Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κάψε το σενάριο


Και πρέπει να γίνει 9 στις 10 φορές· αυτό ισχυρίζεται ο Ρόμπερτ ΜακΚί στην εμβριθή μελέτη του. Γιατί πολύ απλά, αν δεν παίξεις καλά το χαρτί σου τότε θα αποδειχθεί καμένο χαρτί. Τώρα με την καραντίνα όλοι οι επίδοξοι γραφιάδες θα στύψουν το μυαλό τους και την πέτρα για να μας δώσουν τα έργα τους – επίτηδες δεν αναφέρομαι στις άλλες τέχνες γιατί εκείνες χρειάζονται δεξιότητες, η γραφή όχι, τα ξέρουμε αυτά! «Αν το όνειρό σας είναι να συνθέσετε μουσική, θα λέγατε στον εαυτό σας: “Έχω ακούσει πολλές συμφωνίες… Επίσης παίζω πιάνο… Λέω να σκαρφιστώ μία το Σαββατοκύριακο”; Όχι. Όμως έτσι ακριβώς ξεκινούν αρκετοί σεναριογράφοι: “Έχω δει πολλές ταινίες, άλλες καλές και άλλες κακές… Έχω άριστα στα φιλολογικά… Πλησιάζουν και οι διακοπές…”» – και αν όλα πάνε καλά (που δεν θα πάνε) θα έχουμε να επιλέξουμε από ένα πλήθος αριστουργημάτων. Αλλά σκεφτείτε το λίγο, ποιος θα ήθελε να φύγει από μια επιβεβλημένη πλήξη για να πέσει σε μία άλλη; Να θυμάστε τούτο: η αύξηση στην αταλαντοσύνη είναι πάντα εκθετική.
 
ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ

(Προσφέροντας στον Τζακ μια κούπα)
Καλέ μου, θέλεις
αυτή την κούπα καφέ;


Οι θεατές βλέπουν ότι κρατάει μια κούπα καφέ· η χειρονομία λέει «τη θέλεις;»· η ηθοποιός αισθάνεται τον άλλο ως «καλό» της. Διαισθανόμενη πως ουκ εν τω πολλώ το ευ, η ηθοποιός θα στραφεί στον σκηνοθέτη και θα πει: «Λάρρυ, πρέπει πραγματικά να πω “Καλέ μου, θέλεις αυτή την κούπα;”. Θέλω να πω, αφού του τη δίνω, διάολε, έτσι δεν είναι; Δεν μπορούμε απλά να κόψουμε την ατάκα;”». Η ατάκα κόβεται, η ηθοποιός βάζει φωτιά στην οθόνη προσφέροντας σιωπηλά την κούπα στον τύπο, ενώ ο σεναριογράφος ουρλιάζει: «Τσεκουρώνουν τους διαλόγους μου!». 
 
Ο Ρόμπερτ ΜακΚί είναι πρωτίστως ένας δάσκαλος, και όπως συνήθως συμβαίνει, θα βρεθούν κάποιοι πικρόχολοι να πουν, χμμ άλλος ένας μέτριος σεναριογράφος έτοιμος να μας κουνήσει το δάχτυλο. Όμως, όπως ακριβώς υπάρχουν αριστουργηματικοί σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, μουσικοί, λογοτέχνες, ζωγράφοι, κ.α., με τον ίδιο τρόπο υπάρχουν και αριστουργηματικοί δάσκαλοι. Θέλω να πω, γιατί πάντα χαρακτηρίζουμε τους θεωρητικούς ως αποτυχημένους καλλιτέχνες, ενώ ποτέ, τους καλλιτέχνες ως αποτυχημένους δασκάλους (κάτι που έχουμε δει να συμβαίνει και απευχόμαστε βαθιά); Από την άλλη, το καλό είναι ότι ούτε μία στιγμή δεν θα νιώσετε μαθητές (εκτός και αν το θελήσετε οι ίδιοι). Το εκτενές πολυσέλιδο βιβλίο του ΜακΚί, μας αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο γιατί η αφήγηση είναι το βασικότερο στοιχείο μιας ιστορίας. Και το διαπιστώνουμε έκπληκτοι στο τέλος, όταν θα έχουμε απολαύσει με κομμένη την ανάσα, την ιστορία που μας αφηγήθηκε – την ιστορία του πώς δημιουργούνται τα καλά σενάρια. Ίσως να σας φαίνεται χλωμή η πλοκή, αλλά η αφήγηση αποζημιώνει.
 
Ένα απόφθεγμα του αγαπημένου μου Λίχντενμπεργκ που ανακαλώ από μνήμης με μεγάλη ευκολία και απόλαυση είναι τούτο: «Ακόμα και αν το λιγουλάκι σου δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, λέγε το τουλάχιστον λιγουλάκι ιδιαίτερα» (καταλαβαίνω ότι η μαγεία του αποσπάσματος οφείλεται και στην εμπνευσμένη μετάφραση και χρήση των λέξεων «λιγουλάκι» και «ιδιαίτερο», θα μπορούσε να αποδοθεί και πιο περιφραστικά χάνοντας μέρος της ομορφιάς του). Ο λόγος που το αναφέρω εδώ είναι γιατί αναδεικνύει το προφανές, αν κάποιος κατέχει τα εργαλεία της τέχνης του, μπορεί να φτιάξει κάτι ουσιώδες, που δεν θα περίμενες να το πετύχει, βλέποντας τα αρχικά υλικά.
 
