Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Unboxing

 

 
Αν δεν είστε κάποιος 13χρονος εκατομμυριούχος youtuber το πιθανότερο που πρόκειται να κάνετε unboxing θα είναι καμιά ψεκασμένη μαλακία από Κίνα όπως αποφλοιωτής αυγών ή κορονοϊός κατασκευασμένος σε άθλια εργαστήρια με απάνθρωπες συνθήκες εργασίας· άντε, το πολύ πολύ αν σταθείτε τυχεροί, να κάνετε και unboxing μια από τις περιορισμένες ελληνικές εκδόσεις έργων του Όργουελ – μέχρι εκεί όμως. Εντούτοις, όσοι είστε συστηματικοί αναγνώστες σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει ότι νιώθετε μια έξαψη για δικούς σας ανεξήγητους λόγους κάθε φορά που ανοίγετε ένα πακέτο με βιβλία· ή πάλι, αν έχετε γλυτώσει τη ρήξη σπονδύλων από συνεχείς μα αναπόφευκτες μετακομίσεις, θα έχετε διαπιστώσει ότι το να αποσυσκευάζεις την ίδια σου την βιβλιοθήκη, μοιάζει σαν να επαναπρογραμματίζεις την ίδια σου την ζωή. Σαν να σας κάνουν reboot στο τσιπάκι, ένα πράγμα!
 
Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, πιάνουμε τον Μπένγιαμιν στα πράσα καθώς αποσυσκευάζει την βιβλιοθήκη του – και αφού εμένα δεν μου αρέσει γενικά ο Μπένγιαμιν, πιστεύετε ότι θα μου αρέσει η βιβλιοθήκη του; Σε αυτό το σημείο, χωρίς να με έχει ρωτήσει κανένας, θέλω να πω γιατί δεν μου αρέσει ο Μπένγιαμιν. Βασικά, καληνύχτα μου, δεν ξέρω γιατί. Είναι ένας στοχαστής που κάποια από αυτά που λέει θα έπρεπε να μου αρέσουν. Κάτι απροσδιόριστο όμως με χαλάει. Είναι μια φιγούρα του μεσοπολέμου που νιώθω ότι έχει εγκλωβιστεί αμετάκλητα εντός της, σε ένα χωροχρονικό ασυνεχές, που δεν μπορεί να με φτάσει. Στο μυαλό μου, μπορώ να τον συγκρίνω με την φιγούρα του Τσβάιχ, έναν συγγραφέα που λάτρεψα παλιότερα αλλά δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσω γιατί ανήκει και εκείνος πλέον στο ίδιο ασυνεχές με τον Μπένγιαμιν, ας τα βρουν μεταξύ τους. Αυτό βέβαια δεν αποδεικνύει κανένα έλλειμμα αξίας, μόνο την κοντόφθαλμη οπτική μου. «Τον συλλέκτη τον κατανοούμε μόλις εκλείψει το είδος του».
 
Δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να θεωρηθώ βιβλιοσυλλέκτης αλλά κάποιες υβριδικές τάσεις τις έχω αναγνωρίσει και στον οργανισμό μου. Έτσι αυτό το σύντομο βιβλιαράκι μίλησε όμορφα μέσα μου, σχεδόν το χάρηκα. Ελάχιστη απέχθεια προς αυτό το, απροσδιόριστα ενοχλητικό για μένα, ύφος του συγγραφέα δεν στάθηκε ικανή να μου στερήσει τον αναστοχασμό πάνω στις καίριες παρατηρήσεις του. Ωστόσο, καθώς το διάβαζα, αποσυσκεύασα από την μνήμη μου, μία πολύ μακρινή ανάγνωση ενός ακόμα σπουδαίου στοχαστή που μιλούσε για το ίδιο πάθος αλλά… με περισσότερο πάθος. Όπως και να’ χει βιβλία και γνώμες γύρω από αυτά είναι καλό να συλλέγει κανείς, διαβάστε λοιπόν και τα δύο και αποφασίστε μόνοι σας. Μην νοιάζεστε για μένα, εγώ συλλέγω αποτυχημένες κριτικές· και είμαι πολύ ικανοποιημένος από την προσπάθειά μου. 
 

[…] Ο γνήσιος συλλέκτης θεωρεί ως αναγέννηση ενός παλιού βιβλίου την απόκτησή του. Εδώ ακριβώς έγκειται η παιδικότητα η οποία, στην περίπτωση του συλλέκτη, συμφύρεται με το γεροντικό στοιχείο. Πράγματι, για την ανανέωση της ύπαρξης τα παιδιά διαθέτουν μια πολυσχιδή πρακτική ικανότητα, που ουδέποτε περιέρχεται σε αμηχανία. Στα παιδιά η συλλεκτική δραστηριότητα είναι απλώς μία από τις διαδικασίες ανανέωσης· άλλη διαδικασία είναι το χρωμάτισμα των αντικειμένων, μια άλλη το ψαλίδισμα ιχνογραφημένων μορφών, μια άλλη η αποτύπωση με τη μέθοδο της χαλκομανίας – όλη η κλίμακα των τρόπων της παιδικής οικειοποίησης, από την ψαύση ενός αντικειμένου έως την ονομασία του. Η ανανέωση του γηραιού κόσμου: ιδού η βαθύτερη εναρμόνιση της επιθυμίας του συλλέκτη να αποκτήσει νέα αντικείμενα· γι’ αυτό ο συλλέκτης παλαιών βιβλίων βρίσκεται πιο κοντά στην απαρχή της συλλεκτικής δραστηριότητας σε σύγκριση με εκείνον που προσηλώνει το ενδιαφέρον του στις νέες εκδόσεις για βιβλιόφιλους».


Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ένας κόμπος η χαρά μου

Στην «Βιογραφία του Τζέημς Τζόυς» , ο βιογράφος του Ρίτσαρντ Έλμαν, παραθέτει ένα περιστατικό όπου η αγαπητή Μις Γουίβερ, φανατική αναγνώστριά του που πλήρωνε χοντρά (κυριολεκτικά) για να τα διαβάζει πρώτη, όταν έλαβε ένα απόσπασμα από τα αρχικά κεφάλαια του «Finnegans Wake», απάντησε στον Τζόυς προς απογοήτευση εκείνου, «δεν λαμβάνω καμία απόλαυση από τα προϊόντα ενός εργοστασίου παραγωγής λογοπαιγνίων» … (από μνήμης το συγκεκριμένο απόσπασμα). Μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση εκείνο το απόσπασμα, γιατί για πολλά χρόνια ονειρευόμουν ότι μπορώ να γίνω κάποτε ένας αξιοσέβαστος βιοτέχνης λογοπαιγνικής παραγωγής. Βέβαια, γρήγορα κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι αυτό και όπως εμείς γελάμε με το χιούμορ, αρκετά συχνά γελάει και κείνο μαζί μας! Το πείραμά μου θα αποδεικνυόταν επιεικώς « Ανεκδιήγημα : Λογοατεχνικό είδος» ! Ευτυχώς, υπήρξε κάποιος, ύστερα από δύο αποτυχημένες εκδοχές προσωπικότητας , που πραγματοποίησε το όνειρό μου. Διαβάστε… κομπλεξάρες!

Δεν τρώγεται

Ας γράψω και γω την κριτική μου για την «Χορτοφάγο» για να φάμε τις σάρκες μας καλοκαιριάτικα, όλο χορτοφαγικές και άνοστες κριτικές, δεν μπορούν να θρέψουν το μίσος σας! Όπως συνήθως συμβαίνει με τα περισσότερα χορτοφαγικά μενού, πληρώνεις πολλά, τρως λίγο, απολαμβάνεις λιγότερο· και ως προς αυτό, το βιβλίο της Χαν Γκανγκ τήρησε όλα τα προβλεπόμενα και αναμενόμενα (ημι)μέτρα. Φάγαμε πίκρα, δηλαδή. «Οι μόνες φορές που ο πόνος σταματάει σαν από θαύμα είναι οι στιγμές μετά από ένα γέλιο» – εφόσον οι στιγμές γέλιου είναι ανύπαρκτες στο βιβλίο, η ανάγνωσή του αποδείχθηκε ένα συνεχές μαρτύριο. Το αν πήρε βραβείο Μπούκερ ή αστέρι Μισελέν με αφήνει παντελώς αδιάφορο – σαν φαγητό χωρίς μουστάρδα!

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Ώστε θέλω να γίνω συγγραφέας;

Η συζήτηση άνοιξε πάλι σαν χαίνουσα πληγή –πωωω τα σπάω με τις ευφάνταστες παρομοιώσεις, είμαι έτοιμος για συγγραφέας! – για την Δημουλίδου και την κάθε Δημουλίδου ετούτου του κόσμου, και κατά πόσο κρατάνε σαν Άτλαντες στους ώμους τους την παγκόσμια εκδοτική παραγωγή. Όταν επενδύεις, κατά κόρον, στο μελό και στο επιφανειακό φτηνό πηχτό συναίσθημα των αναγνωστών/ανθρώπων, μην τους ζητάς μετά όταν θα ζορίσουν να πράγματα, να οπλιστούν με κριτική σκέψη γιατί θα βάλουν τα κλάματα – και δικαίως! Γιατί αν αναλογιστούν έστω για λίγο τι φούμαρα τους πούλαγες τόσα χρόνια, δύσκολα θα πειστούν να σε βοηθήσουν όταν θα το έχεις ανάγκη. Και μεις παλιά βλέπαμε «Τόλμη και Γοητεία» αλλά είχαμε την τόλμη (ενδεχομένως και τη γοητεία) να αναζητήσουμε και κάτι καλύτερο. «Μου αρέσει η ιδέα ότι το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται μέσα στο μελανοδοχείο» . Δεν είμαι δημοσιοσχεσίτης αλλά… και ο «Πατάκης» έχει βγάλει ροζ λογοτεχνία! Ναι συμφωνώ, μας φλόμωσε χρόνια τώρα στην φτηνή λογοτεχνία και θυμήθηκε ξαφνικά μέσα στη

