Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αστραπή να σε βαρέσει

 
Τι μετράει τελικά στη λογοτεχνία; Να έχεις συνεχές ή εναλλασσόμενο ρεύμα; Μένοντας κάπου κοντά σε κάποιο «κεντρικό εργοστάσιο» (βλ. μεγάλη λογοτεχνία) αλλά εξασθενίζοντας την τάση μόλις κάνεις να απομακρυνθείς κάπως από αυτό ή μετασχηματίζοντας διαρκώς την ενέργειά σου και μεταφέροντάς την δυνατή και διαυγή πολύ μακρύτερα από την πρωτότυπη πηγή; Ο Ζαν Εσνόζ ανήκει στην δεύτερη κατηγορία, δεν είναι δα και κεντρικό εργοστάσιο, αλλά ξέρει να μετασχηματίζει την γλώσσα, αρκετά καλά ώστε να ηλεκτρίζει τους αναγνώστες του. Στην ελληνική λογοτεχνία δε, έχουμε μόνιμα… πρόβλημα ηλεκτροδότησης, μην το ψάχνετε περισσότερο. Μας έφαγε ο συνδικαλισμός, αδέρφια. Δώσαμε όλα τα φώτα έξω και δεν κρατήσαμε τίποτα. Και μην με κατηγορήσετε για σκοταδισμό, απλώς δεν βλέπουμε την τύφλα μας λογοτεχνικά, ηλίου φαεινότερον!
 
Στις «Αστραπές» ο συγγραφέας γράφει την μυθιστορηματική βιογραφία (καλώς ή κακώς, έτσι αναγράφεται στο οπισθόφυλλο, βέβαια αν παίρναμε τοις μετρητοίς όσα γράφονται στα οπισθόφυλλα θα τρώγαμε τα χρόνια μας στα δικαστήρια αξιώνοντας αποζημιώσεις ψυχικής υγείας) του Νίκολα Τέσλα, του διάσημου εφευρέτη. Κατά την γνώμη μου, είναι περισσότερο μυθιστόρημα παρά βιογραφία, αφ΄ης στιγμής κιόλας που δεν τον κατονομάζει με το όνομά του αλλά χρησιμοποιεί το μεταμορφωμένο, Γκρέγκορ. Αναμένω με μεγάλο ενδιαφέρον την επίσης μυθιστορηματική βιογραφία του Τέσλα από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», για να κάνω την σύγκριση. Ο Εσνόζ τον αντιμετωπίζει περισσότερο ως μυθιστορηματικό ήρωα, πότε επιτυχώς και πότε ανεπιτυχώς, και του αλλοιώνει κάπως κατά τα γούστα του, την έτσι και αλλιώς, μυθιστορηματική ζωή του. Κάπως αλλιώς το περίμενα αυτό το βιβλίο. Δεν ξέρω, ωστόσο, αν όλα αυτά είναι ανόητες προβολές του νου μου.
 
[…] «κυρίως, όμως, ο Γκρέγκορ επιδεικνύει το χάρισμα να φαντάζεται τα αντικείμενα όπως αυτά υπήρχαν πριν από την ύπαρξή τους, να τα βλέπει με τόση, τρισδιάστατη ακρίβεια, ώστε, τη στιγμή της επινόησής τους, να μη χρειάζεται το παραμικρό πείραμα, σκαρίφημα, σχέδιο ή μακέτα. Έτσι, αφού αυτό που φαντάζεται θεωρείται αυτομάτως πραγματικό, ο μόνος κίνδυνος τον οποίο διατρέχει, και τον οποίο δεν αποκλείεται να διατρέχει πάντα, είναι να συγχέει το πραγματικό με οτιδήποτε προβάλλει ο νους του».
 
Ο Τέσλα είχε πάντα στο μυαλό μου τη θέση του αρχετυπικού καλλιτέχνη μεγάλου εκτοπίσματος (θέση που μοιράζεται με τον Τζέημς Τζόυς και τον Μπόμπι Φίσερ), ενός ανθρώπου που ζει για την τέχνη του, δεν την εγκαταλείπει ποτέ ακόμα και όταν όλοι οι άλλοι τον εγκαταλείπουν, μια τέχνη που περι-φέρει ως κοινωνική ταφόπλακα ακόμα και όταν είναι ζωντανός, και την εναποθέτει ως διαθήκη στις μελλοντικές γενιές. 
 
