 2020»

Σχόλια

  1. Σας ξέφυγε ένα "να". Θαρρώ ότι πωλούν μερικά στου ΑΒ και του πουλιού το γάλα(Σε πάω, "να το ξες", που λένε και εκεί που το κρύο θυμίζει Σαντεφιορδ, μπρο). Του τρολ(λ) ορ νοτ του τρολ(λ);
    Keep on rocking bro.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αφού βρήκες το χαμένο «να» σημαίνει ότι διάβασες την ανάρτηση με προσοχή και αυτό με χαροποιεί. Βρήκα ένα σε προσφορά και το κότσαρα. Ευχαριστώ.

      Διαγραφή
  2. Πως αλλιώς να την διαβάσω;
    Εγώ σε ευχαριστώ για τα καλούδια που μας παρουσιάζεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.