Η αισθητική του χιούμορ

Το νούμερο ένα στοιχείο που ψάχνουν όλοι στους άλλους, σε όλων των ειδών τις σχέσεις, είναι το χιούμορ. «Θέλω να με κάνει να γελάω», «Γελάω πολύ με αυτόν τον άνθρωπο», «Είναι απίστευτα αστείος», κλπ. Όταν όμως, σχετικά γρήγορα το χιούμορ εξαπλώνεται σαν ιός πάνω στις παθογένειες της κοινωνίας μας και του (μικρο)κόσμου μας, αμέσως χαρακτηρίζεται άρρωστο, φοράμε την μάσκα (της εκδίκησης) απέναντί του και αναφωνούμε: «Μαλάκα μου, είναι αστείο τώρα αυτό;», «Ο τύπος χρειάζεται άσυλο», «ΜΗΝΥΣΗ…!», κλπ. Το δικαίωμα να γελάς με κάτι είναι ακριβώς ισότιμο με το δικαίωμα να μην γελάς με κάτι. Είναι τόσο απλό – γλυτώνεις και τα έξοδα από τα παράβολα έτσι. Πότε λοιπόν το χιούμορ χάνει το χιούμορ του; Είναι θέμα αισθητικής; Μήπως είναι θέμα χρημάτων; Δεν έχω ιδέα και ούτε με νοιάζει κιόλας. Ξέρω μόνο ότι αν ο καθένας μου έδινε ένα ευρώ για κάθε φορά που τον έκανα να γελάσει, τώρα θα είχα τα λεφτά να ανταπεξέλθω σε όλες τις δικαστικές διαμάχες και θα μου έμεναν και ψιλά να σας κεράσω όλους προφ

Why so serious?

«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε» – στη μεγάλη λογοτεχνία, την επονομαζόμενη κλασική. Είχα καταλήξει ότι μάλλον δε θα διάβαζα ποτέ μου Βίκτορ Ουγκό. Λίγο οι βάναυσες παιδικές διασκευές των βιβλίων του (πώς εκφυλίζουν στα παιδικά/εφηβικά μας μάτια τέτοιους μεγαλειώδεις συγγραφείς, ποτέ δε θα μπορέσω να το χωνέψω), λίγο οι άθλιες εκδόσεις με τις άθλιες μεταφράσεις των «Αθλίων», λίγο η αβάσταχτη (για μένα) λυρικότητα της «Παναγίας των Παρισίων»… ε, δε θέλει και πολύ! Έλα όμως που ένα δοκίμιο για την ειρωνεία ( «Να είσαι εξωτερικά κωμικός και εσωτερικά τραγικός, δεν υπάρχει πιο ταπεινωτικός πόνος, δεν υπάρχει οργή πιο βαθιά» , ορίστε και ένας περιεκτικότατος ορισμός της ειρωνείας δια χειρός του ίδιου του Ουγκό) έπλεκε το εγκώμιο για το συνολικό έργο του και ειδικότερα για το βιβλίο του, με τον απίστευτο τίτλο, «Ο άνθρωπος που γελά». Πόσο μάλλον όταν στην πορεία ανακάλυψα εντελώς τυχαία – That’s Lifo! * – ότι από αυτό το συγκ

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία

      Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό» , ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι ! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του» . Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχν

Confiteor

Καλέ μην τσιμπάτε, clickbait είναι ο τίτλος. Σιγά μην μιλούσα για την υπερεκτιμημένη λογοτεχνική μπούρδα του Καμπρέ που μπορούσε να πάει 500 χρόνια μπρος πίσω μες στην ίδια πρόταση – και μεις πήγαμε 500 χρόνια πίσω με την πανδημία αλλά δεν το κάνουμε και θέμα! Στον αντίποδα, ευτυχώς να λέμε που έχουμε συγγραφείς όπως ο Τζόυς και μπορούμε να κοιτάμε λογοτεχνικά μπροστά για καμιά 200αριά χρόνια ακόμα. Εκατό και βάλε χρόνια έχουν περάσει και ακόμα προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τα ίδια δίχτυα που πάλευε και ο Τζόυς: την πατρίδα, την θρησκεία και την οικογένεια – συν την πανδημία! Τι θα γίνει με μας, δεν ξέρω. «– Έννοια σας και θα τα θυμάται όλα αυτά όταν θα μεγαλώσει! είπε η Ντάντη με έξαψη. Τα λόγια που άκουσε κατά του Θεού και της θρησκείας και των ιερέων, μες στο ίδιο του το σπίτι! – Ας θυμάται επίσης, της φώναξε ο κύριος Κέισυ από την άλλη άκρη του τραπεζιού, τα λόγια που είπανε για τον Παρνέλ οι παπάδες και τα τσιράκια τους, τα λόγια που του ράγισαν την καρδιά και τον έστειλαν