Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καλλιτέχνης θα πει


«Η τάδε είσαι αρτίστα / κάποιας μεγάλης τέχνης / όμως δεν έμαθες ποτέ / τι είναι καλλιτέχνης» τραγουδούσε αισθαντικά ο NOTISS πίσω στα late 90s. Πολλοί από σας μπορεί να αποφαίνονται ανενδοίαστα για κάποιον καλλιτέχνη «σπουδαίο υποκείμενο είναι και του λόγου του» αλλά ξέρετε άραγε πότε ακριβώς αυτό το υποκείμενο απέκτησε υπόσταση μέσα στον ιστορικό χρόνο; Πότε λοιπόν ένας καλλιτέχνης αισθάνθηκε για πρώτη φορά καλλιτέχνης; Και πώς στο καλό φθάσαμε σήμερα όλοι μας να θεωρούμαστε καλλιτέχνες και κανείς να μην καταφέρνει να ξεριζώσει αυτόν τον διάολο από μέσα μας; «Εδώ, την προσοχή μας θα συγκρατήσει η διαδρομή του κυρίαρχου προτύπου για τον καλλιτέχνη, όπως εμφανίζεται στον δυτικό κόσμο, τους δύο τελευταίους αιώνες». Καλλιτέχνες όλου του κόσμου ενωθείτε. Για να μετρήσουμε ποιος την έχει μεγαλύτερη. Την τέχνη. 

Το βιβλίο εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην εικαστική τέχνη (η πρωτοκαθεδρία της όρασης), στον καλλιτέχνη-διανοούμενο, σε εκείνο το υποκείμενο που τον όψιμο Μεσαίωνα και την πρώιμη Αναγέννηση, «μεταλάσσεται σε κάποιον δηλαδή ο οποίος αρχίζει να αντιλαμβάνεται το έργο του με κριτήρια εξειδίκευσης, μοναδικότητας και εφευρετικότητας». Παύει να νιώθει μπογιατζής και αξιώνει μια καλύτερη θέση – όπως ακριβώς πασχίζει και ο Πόλλοκ με την μπατανόβουρτσα στο χέρι, στο εξώφυλλο του βιβλίου. Όσοι τον θεωρείτε ακόμα μπογιατζή, ξεκουμπιστείτε από εδώ γιατί θα σας πετάξω μπογιές! Η ψυχοσύνθεση ενός καλλιτέχνη όμως, η επίμοχθη συνειδητοποίηση που απολαμβάνει πλέον ύστερα από αιώνες στέρησης, μετακυλίεται και σε άλλες μορφές τέχνης, αφορά και άλλα υποκείμενα όχι μόνο τους ζωγράφους. Ο συγγραφέας με τον απαράμιλλο τρόπο του το αφήνει σαφέστατα να εννοηθεί. Ωστόσο, όλη η αφήγηση είναι πήχτρα στους πίνακες ζωγραφικής και εγώ προσωπικά πολύ το γουστάρω (αν και καλλιτέχνης της συγγραφής, ο ίδιος)! Χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: ο μοναχικός καλλιτέχνης («Καλλιτέχνης θα πει / μοναξιάς φυλακή / και της πίκρας κανάλι»), ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης («Καλλιτέχνης θα πει / να μιλάς με σιωπή / και να ακούνε οι άλλοι») και η απώλεια του καλλιτέχνη («Καλλιτέχνης θα πει / όλα όσα δεν είσαι / κι όλα όσα μιμείσαι»)… σε καταλάβαμε Νίκο Δασκαλοθανάση, μην πεις τίποτα άλλο, και μεις ακούγαμε Νότη!! 

