Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η φάση είναι κρίντζι

 
Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο». Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!
 
Αυτό το βιβλίο αποδείχθηκε εξαιρετικά ανακουφιστικό, όπως και αναπάντεχα διασκεδαστικό, γιατί είτε είσαι η αγία Αθανασία του Αιγάλεω με ενεργή συμμετοχή σε βιβλιοφιλικές ομάδες του διαδικτύου είτε ο ανυπάρκτιαν Οδυσσέας Μουζίλης από τη Χώρα του Ποτέ Δε Θα Γίνεις Κριτικός, έχεις κάθε δικαίωμα να ξεσκίζεις βιβλία και συγγραφείς όπως σου κάνει κέφι, και με τη σειρά τους να σε ξεσκίζουν και άλλοι για τις απόψεις σου. Σαφώς είναι προτιμητέο να έχεις επιχειρήματα κατά τη διεξαγωγή της πολεμικής σου, αλλά ελλείψει άλλων ιδανικών υποψηφίων, προσλαμβάνουμε και χωρίς, κλάιν. Το πιο κοντινό σε Σαίξπηρ που έχω διαβάσει είναι το υπέροχο ένατο κεφάλαιο του «Οδυσσέα» του Τζόυς. Από εκεί και πέρα έχω μερικές εκδόσεις του, αλλά έχω διαβάσει ελάχιστα κομμάτια. Σε αυτά τα κομμάτια συμπεριλαμβάνεται το 1/3 του «Μάκβεθ» όπου πρόλαβα και διαπίστωσα εν σπέρματι όλα αυτά που του προσάπτει ο Τολστόι. Η αλήθεια είναι ότι ο Τολστόι τον πετσοκόβει ανελέητα και είτε το κάνει απόρροια της θρησκευτικής μεταστροφής που βίωσε στα τελευταία χρόνια της ζωής του είτε γιατί διακρίνει τις ελλείψεις του Σαίξπηρ με διαύγεια, το σίγουρο είναι ότι το κάνει με απολαυστικό τρόπο – όσες αντιρρήσεις και αν υψώσει κανείς στην πορεία.
 
Κατηγορεί τον Σαίξπηρ για αμετροέπεια, ανόητα αστεία, κούφιες και περιττές φράσεις και πράξεις που δεν δικαιολογούνται από την πλοκή και τις κινήσεις των χαρακτήρων, μια δεσπόζουσα και πομπώδη σαιξπηρική γλώσσα που καλύπτει όλους τους χαρακτήρες ανεξαιρέτως στερώντας τους το δικαίωμα να συνάψουν αυτό το είδος ψευδαίσθησης με το κοινό που είναι και το ζητούμενο στο δράμα και πολλά άλλα. Επίσης, τα βάζει και με όλον τον κόσμο, λαό και Κολωνάκι (κριτική ιντελιγκέντσια), που εκθειάζουν τον Σαίξπηρ ανά τους αιώνες λες και έπεσαν σε ένα καθεστώς επιδημικής υποβολής ενώ θα έπρεπε να τον αφήσουν να ξεχαστεί στην καλλιτεχνική του μετριότητα, μέσα στην οποία και έδρασε. Φαίνεται να ξεχωρίζει μόνο και ίσως να αναγνωρίζει ελαφρώς την γλώσσα του «η βασική ιδιαιτερότητα της οποίας έγκειται στο ότι οι σκέψεις γεννιούνται είτε επειδή ηχούν όμοια οι λέξεις τους είτε από τις αντιθέσεις μεταξύ των λέξεων» – χωρίς να του συγχωρεί όμως το γεγονός ότι εφόσον δεν φέρει ένα σημαντικό μήνυμα για την πορεία της ανθρωπότητας (κατά Τολστόι) αυτή η αισθητική επίδειξη είναι ανώφελη και ενοχλητική. 
 

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα εκτενές άρθρο του Τζορτζ Όργουελ, απάντηση στην πραγματεία του Τολστόι, αντικρούοντας τις απόψεις του και κάνοντας με την σειρά του επίθεση – έστω μέσω εικασιών – προς το πρόσωπο του Ρώσου. Ισχυριζόμενος ότι ο Τολστόι επιλέγει να αποδομήσει τον «Βασιλιά Ληρ» και κατ’ επέκταση εν συνόλω τον δημιουργό Σαίξπηρ, επειδή ο Ληρ έχει κάποιες ενοχλητικές ομοιότητες με την ζωή του Τολστόι, όπου και εκείνος απαρνείται την εξουσία του προς το τέλος της ζωής του και δεν βλέπει να εκτιμάται όπως ίσως θα περίμενε. Και αν λίγα χρόνια νωρίτερα θα έλεγε ότι οκ αρέσει σε όλους σας ο Σαίξπηρ αλλά όχι σε εμένα, κομπλέ, τώρα προσπαθεί να τον καταστρέψει στις συνειδήσεις των ανθρώπων προσβλέποντας σε δικές του εγωιστικές, και ενδεχομένως ασυνείδητες, τάσεις. Ο Όργουελ καταλήγει ότι τη πραγματεία του Τολστόι δεν θα την μνημόνευε κανείς αν εκείνος δεν ήταν ο συγγραφέας της «Άννα Καρένινα» και του «Πόλεμος και Ειρήνη» και ότι ακόμα και έτσι η αξία του Σαίξπηρ μένει αδιαμφισβήτητη μέσα στα χρόνια. Δεν νομίζω ότι του αξίζει να ξεχαστεί το άρθρο του Τολστόι γιατί ενέχει μέσα του την σπουδαία αξία της διαφωνίας· πικρόχολης, έστω. Εξάλλου και τον Όργουελ λίγοι είμαστε αυτοί που τον εκτιμούμε για τα υπέροχα άρθρα του, οι περισσότεροι κυρίως τον εκθειάζουμε για το γελοίο του «1984» (το οποίο στην ουσία του προπαγανδίζει ανόητα μηνύματα, ενώ όταν ο Τολστόι τα αξιώνει στα δράματα του Σαίξπηρ, ο Όργουελ τον επικρίνει) – πώς σου φάνηκε αυτό Γιώργο μου; Όπως και να’ χει, και τα δύο άρθρα, με στέρεα ή σαθρά επιχειρήματα, με χολή ή ροδόνερο, έχουν την αξία τους και την ομορφιά τους.
 
[…] «Η αντίδρασή του είναι εκείνη του ευέξαπτου γέρου που τον ενοχλεί ένα άτακτο παιδί. «Γιατί χοροπηδάς έτσι συνέχεια; Γιατί δεν μπορείς να καθίσεις ήσυχα όπως εγώ;» Από μια άποψη, ο γέρος έχει δίκιο, αλλά το πρόβλημα είναι ότι το παιδί έχει μια αίσθηση στα μέλη του που ο γέρος έχει χάσει. Και ακόμα κι αν ο γέρος γνωρίζει την ύπαρξη αυτής της αίσθησης, το αποτέλεσμα είναι απλώς ότι αυξάνει τον εκνευρισμό του: αν μπορούσε, θα έκανε τα παιδιά γέροντες. Ο Τολστόι ίσως δεν ξέρει τι ακριβώς του διαφεύγει στον Σαίξπηρ, αλλά ξέρει ότι του διαφεύγει κάτι, και είναι αποφασισμένος να το στερήσει και από τους άλλους».
 
Η έκδοση της «Ποικίλης Στοάς» είναι καταπληκτική και νομίζω ότι αξίζει να την ψάξετε για να μάθετε εκτός των άλλων πώς γίνεται ένα καλό θάψιμο συγγραφέων σε βιβλιοφιλικές ομάδες. Μορφωθείτε! Και πάλι εδώ έχουμε μια εξαιρετική μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου όπως και μία κατατοπιστική εισαγωγή. Η (επίσης όμορφη) μετάφραση του άρθρου του Τζόρτζ Όργουελ ανήκει στον Γιώργο Μπαρουξή.
 


[…] «Στη θεατρική γραφή πειραματίστηκε και ο ίδιος ο Τολστόι. Ανάμεσα σε άλλα, το 1886 έγραψε το έργο Η εξουσία του σκότους (Vlast’ t’amy), ένα έντονα νατουραλιστικό δράμα με πολλά πρόσωπα, έντονη δράση, φόνους κ.λπ., στο οποίο θέλησε να καταδείξει τις συνέπειες της ηθικής κατάπτωσης στην κοινωνία. Το έργο απαγορεύτηκε απ’ τον εκκλησιαστικό λογοκριτή. Όταν, παρ’ όλα αυτά, ο τσάρος επέτρεψε το ανέβασμά του, πολλοί ευνοϊκοί θεατρικοί κριτικοί το παραλλήλισαν με τα έργα του Σαίξπηρ…»  
 
Karma is a bitch, isn’t it?

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !