Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ελάτε όπως είστε (Come as you are)

 
Παιδιά, από μυθιστορηματική βιογραφία σε μυθιστορηματική βιογραφία, σας πάω – θα σέβεστε! Ήδη από την αρχή όμως ο συγγραφέας φροντίζει να μας προειδοποιήσει για το ανώφελο και το επισφαλές όλων των βιογραφιών, μυθιστορηματικών ή μη: «Ονόματα, γεγονότα και τόποι δεν έχουν καμία σχέση με ανθρώπους και γεγονότα της πραγματικότητας. Δεν υπάρχει βιογραφική αλήθεια και αν ακόμα υπήρχε, δεν θα ξέραμε τι να την κάναμε». Ουπς, τι έχουμε εδώ, λογοτεχνία με ψευδώνυμο; Και μάλιστα αναγνωρίσιμο; Ο Μπαμπασάκης σαν άλλος Τάκης Τσουκαλάς, με το δίκιο του θα αναφωνούσε εδώ, «Με ανώμαλους δεν μιλάω!», γιατί ναι, άλλο όνομα στο βιβλίο, άλλο στη ζωή, άλλο στο facebook… αυτά είναι τρελά πράγματα και καλό είναι να μην γίνονται! Για όνομα του Θεού (που έχει, δεν ξέρω και γω, πόσα ψευδώνυμα)! Κι όμως γίνονται, δεν είναι δα κάτι τόσο κακό. Πολλοί θέλουν να γράψουν σαν τον Πύντσον, απλώς είναι λίγοι εκείνοι που το δοκιμάζουν εμφορούμενοι από το γνήσιο ενδιαφέρον τους προς το έργο του Μεγάλου Δασκάλου – ακόμα και αν φαίνεται ότι επικαλούνται επί ματαίω και βλάσφημα το όνομά του. Επώνυμος, ψευδώνυμος ή ανώνυμος, αν το αξίζεις μπορείς να έχεις λόγο στην λογοτεχνία. Από την άλλη, η λογοτεχνία δεν λογοδοτεί σε κανέναν. Κάποιοι μεγαλομανείς ινστρούχτορες συνηθίζουν να κυκλοφορούν και να οπλοφορούν στο όνομά της. Από μένα δεν έχετε να φοβάστε τίποτα· no, i don’t have a gun.
 
Ξεκινώντας ένα βιβλίο σαν και αυτό, όντας φανατικός αναγνώστης του Πύντσον, νιώθεις ότι όλα τον αφορούν με κάποιον τρόπο. Ο υπότιτλος «Καταραμένο είδωλο» δεν είσαι πλέον σίγουρος αν αναφέρεται στον Kurt Cobain (και όχι στην κατάρα του Πύντσον με το Νόμπελ Λογοτεχνίας), το όνομα του ήρωα του βιβλίου, Homer, απηχεί εντυπωσιακά σε εκείνο της ηρωίδας της «Συλλογής των 49 στο σφυρί», Οιδίπα Μαας, ενώ και αποσπάσματα όπως το παρακάτω, δείχνουν να κλείνουν με φιλικά πειρακτική διάθεση το μάτι στον σπουδαίο Αμερικανό. «Τι σκέφτηκε άραγε εκείνος ο ηλίθιος; αναρωτήθηκε ο Homer. Μήπως νομίζει ότι είμαι σαν κι εκείνον, ότι ανήκω κι εγώ στην ομάδα των ανθρώπων που νοσταλγούν το παρελθόν; Εγώ είμαι νορμάλ άνθρωπος. Ας κρατήσουμε λοιπόν τις αποστάσεις». Και πράγματι κρατάει τις λογοτεχνικές αποστάσεις (αν μπορούσε, ας έκανε και αλλιώς!). 
 
Η πορεία της ανάγνωσης σού προσφέρει πολλά πυντσονικά hints που χαίρεσαι να τα ανακαλύπτεις (ή να νομίζεις ότι το κάνεις), κυρίως όμως ξεκαθαρίζει το εξής: το μεγαλείο και η δύναμη του πρωτοτύπου είναι τόσο μεγάλα που δεν μπορούν να συγκριθούν με καμία ρέπλικα, ακόμα και αν το βιβλίο του «μιμητή» είναι πολύ καλό, και το συγκεκριμένο όντως είναι. Γίνεται φανερό ότι αυτές οι χαοτικές και παρέξενες πλοκές του Πύντσον με όλα τα συμπαρομαρτούντα είναι συγκροτημένες απολύτως συνειδητά και με απαράμιλλη μαεστρία. Το ότι κανείς δεν μπορεί να γράψει σαν εκείνον δεν είναι απλώς ένα ελιτίστικο σχήμα λόγου αλλά μια πικρή αλήθεια που πληγώνει ακόμα και τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς. Τα τελευταία 50 τουλάχιστον χρόνια κανείς δεν μπορεί να γράψει σαν εκείνον. Ούτε καν. Κάθε ενδεχόμενη προσπάθεια, ωστόσο, είναι πάντα ευπρόσδεκτη:  
 
[…] «Αυτός, ο Homer, καθόταν στο τιμόνι του αυτοκινήτου του – το οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε – ένα Present του 1990, είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου έτσι χωρίς λόγο και είχε μείνει εκεί στη θέση του οδηγού κοιτώντας ήρεμα και με θαυμασμό εκείνο το σημείο του ορίζοντα όπου συναντιόντουσαν οι δύο άκρες του δρόμου, μια απόρριψη της αρχής του Ευκλείδη, σύμφωνα με την οποία οι δύο παράλληλες γραμμές συναντιούνται στο άπειρο. Το αναποδογυρισμένο V της γραμμής του δρόμου, πλαισιωμένο από το παραλληλόγραμμο του παρμπρίζ, του φαινόταν σαν την ανησυχία σε σχήμα σφήνας που είχε καρφωθεί στην καρδιά του, αυτό θα αντιπροσώπευε το μέλλον, το μέλλον που δεν γνώριζε, αλλά ένιωθε ότι θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτό, μέλλον αβέβαιο γεμάτο ανασφάλεια που ήλπιζε ότι ποτέ δε θα ερχόταν, αλλά ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει προς αυτό εξαιτίας των αυτοκινήτων που υπήρχαν πίσω του και τον πίεζαν να τραβήξει μπροστά, ένα πλήθος από μέρες που όλο και μεγάλωνε, ένα παρελθόν θορυβώδες που δεν ήθελε να τον αφήσει σε ησυχία».
 