Eugene Delacroix, Ο Μιχαήλ Άγγελος στο εργαστήριό του, 1850

Αχ μωρέ το γλυκούλι, δες το, είναι μοναχούλι και μελαγχολικό… σίγουρα καλλιτέχνης θα είναι! Όλοι το έχουμε σκεφτεί αυτό τουλάχιστον μια φορά. Ενώ μπορεί να είναι απλώς κάφρος και μίζερος – κάτι που δεν αποκλείει βέβαια το γεγονός να είναι και καλλιτέχνης. Αυτή η κλισέ εικόνα όμως συνεχίζει να συνοδεύει ακόμα και τώρα τους καλλιτέχνες και την άποψη που έχουμε γι’ αυτούς. «Ο καλλιτέχνης δεν ξεφεύγει από τις κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής του», αυτό είναι το ζουμί του πρώτου κεφαλαίου (και εν ολίγοις ολόκληρου του βιβλίου), εκεί όπου το (εκάστοτε) θεσμικό πλαίσιο δεν μπορεί να ενσωματώσει τους (τότε) μοντέρνους καλλιτέχνες ωθώντας τους στο περιθώριο της ζωής και ενδεχομένως στη κορυφή της τέχνης τους. 

Ferdinand von Rayski, Η αυτοκτονία του καλλιτέχνη στο εργαστήριό του, π. 1840

[…] «Η απώλεια ενός χώρου ύπαρξης για τον καλλιτέχνη και ο κοινωνικός του μετεωρισμός λόγω της αναδιάρθρωσης ενός ολόκληρου συστήματος μεταμφιέζεται σε συνειδητή πρόθεση απομόνωσης που υποτίθεται πως τρέφει την καλλιτεχνική έμπνευση. Η ρομαντική ιδέα της απομονωμένης μεγαλοφυΐας συνεχίζει να βρίσκει υπό αυτές τις συνθήκες γόνιμο ιστορικό έδαφος και να τροφοδοτεί όχι μόνο το μύθο αλλά και την ίδια την σταδιοδρομία του καλλιτέχνη, που με τη σειρά της ενισχύει την εμπορική αξία του καλλιτεχνικού του έργου. Το πρότυπο της μοναχικής καλλιτεχνικής μεγαλοφυΐας δεν θα υποχωρήσει ακόμη και όταν στον 20ο αιώνα η μοντέρνα τέχνη θα γνωρίσει το θρίαμβο και οι καλλιτέχνες της τη δόξα»

Jean Fautrier, Κεφάλι ομήρου αρ. 7, 1944

Ας περάσουμε τώρα σε καλλιτέχνες πρωτοπόρους και στους πολύ μοντέρνους χώρους! Οι διευρυμένες κοινωνικές αντιθέσεις του 20ου αιώνα (βλέπε επίσης Ιστορική πρωτοπορία) αλλά και τα πολυσύνθετα πλέον θεσμικά πλαίσια που αναδύθηκαν βάζοντας ενεργά στο παιχνίδι και τους όρους αγοράς, ειδικά στο κίνημα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού στην μεταπολεμική Αμερική, με κύριους εκφραστές τους Πόλλοκ και Ρόθκο, μετάλλαξαν το κυρίαρχο πρότυπο του καλλιτέχνη, διατηρώντας όμως και κάποιες αλλοτινές ρομαντικές ιδέες.

[…] «η αμερικανική πρωτοπορία δεν μπορούσε παρά να ανακυκλώσει, ανεξάρτητα από τις δικές της ιδιαιτερότητες, την αντίστοιχη πορεία της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση σε ορισμένες πλευρές του καλλιτεχνικού συστήματος που συνάδουν απόλυτα με ένα ακραιφνέστερο φιλελεύθερο πρότυπο: ανάδειξη προμηθεϊκών ηρώων με αντιφατική, αντικοινωνική συμπεριφορά, μεταφορά στο πεδίο της καλλιτεχνικής έκφρασης οποιασδήποτε προβληματικής σε σχέση με την πραγματικότητα, διάλυση της ίδιας της καλλιτεχνικής κοινότητας και υποκατάσταση των ουσιαστικών δεσμών μεταξύ των καλλιτεχνών από συσχετισμούς στο πλαίσιο καλλιτεχνικών κινημάτων επιβεβλημένων από την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης. Ταυτόχρονα, η εμπλοκή στο σύστημα μιας νέας αγοράς, όπου κυριαρχεί απολύτως ο ιδιωτικός τομέας, αποτελεί φυσικά και τη μοναδική διέξοδο για την επιβίωση των φορέων της καλλιτεχνικής παραγωγής». 

Edouard Manet, Το πρόγευμα στη χλόη, 1863

Από κει και ύστερα, ας πούμε στη μετα-Πόλλοκ εποχή, οι καλλιτέχνες νιώθοντας την ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους («Η εξέλιξη του ηρωικού καλλιτεχνικού μύθου ταυτίζεται στο εξής με την ιστορία του ίδιου του επαναπροσδιορισμού του»), αρχίζουν να απομακρύνονται από την εικαστική τέχνη, δημιουργώντας έργα μεταξύ ζωγραφικής και γλυπτικής ή και έξω από τα όρια αυτών· και εκεί άρχισα να απομακρύνομαι και εγώ. Εμένα μου αρέσει η ζωγραφική – ένας καμβάς-σκακιέρα με αυστηρά όρια όπου εκεί μέσα θα γίνει το όποιο καλλιτεχνικό παιχνίδι. Δεν τρελαίνομαι για το εξωτερικό σκάκι με ανθρώπινα κομμάτια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα σταθώ να περιεργαστώ την τέχνη που απορρέει (και) από αυτό! Στο τρίτο κεφάλαιο λοιπόν, στην «απώλεια του καλλιτέχνη» μπαίνουμε στα (συνήθως άγονα) χωράφια της Documenta, των Μπιενάλε, της ποπ αρτ, της ροκ αισθητικής, των τζαζ συνθέσεων, κλπ… εκεί δηλαδή όπου δεν υπάρχει λογική. Όσοι θέλετε να μπείτε καλύτερα στο πνεύμα του τρίτου κεφαλαίου μπορείτε να δείτε και το απολαυστικό προβοκατόρικο θριλεράκι «Το βελούδινο πριόνι». Εντάξει δεν είναι και όλη η τέχνη ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν και μερικά έργα, σκέτες μαλακίες, όπως εκείνο του Santiago Sierra «Δέκα άτομα πληρωμένα για να αυνανιστούν, 2000». Δεν έβαλα φωτογραφία του έργου γιατί έχει γεμίσει το διαδίκτυο με dick pics – εξάλλου, μια μαλακία και μισή, ήταν. 

Henri Matisse, Χλιδή, γαλήνη κι ηδονή, 1904-1905

Οι προβληματισμοί που αναλύονται καθ’ όλη την έκταση του βιβλίου είναι καίριοι και διαφωτιστικοί. Ο συγγραφέας αποδεικνύεται μεγάλος καλλιτέχνης – καλός κατατονικός είναι και αυτός! Δεν αρκεί όμως μία ανάγνωση για να πεις ότι διάβασες τέχνη. Έχει γράψει και μια μονογραφία για έναν αγαπημένο μου ζωγράφο και έτσι σίγουρα θα ξαναδιαβάσω κάτι δικό του. Η έκδοση της «Άγρας» κυμαίνεται στα γνωστά ποιοτικά στάνταρ. Οι πίνακες που ανθολογούνται είναι ασπρόμαυροι και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό μειονέκτημα αν και αμελητέο στην εποχή του ίντερνετ και της εμμονικής καλλιτεχνικής αυτοπροβολής στο μουσείο του instagram. Δεδομένου όμως ότι σε παρόμοια έκδοση στη σειρά «Κείμενα για την τέχνη», συγκεκριμένα στο βιβλίο «Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου» είχαν χρησιμοποιηθεί έγχρωμες εικόνες χωρίς να αλλάζει ιδιαίτερα η τελική τιμή του βιβλίου, θεωρώ ότι κάτι αντίστοιχο έπρεπε να είχε γίνει και εδώ (δεν έχω το βιβλίο κοντά μου για να το επιβεβαιώσω αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ήταν έγχρωμες εικόνες, αν η μνήμη μου με παραπλανά τόσο πολύ, ζητώ ταπεινά συγγνώμη). Η απουσία χρωμάτων ήταν εντελώς αντικαλλιτεχνική. Τέλος πάντων, το γενικό συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να διαβάσετε πρώτα το βιβλίο για να μάθετε αν είστε ο κυρίαρχος τύπος καλλιτέχνη. «Πρέπει λοιπόν δεόντως να υπογραμμιστεί πως, όταν μιλάμε για κυρίαρχους τύπους μιας περιόδου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αναφερόμαστε σε όσους η δική μας εποχή θεωρεί κυρίαρχους». Αν λοιπόν νιώθετε καλλιτέχνες την σήμερον, αγοράστε το οπωσδήποτε – πώς τσιμπήσατε όμως, έτσι; 