[…] «Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως το σενάριο δεν είναι μυθιστόρημα. Οι συγγραφείς μπορούν να εισχωρούν άμεσα στις σκέψεις και στα συναισθήματα των χαρακτήρων. Εμείς όχι. Άρα οι συγγραφείς μπορούν να ενδίδουν στην πολυτέλεια του εσωτερικού μονολόγου. Εμείς όχι. Ο συγγραφέας πρόζας μπορεί, αν το επιθυμεί, να βάλει τον χαρακτήρα του να περνά από μια βιτρίνα, να κοιτά μέσα και να θυμάται όλη την παιδική του ηλικία».
 
Ο ΜακΚί γνωρίζει ότι η σωστή αναλογία για ένα καλό σενάριο είναι 80% οπτικό αποτέλεσμα και 20% ηχητικό (διάλογοι). Οι αναλογίες αλλάζουν για το θεατρικό ή το μυθιστόρημα. Ωστόσο αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι η επιθυμία των αποδεκτών να απολαύσουν την αφήγηση. Και η αφηγηματολογία έχει κανόνες· ή για να το θέσω πιο ορθά, έχει μοτίβα. Όπως και στο σκάκι, το να ξέρεις τους κανόνες δεν είναι τόσο σημαντικό όσο το να αναγνωρίζεις και να χρησιμοποιείς επιδέξια τα μοτίβα που θα ολοκληρώσουν τον στόχο σου. Και πάλι, όπως στο σκάκι, η κινητήρια δύναμη είναι… η σύγκρουση! Από κει και πέρα το χάος. Αυτό το χάος λοιπόν, ο Ρόμπερτ ΜακΚί προσπαθεί να το αναδιατάξει και να μας το επιστρέψει με ένα εύτακτο τρόπο ώστε να καταλάβουμε λίγο καλύτερα πώς παίζεται το παιχνίδι.
 
Αρχικά, βλέποντας το βιβλίο θεωρείς ότι απευθύνεται σε σπουδαστές συγγραφής σεναρίου. Ύστερα, αντιλαμβάνεσαι ότι θα μπορούσε να δώσει κάποιες σημαντικές συμβουλές σε επίδοξους συγγραφείς λογοτεχνίας. Πολύ γρήγορα όμως καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για κάτι άλλο· μια αφηγηματική σύνθεση γεμάτη χιούμορ, συγκίνηση, εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη, ευρηματικές σκέψεις, σημεία καμπής, ημι-κορυφώσεις, κορυφώσεις που δεν αποτελούν απλώς ψευδο-τίτλους κεφαλαίων, αλλά είναι ενεργά συνθετικά μέρη. Ένα λεκτικό στολίδι! Όσοι, βέβαια, αγαπάτε και τον κινηματογράφο, θα δείτε γνωστές και άγνωστες ταινίες να ξεδιπλώνονται μπροστά σας με έναν νέο τρόπο (όπως έλεγε και ένα ακόμα απόφθεγμα του Λίχτενπεργκ: «Να κοιτάς από παλιές τρύπες με νέα μάτια») που θα σας κάνει να εκτιμήσετε περισσότερο αυτή την σπουδαία τέχνη. Η σκαμπρόζικη μετάφραση είναι του Αντώνη Καλοκύρη, η επιμέλεια της Εύας Στεφανή, και η γενική σύνθεση, των εκδόσεων «Πατάκη». Στο τέλος του βιβλίου, περιλαμβάνονται ευρετήριο καθώς και εκτενής κατάλογος φιλμογραφίας ώστε να #μείνετε_σπίτι και να διαλέξετε ποια ταινία θα δείτε. Όλα στο πιάτο σάς τα δίνουμε πια – τα σνακ και λοιπά μπινελίκια (διπλής ανάγνωσης) να τα προσθέσετε μόνοι σας! 
 

 
Συγχέοντας τις ιδιότητές μου, του θεατή/αναγνώστη και του κριτικού/τρομάρα μου, έχω να δηλώσω το εξής και ρίχνω οριστικά τίτλους τέλους.
 
[…] «Όμως σχεδόν σε κάθε κριτική που διάβασα, σε κάποιο σημείο ο κριτικός ανέφερε: «…ωστόσο οι θεατές φάνηκαν να το απολαμβάνουν». Κωδικοποιημένη φράση που σημαίνει: «… όπως και ο κριτικός». Οι κριτικοί δεν αναφέρονται ποτέ στην απόλαυση των θεατών, παρά μόνο αν τη συμμερίζονται. Παρά τη σκανδαλισμένη ευαισθησία τους, η ταινία τούς άρεσε».

Σχόλια

  1. Το έχω στην λίστα μου και θα ενδώσω. Αυτό που με ελκύει βλέποντας ταινίες και διαβάζοντας είναι οι μηχανισμοί που κάνουν την αφήγηση να λειτουργεί. Ξεκινάς να γράψεις ας πούμε ένα σενάριο, τρως τα μούτρα σου, και τότε κάνεις την εξής τραγική συνειδητοποίηση: ως καταναλωτής, δεν έχεις ιδεάς γιατί σου αρέσει κάτι, γιατί λειτουργεί κάτι και κάτι άλλο όχι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Sileon, συγγνώμη που είδα καθυστερημένα το σχόλιό σου. Να ενδώσεις, ναι. Είναι υπέροχο βιβλίο, ακόμα και στα πιο «τεχνικά» του κομμάτια.

      Έτσι ακριβώς είναι. Όπως θα σου πει και ο ΜακΚι υπάρχουν ελαχιστότατες περιπτώσεις μεγάλων δημιουργών που τα πράγματα μπορούν να δουλέψουν και άλλιως, αλλά στη συντριπτική πλειονότητα των έργων, οι μηχανισμοί που τα καθιστούν ελκυστικά, ή έστω λειτουργικά, στο κοινό είναι πολύ συγκεκριμένοι.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν