Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καλλιτέχνης θα πει


«Η τάδε είσαι αρτίστα / κάποιας μεγάλης τέχνης / όμως δεν έμαθες ποτέ / τι είναι καλλιτέχνης» τραγουδούσε αισθαντικά ο NOTISS πίσω στα late 90s. Πολλοί από σας μπορεί να αποφαίνονται ανενδοίαστα για κάποιον καλλιτέχνη «σπουδαίο υποκείμενο είναι και του λόγου του» αλλά ξέρετε άραγε πότε ακριβώς αυτό το υποκείμενο απέκτησε υπόσταση μέσα στον ιστορικό χρόνο; Πότε λοιπόν ένας καλλιτέχνης αισθάνθηκε για πρώτη φορά καλλιτέχνης; Και πώς στο καλό φθάσαμε σήμερα όλοι μας να θεωρούμαστε καλλιτέχνες και κανείς να μην καταφέρνει να ξεριζώσει αυτόν τον διάολο από μέσα μας; «Εδώ, την προσοχή μας θα συγκρατήσει η διαδρομή του κυρίαρχου προτύπου για τον καλλιτέχνη, όπως εμφανίζεται στον δυτικό κόσμο, τους δύο τελευταίους αιώνες». Καλλιτέχνες όλου του κόσμου ενωθείτε. Για να μετρήσουμε ποιος την έχει μεγαλύτερη. Την τέχνη. 

Το βιβλίο εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην εικαστική τέχνη (η πρωτοκαθεδρία της όρασης), στον καλλιτέχνη-διανοούμενο, σε εκείνο το υποκείμενο που τον όψιμο Μεσαίωνα και την πρώιμη Αναγέννηση, «μεταλάσσεται σε κάποιον δηλαδή ο οποίος αρχίζει να αντιλαμβάνεται το έργο του με κριτήρια εξειδίκευσης, μοναδικότητας και εφευρετικότητας». Παύει να νιώθει μπογιατζής και αξιώνει μια καλύτερη θέση – όπως ακριβώς πασχίζει και ο Πόλλοκ με την μπατανόβουρτσα στο χέρι, στο εξώφυλλο του βιβλίου. Όσοι τον θεωρείτε ακόμα μπογιατζή, ξεκουμπιστείτε από εδώ γιατί θα σας πετάξω μπογιές! Η ψυχοσύνθεση ενός καλλιτέχνη όμως, η επίμοχθη συνειδητοποίηση που απολαμβάνει πλέον ύστερα από αιώνες στέρησης, μετακυλίεται και σε άλλες μορφές τέχνης, αφορά και άλλα υποκείμενα όχι μόνο τους ζωγράφους. Ο συγγραφέας με τον απαράμιλλο τρόπο του το αφήνει σαφέστατα να εννοηθεί. Ωστόσο, όλη η αφήγηση είναι πήχτρα στους πίνακες ζωγραφικής και εγώ προσωπικά πολύ το γουστάρω (αν και καλλιτέχνης της συγγραφής, ο ίδιος)! Χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: ο μοναχικός καλλιτέχνης («Καλλιτέχνης θα πει / μοναξιάς φυλακή / και της πίκρας κανάλι»), ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης («Καλλιτέχνης θα πει / να μιλάς με σιωπή / και να ακούνε οι άλλοι») και η απώλεια του καλλιτέχνη («Καλλιτέχνης θα πει / όλα όσα δεν είσαι / κι όλα όσα μιμείσαι»)… σε καταλάβαμε Νίκο Δασκαλοθανάση, μην πεις τίποτα άλλο, και μεις ακούγαμε Νότη!! 

Eugene Delacroix, Ο Μιχαήλ Άγγελος στο εργαστήριό του, 1850

Αχ μωρέ το γλυκούλι, δες το, είναι μοναχούλι και μελαγχολικό… σίγουρα καλλιτέχνης θα είναι! Όλοι το έχουμε σκεφτεί αυτό τουλάχιστον μια φορά. Ενώ μπορεί να είναι απλώς κάφρος και μίζερος – κάτι που δεν αποκλείει βέβαια το γεγονός να είναι και καλλιτέχνης. Αυτή η κλισέ εικόνα όμως συνεχίζει να συνοδεύει ακόμα και τώρα τους καλλιτέχνες και την άποψη που έχουμε γι’ αυτούς. «Ο καλλιτέχνης δεν ξεφεύγει από τις κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής του», αυτό είναι το ζουμί του πρώτου κεφαλαίου (και εν ολίγοις ολόκληρου του βιβλίου), εκεί όπου το (εκάστοτε) θεσμικό πλαίσιο δεν μπορεί να ενσωματώσει τους (τότε) μοντέρνους καλλιτέχνες ωθώντας τους στο περιθώριο της ζωής και ενδεχομένως στη κορυφή της τέχνης τους. 

Ferdinand von Rayski, Η αυτοκτονία του καλλιτέχνη στο εργαστήριό του, π. 1840

[…] «Η απώλεια ενός χώρου ύπαρξης για τον καλλιτέχνη και ο κοινωνικός του μετεωρισμός λόγω της αναδιάρθρωσης ενός ολόκληρου συστήματος μεταμφιέζεται σε συνειδητή πρόθεση απομόνωσης που υποτίθεται πως τρέφει την καλλιτεχνική έμπνευση. Η ρομαντική ιδέα της απομονωμένης μεγαλοφυΐας συνεχίζει να βρίσκει υπό αυτές τις συνθήκες γόνιμο ιστορικό έδαφος και να τροφοδοτεί όχι μόνο το μύθο αλλά και την ίδια την σταδιοδρομία του καλλιτέχνη, που με τη σειρά της ενισχύει την εμπορική αξία του καλλιτεχνικού του έργου. Το πρότυπο της μοναχικής καλλιτεχνικής μεγαλοφυΐας δεν θα υποχωρήσει ακόμη και όταν στον 20ο αιώνα η μοντέρνα τέχνη θα γνωρίσει το θρίαμβο και οι καλλιτέχνες της τη δόξα»

Jean Fautrier, Κεφάλι ομήρου αρ. 7, 1944

Ας περάσουμε τώρα σε καλλιτέχνες πρωτοπόρους και στους πολύ μοντέρνους χώρους! Οι διευρυμένες κοινωνικές αντιθέσεις του 20ου αιώνα (βλέπε επίσης Ιστορική πρωτοπορία) αλλά και τα πολυσύνθετα πλέον θεσμικά πλαίσια που αναδύθηκαν βάζοντας ενεργά στο παιχνίδι και τους όρους αγοράς, ειδικά στο κίνημα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού στην μεταπολεμική Αμερική, με κύριους εκφραστές τους Πόλλοκ και Ρόθκο, μετάλλαξαν το κυρίαρχο πρότυπο του καλλιτέχνη, διατηρώντας όμως και κάποιες αλλοτινές ρομαντικές ιδέες.

[…] «η αμερικανική πρωτοπορία δεν μπορούσε παρά να ανακυκλώσει, ανεξάρτητα από τις δικές της ιδιαιτερότητες, την αντίστοιχη πορεία της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση σε ορισμένες πλευρές του καλλιτεχνικού συστήματος που συνάδουν απόλυτα με ένα ακραιφνέστερο φιλελεύθερο πρότυπο: ανάδειξη προμηθεϊκών ηρώων με αντιφατική, αντικοινωνική συμπεριφορά, μεταφορά στο πεδίο της καλλιτεχνικής έκφρασης οποιασδήποτε προβληματικής σε σχέση με την πραγματικότητα, διάλυση της ίδιας της καλλιτεχνικής κοινότητας και υποκατάσταση των ουσιαστικών δεσμών μεταξύ των καλλιτεχνών από συσχετισμούς στο πλαίσιο καλλιτεχνικών κινημάτων επιβεβλημένων από την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης. Ταυτόχρονα, η εμπλοκή στο σύστημα μιας νέας αγοράς, όπου κυριαρχεί απολύτως ο ιδιωτικός τομέας, αποτελεί φυσικά και τη μοναδική διέξοδο για την επιβίωση των φορέων της καλλιτεχνικής παραγωγής». 

Edouard Manet, Το πρόγευμα στη χλόη, 1863

Από κει και ύστερα, ας πούμε στη μετα-Πόλλοκ εποχή, οι καλλιτέχνες νιώθοντας την ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους («Η εξέλιξη του ηρωικού καλλιτεχνικού μύθου ταυτίζεται στο εξής με την ιστορία του ίδιου του επαναπροσδιορισμού του»), αρχίζουν να απομακρύνονται από την εικαστική τέχνη, δημιουργώντας έργα μεταξύ ζωγραφικής και γλυπτικής ή και έξω από τα όρια αυτών· και εκεί άρχισα να απομακρύνομαι και εγώ. Εμένα μου αρέσει η ζωγραφική – ένας καμβάς-σκακιέρα με αυστηρά όρια όπου εκεί μέσα θα γίνει το όποιο καλλιτεχνικό παιχνίδι. Δεν τρελαίνομαι για το εξωτερικό σκάκι με ανθρώπινα κομμάτια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα σταθώ να περιεργαστώ την τέχνη που απορρέει (και) από αυτό! Στο τρίτο κεφάλαιο λοιπόν, στην «απώλεια του καλλιτέχνη» μπαίνουμε στα (συνήθως άγονα) χωράφια της Documenta, των Μπιενάλε, της ποπ αρτ, της ροκ αισθητικής, των τζαζ συνθέσεων, κλπ… εκεί δηλαδή όπου δεν υπάρχει λογική. Όσοι θέλετε να μπείτε καλύτερα στο πνεύμα του τρίτου κεφαλαίου μπορείτε να δείτε και το απολαυστικό προβοκατόρικο θριλεράκι «Το βελούδινο πριόνι». Εντάξει δεν είναι και όλη η τέχνη ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν και μερικά έργα, σκέτες μαλακίες, όπως εκείνο του Santiago Sierra «Δέκα άτομα πληρωμένα για να αυνανιστούν, 2000». Δεν έβαλα φωτογραφία του έργου γιατί έχει γεμίσει το διαδίκτυο με dick pics – εξάλλου, μια μαλακία και μισή, ήταν. 

Henri Matisse, Χλιδή, γαλήνη κι ηδονή, 1904-1905

Οι προβληματισμοί που αναλύονται καθ’ όλη την έκταση του βιβλίου είναι καίριοι και διαφωτιστικοί. Ο συγγραφέας αποδεικνύεται μεγάλος καλλιτέχνης – καλός κατατονικός είναι και αυτός! Δεν αρκεί όμως μία ανάγνωση για να πεις ότι διάβασες τέχνη. Έχει γράψει και μια μονογραφία για έναν αγαπημένο μου ζωγράφο και έτσι σίγουρα θα ξαναδιαβάσω κάτι δικό του. Η έκδοση της «Άγρας» κυμαίνεται στα γνωστά ποιοτικά στάνταρ. Οι πίνακες που ανθολογούνται είναι ασπρόμαυροι και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό μειονέκτημα αν και αμελητέο στην εποχή του ίντερνετ και της εμμονικής καλλιτεχνικής αυτοπροβολής στο μουσείο του instagram. Δεδομένου όμως ότι σε παρόμοια έκδοση στη σειρά «Κείμενα για την τέχνη», συγκεκριμένα στο βιβλίο «Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου» είχαν χρησιμοποιηθεί έγχρωμες εικόνες χωρίς να αλλάζει ιδιαίτερα η τελική τιμή του βιβλίου, θεωρώ ότι κάτι αντίστοιχο έπρεπε να είχε γίνει και εδώ (δεν έχω το βιβλίο κοντά μου για να το επιβεβαιώσω αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ήταν έγχρωμες εικόνες, αν η μνήμη μου με παραπλανά τόσο πολύ, ζητώ ταπεινά συγγνώμη). Η απουσία χρωμάτων ήταν εντελώς αντικαλλιτεχνική. Τέλος πάντων, το γενικό συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να διαβάσετε πρώτα το βιβλίο για να μάθετε αν είστε ο κυρίαρχος τύπος καλλιτέχνη. «Πρέπει λοιπόν δεόντως να υπογραμμιστεί πως, όταν μιλάμε για κυρίαρχους τύπους μιας περιόδου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αναφερόμαστε σε όσους η δική μας εποχή θεωρεί κυρίαρχους». Αν λοιπόν νιώθετε καλλιτέχνες την σήμερον, αγοράστε το οπωσδήποτε – πώς τσιμπήσατε όμως, έτσι; 

Mathew Barney, Her Giant, στιγμιότυπο από το Cremaster 5, 1997

Υ.Γ. 2666 Το διπλό «S» στο όνομα του NOTIS είναι κωδικοποιημένη αφιέρωση και ουδεμία σχέση έχει με αυτό που καταλάβατε – αν και, ορθώς καταλάβατε ό,τι καταλάβατε! 

Υ.Γ. 67 Στην μνήμη του πατέρα μου που κάπου κάπου και εντελώς αυθόρμητα με προσφωνούσε «καλλιτέχνη» χωρίς να καλοκαταλαβαίνει γιατί το λέει αλλά ήταν τόσο τρύφερο. Γιατί είμαι ιστορικό υποκείμενο, μπαμπά. Γι’ αυτό.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.