Mathew Barney, Her Giant, στιγμιότυπο από το Cremaster 5, 1997

Υ.Γ. 2666 Το διπλό «S» στο όνομα του NOTIS είναι κωδικοποιημένη αφιέρωση και ουδεμία σχέση έχει με αυτό που καταλάβατε – αν και, ορθώς καταλάβατε ό,τι καταλάβατε! 

Υ.Γ. 67 Στην μνήμη του πατέρα μου που κάπου κάπου και εντελώς αυθόρμητα με προσφωνούσε «καλλιτέχνη» χωρίς να καλοκαταλαβαίνει γιατί το λέει αλλά ήταν τόσο τρύφερο. Γιατί είμαι ιστορικό υποκείμενο, μπαμπά. Γι’ αυτό.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Rising star

Θα καταφέρει η συγγραφέας να ανεβάσει τον τοίχο της γραφής ή θα πέσει και θα την πλακώσει; Χάρη στις ψήφους των περισσοτερών βιβλιοφιλικών μπλογκς αλλά και στην συντονισμένη προσπάθεια της επίσημης κριτικής επιτροπής, όλα δείχνουν  πως θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη φάση. Όλα αυτά όμως θα τα δούμε αμέσως μετά τις διαφημίσεις. Μείνετε συντονισμένοι και κατεβάστε και το ανάλογο app για να ψηφίσετε. Οι πραγματικοί κριτές είστε εσείς!

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο

Βράδυ Παρασκεύης, παρουσίαση βιβλίου στη μικρή μας πόλη. Την ίδια ώρα παίζει η Πανάθα στην Ευρωλίγκα. Τι δίλημμα! Ταυτόχρονα να καίγομαι γιατί έχω ποντάρει και τρία ευρώ στην υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πολιτισμός ή αθλητισμός; Δεν ήξερα σε ποιο γήπεδο να παίξω μπάλα. Τελικά επέλεξα την παρουσίαση – αν ήταν τόσο βαρετή όσο οφείλουν να είναι όλες οι παρουσιάσεις βιβλίου, σκέφτηκα, θα προλάβω το ημίχρονο του Πανάθα. Για στάσου, τι βιβλίο παρουσιάζεται; Νεανική λογοτεχνία; Καλά, παίζει να προλάβω και το δεύτερο δεκάλεπτο! Δυο παρατάσεις αργότερα δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Πανάθα (που έχασε γαμώ την τρέλα μου, τώρα το συνειδητοποιώ!) και είχα κολλήσει σε όσα θαυμαστά άκουσα στην πιο ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου που έγινε ποτέ.