[…] «Ιδού ποιο ήταν ανέκαθεν το πρόβλημα μ’ αυτόν τον άνθρωπο: δεν ξέρεις ποτέ με ακρίβεια αν όλα αυτά είναι εφικτά ή μήπως έχουν να κάνουν πιο πολύ με όνειρο ή, έστω, με μπλόφα. Και καθώς η απαράβατη αρχή του είναι να μην αποκαλύπτει τις μεθόδους του πριν τις δοκιμάσει σε πραγματικό περιβάλλον, συμβαίνει να μην πολυκαταλαβαίνουν οι άλλοι αν όντως θέλει να τα αναπτύξει όλα αυτά, ή αν απλώς κάνει τον έξυπνο». 

Φυσικά, το βιβλίο δεν στερείται πλοκής, συμπυκνώνει θαυμάσια την ζωή του Τέσλα και διαβάζεται απολύτως ευχάριστα. Απλώς, ας πούμε ότι το βρήκα περισσότερο λογοτεχνικό απ’ ό, τι θα ήθελα – ποιος να το περίμενε ότι θα έγραφα αυτά τώρα, όταν πριν από μερικές βδομάδες τα έβαζα με τα πολυδιαφημισμένα memoir που δεν είναι αρκετά λογοτεχνικά· τι να κάνουμε, συμβαίνουν και αυτά! Επίσης, συνέβη και κάτι άλλο που δε θα μπορούσα με τίποτα να το προβλέψω. Ο Εσνόζ γράφει ακριβώς όπως εγώ!! Όχι, σταθείτε, δεν το είπα καλά. Εννοώ ότι χρησιμοποιεί συχνά το πρώτο ενικό και πληθυντικό πρόσωπο, έχει προφορικότητα, συγχέει ετερόκλιτα πράγματα, προκρίνει την ειρωνεία και την λοξή ματιά, επιδίδεται σε πετυχημένα ή μη λογοπαίγνια, κλπ, και έτσι καθώς το διάβαζα ένιωθα ότι η γραφή του μοιάζει με την δική μου – αυτή την μπλογκική τέλος πάντων, στην λογοτεχνική (θα) είμαι πολύ καλύτερος. Θα σας το δώσω με ένα παράδειγμα: φανταστείτε ότι μπαίνετε στο λεωφορείο και πέφτετε πάνω σε κάποιον που (νομίζετε) ότι σας μοιάζει πολύ· δε θα σαστίζατε ελαφρώς; Δεν θα νιώθατε μια αμηχανία; Πώς να «συνομιλήσεις» με τον σωσία σου; Κάπως έτσι ένιωθα, σε μερικά σημεία του βιβλίου. Βέβαια, στην πορεία το εκλογίκευσα το πράγμα, μιας και εγώ συγγραφικά θέλω να μοιάσω στον Τζόυς, και έτσι γλύτωσα από αυτή την προσωρινή τρέλα!
 
Η έκδοση των «Πόλις» ικανοποιεί τα γνωστά ποιοτικά στάνταρ, αν και πρέπει να ομολογήσω εδώ χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ότι από τις εν λόγω εκδόσεις έχω τα λιγότερα βιβλία στη συλλογή μου – παραείναι εστέτ για τα γούστα μου. Με έναν παράξενο τρόπο, όμως, ένας κάπως μετριοπαθής εστετισμός στην επιλογή των τίτλων, που δεν μπορεί να κάνει την υπέρβαση, και γι’ αυτό επαναπαύεται σε μια αδιάφορη φιλαυτία, με λίγες αξιόλογες εξαιρέσεις – τουλάχιστον για μένα, το ξαναλέω, μην στέκεστε κεραυνοβολημένοι! Η μετάφραση ανήκει στον Αχιλλέα Κυριακίδη και είναι πολύ καλή. Εντύπωση μου έκανε όμως μία υποσημείωσή του όπου ο Τέσλα αναφέρεται ως Κροάτης ενώ θεωρείται πλέον ευρέως γνωστός ως Σέρβος. Θα περιμένω και την προσεχή έκδοση του «Καστανιώτη» για να κάνω συγκριτική εθνολογία, αν και εμένα προσωπικά, ο Μέγας Αλέξανδρος με νοιάζει να είναι Έλληνας, όλοι οι άλλοι να πάνε να διχαστούν! 
 