Λοιπόν, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, το βιβλίο του Τομάζο Πίντσιο είναι αυτό που λέμε ένα weird βιβλίο όπου «ακόμα κι αν δεν υπήρχε κανένα σημαντικό γεγονός, τα βιβλία έδιναν πάντα την εντύπωση ότι είναι γεμάτα από γεγονότα». Ο ήρωας του βιβλίου, Homer Boda Alienson, είναι ένας τύπος που έχει να κοιμηθεί 18 ολόκληρα χρόνια εξαιτίας της διαφορετικότητας των γύρω του – όταν δηλαδή αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά ότι την ώρα που αυτός κοιμάται, οι γύρω του γίνονται όλο και πιο διαφορετικοί, ξεκινώντας η αλλαγή από τους πολύ κοντινούς του ανθρώπους, τους γονείς του. Έχει ως χόμπι και βιοποριστική λύση να στέλνει σε συλλέκτες διαστημικά παιχνίδια, παιχνίδια του μέλλοντος, που ζητούσε από τους γονείς του να του αγοράσουν σε μεγάλες ποσότητες όταν ήταν μικρός. Βρίσκει μια λύση στην αϋπνία του όταν συναντάει τον Kurt και εκείνος του λέει ότι θα τον βοηθούσε να κοιμηθεί εύκολα, η άσπρη σκόνη. Σε αντίθεση, ο Kurt φαίνεται να βρίσκει στο πρόσωπο του Homer, έναν… φανταστικό φίλο.
 
Αν δεν υπήρχε η ισχνή (ή μη) σύνδεση με τον Πύντσον, δύσκολα θα διάβαζα ένα βιβλίο σχετικό με τον Κομπέιν δεδομένου ότι δεν με τρελαίνει η μουσική του και η φήμη που τον περιβάλλει. Θυμάμαι ακόμα με τρόμο πώς είχα καταφέρει να αντέξω τα 90 λεπτά του ντοκιμαντερίστικου φιλμ «Last Days» του Gus Van Sant σε κινηματογράφο της Αθήνας – από τότε έχω να πατήσω στην πόλη, εκείνος ο τρόμος συνεχίζει να με παραλύει, απ’ ό,τι φαίνεται! Παρόλα αυτά, θα χαρακτήριζα ακόμα και σήμερα, εκείνη την αίσθηση και την ανάμνηση από την θέαση της ταινίας για τις τελευταίες μέρες του Κερτ Κομπέιν, επιδραστική, και με τον ίδιο χαρακτηρισμό θα συνόψιζα και το βιβλίο του Πίντσιο. Με εντελώς παράδοξο και αλλόκοτο τρόπο, καταφέρνει να σου περάσει την ιδιότυπη ψυχοσύνθεση του Κομπείν – ξεκολλάτε πια, δεν είχε μόνο ο Joker ιδιότυπη ψυχοσύνθεση!! 
 

 
Από την παλιά και καλή εκείνη εποχή που το «Μεταίχμιο» έπαιρνε τουλάχιστον εκδοτικά ρίσκα για χάρη σοβαρών λογοτεχνικών προσπαθειών – κρίνοντας, εντούτοις, από την συγκαιρινή σπανιότητα του συγκεκριμένου βιβλίου, μάλλον δεν του βγήκαν. Η πολύ ωραία μετάφραση είναι της Φωτεινής Ζερβού. Είπαμε, δεν φτάνει τον κόσμο του Πύντσον αλλά έστω τον κρυφοκοιτάζει από ένα μικρό παράθυρο και καταφέρνει να τον αποτυπώσει στο χαρτί σαν παιδική ζωγραφιά, αλλότριο αλλά αληθινό – μην υποτιμάτε τις παιδικές ζωγραφιές! Για μένα ήταν μια λογοτεχνία με αξιώσεις και το χάρηκα πολύ το βιβλίο. Δεν πρόκειται για μια συγκεκριμένη βιογραφία, αλλά για βιογραφίες πολλών και διάφορων. Βιογραφίες ανθρώπων που νιώθουν ότι όλα γίνονται λίγο πιο διαφορετικά κάθε φορά που ξυπνάνε από τον σύντομο ύπνο τους. Άνθρωποι που θέλουν να παρατείνουν τεχνητά αυτόν τον σύντομο ύπνο τους, ίσως και ως το διηνεκές. Μεταιχμιακοί χρόνοι, επελαύνοντες αιώνες. Ένας αιώνας που πλησιάζει (σε μας μπήκε ήδη!), που σε αναγκάζει να παίξεις και συ με τα… παιχνίδια του μέλλοντος, ακόμα και αν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις. Διαφυγή, αποφυγή. Σπασμένες χορδές.
 
«Από την άλλη, ποιος είπε ότι το να υπάρχεις είναι ο μοναδικός τρόπος για να βρίσκεσαι πάνω στη γη;»
 
Υ.Γ. 2666 Παιδιά, σας πάω! 
 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.