Εσύ αποφασίζεις

  Ρε φίλε, όχι πες και συ γιατί θα τρελαθώ. Έχεις δει καλύτερη εφαρμογή της φράσης «Η ζωή μιμείται την τέχνη» ; Με το χέρι στην (ματωμένη σου) καρδιά, πες. Έλληνας είσαι, με πρωθυπουργό τον Αλέξη ζεις, κάτι θα έχεις καταλάβει. Παραβαίνει τον χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα «ναι» με ένα «όχι» σε μια Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας. Απλώς ο Αλέξης το έκανε ανάποδα – γι' αυτό και οι πολιτικές δηλώσεις ότι «Εμείς δεν είμαστε Πορτογαλία» και τέτοια. Ο Ζοζέ πήρε το Νόμπελ, ο Αλέξης παράταση και μεις μια τόνωση αυτοπεποίθησης πριν από την επικείμενη αυτοκτονία. Λογοτεχνία μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

0 + ∞

Μαθηματικά σύμβολα ενός προβλήματος που ψάχνει τις πιθανές του λύσεις. Κάποτε οραματίστηκαν την μία και μοναδική του λύση, τώρα εξετάζουν και το ενδεχόμενο να είναι άλυτο. Από τον άκρατο καπιταλισμό της προηγούμενης ανάρτησης ας περάσουμε σε κάτι πιο “ανθρώπινο”. Όσο διάβαζα το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ (Καίστλερ, στην έκδοση που έχω, προτίμησα όμως το πιο διαδεδομένο) δύο βιβλία τριγύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου – “Το βιβλίο της Εξουσίας” του Κάφκα (εκείνο το θεσπέσιο πολύτομο έργο που περιλαμβάνει όλες τις εκφάνσεις και διακυμάνσεις της εξουσίας σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Δίκη”, “Ο Πύργος”, “Μεταμόρφωση”, “Αμερική” κ.α. !!) και το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, την βαθιά πολιτική αλληγορία που καταδεικνύει πως κάποιος είναι ικανός να θυσιάσει την ζωή του για μια κούφια ιδεολογία.

Marabout Hero

Μετά το βαθυστόχαστο άρθρο της Κατερίνας Μαλακατέ , γεννήθηκαν στο μυαλό μου πολλά ερωτήματα. Γιατί έφτιαξα ετούτο το μπλογκ; Σίγουρα ήταν μια παρορμητική σκέψη που συνέπεσε χρονικά με την επέτειο θανάτου του Νίκου Καββαδία. Αν ο Καββαδίας είχε πεθάνει τρεις μήνες αργότερα, μάλλον δεν θα είχα το φτιάξει!

Σας έχω γραμμένους

  Όχι, παρεξηγήσατε, μπορεί να έχω κάμποσο καιρό να γράψω κάτι στο μπλογκ αλλά δεν σημαίνει ότι σας αγνοώ. Τα βιβλία είναι αυτά που κυρίως με αγνοούν. Ματαίως ψάχνω ένα να μπορεί να με ταξιδέψει – έστω μέχρι το Ιόνιο. Αλλά επειδή είμαι και πολυμήχανος, δεν το έβαλα κάτω και κατάφερα να βρω ένα που καταφέρεται εναντίον όλων των βιβλίων. Όχι και άσχημα. Χριστούγεννα πλησιάζουν, η αγορά του βιβλίου μοιάζει ξαφνικά το καταχείμωνο (λέμε τώρα) σαν να βρίσκεται σε καλοκαιρινές διακοπές για πάντα, τι καλύτερο δώρο λοιπόν από ένα βιβλίο που μπορεί να γράψει την δική του χριστουγεννιάτικη ιστορία αν το ψηφίσεις και στο Skroutz Book Awards 2025 – μην είσαι γκρινιάρης μωρέ, χαμογέλα περισσότερο, σου πάει. «…Πρέπει να ’σαι περισσότερο από λίγο νεκρός, για να ’σαι πραγματικά αστείος» . Θα πεθάνουμε στο γέλιο και φέτος.