Λίγο πολύ, κάποιοι ζούνε εις βάρος κάποιων άλλων, όμως δεν θα ήταν υπερβολή αν πούμε ότι όλοι μας ζούμε (ακόμα και τώρα) εις βάρος (της μνήμης) του Τέσλα. Δεν μπορώ να συμφωνήσω για τη ζωή αλλά, σίγουρα θα είμαι πάντα με τους Tesla της τέχνης! 
 

[…] «Ξέρω καλά πως ο Γκρέγκορ είναι αντιπαθής και δυσάρεστος μέχρι σημείου να σου περνάει απ’ το μυαλό καλά να πάθει, αλλά όχι, βρε παιδί μου. Τον βρίσκουμε αδέκαρο και στα πρόθυρα της φυλακής, τη στιγμή που ο Έντισον, ο Ουέστινγκχάους, ο Μαρκόνι και οι άλλοι που έχουν εκμεταλλευτεί τις ιδέες του με πενιχρό αντίτιμο, αν δεν τις έκλεψαν κιόλας, έχουν δουλειές με φούντες και κερδίζουν πακτωλούς χρημάτων. Όχι απλώς ξεπαραδιασμένος, βλέπει με πίκρα ένα σωρό επιχειρήσεις, που ζουν αποκλειστικά χάρη στις δικές του εφευρέσεις, από το εναλλασσόμενο ρεύμα ως την ασύρματη τηλεγραφία και τις ακτίνες Χ, να αναπτύσσονται κερδοφόρες, χωρίς αυτός να εισπράττει ούτε δεκάρα».
 
Υ.Γ. 220 Όσοι ακούγατε αυτό το συγκρότημα έχετε ζήσει γαμάτα παιδικά χρόνια! Θα σας πεθάνω στην νοσταλγία, πουλάει πολύ τελευταία – στη λογοτεχνία και γενικότερα. 
 
 

Σχόλια

  1. Ώστε φιλοδοξείτε να γίνετε ο νέος Εσ(ε)νόζ, αν όχι ο Τζόυς...  
    Κι όρθια η Πράξη (σας) σαν αλεξικέραυνο. M. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    Ας ξαναβρούμε την κανονικότητά μας μέσω της ποίησης λοιπόν.

    Τούτο μόνο να ξέρεις:
    "Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
    καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει"
    .......
    Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου,
    άνθρωπε·
    δώσε της διάρκεια· μπορείς!

    [...]όλα μία στιγμή,
    όλα η μόνη σου αστραπή
    για πάντα.
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ


    Πάρτε κι έναν Σαχτούρη δώρο:


    Η ΑΣΤΡΑΠΗ
    Θριαμβικοί θάνατοι επέρχονται
    ραγδαίως
    και μες στον μαύρο ουρανό
    ανάμεσα σε πύραυλους μέσου βεληνεκούς
    η λαμπερή αστραπή
    θα ’ναι η ψυχή μου.
    ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Καταβύθιση

    Της κεραυνοβολημένης ινστρουμένταλ βερσιόν:
    2CELLOS - Thunderstruck
    https://www.youtube.com/watch?v=uT3SBzmDxGk

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εξαρχής Τζόυς θέλω να γίνω αλλά αν δεν τα καταφέρω βολεύομαι και με τον νέο Εσνόζ που θα γράψει την μυθιστορηματική βιογραφία του Τζόυς!

      Το ποιήματα τα είδα να έρχονται πριν ακούσω την ηχώ τους ;) Ευχαριστώ και πάλι που διαταράσσετε δημιουργικά την πεζότητα του μπλογκ μου.

      Χαχα, φοβερό βίντεο!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.