Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

What's up, Doc?


Αφού είδα κι απόειδα μερικά αξιόλογα (και μη) ντοκιμαντέρ στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, είπα να τα βάλω εδώ για να τα δείτε και σεις μέσα από τα δικά μου μπιρμπιλωτά μάτια! Είναι τα ποστ που έχω βάλει ήδη στο facebook με κάποιες ίσως μικροπροσθήκες/μικροαλλαγές. Μιλήστε μου και σεις για ντοκιμαντέρ που είδατε και σας άρεσαν ή σας εκνεύρισαν. Μιλήστε για τις συνήθως ηλίθιες ερωτήσεις του κοινού. Μιλήστε για την ψηλομύτικη συμπεριφορά του Φεστιβάλ. Μιλήστε! Οι απόψεις που παρατίθενται είναι άκρως υποκειμενικές και ουδεμία σχέση έχουν με την αντικειμενικότητα.  



«What she said: The Art of Pauline Kael»

Αγάπησα παθιασμένα την Pauline Kael! Νιώθω ότι είδα το ντοκιμαντέρ της χρονιάς. Η Πωλίν Κέιλ υπήρξε επιδραστικότατη κριτικός κινηματογράφου στην Αμερική τις δεκαετίες '50 με '80. Αιχμηρότατη αλλά με διεισδυτική ματιά έκανε άνω κάτω όλον τον κινηματογραφικό κόσμο. Ο Γκρέγκορι Πεκ την έψαχνε να την σαπίσει στο ξύλο, ο Ρίντλει Σκοτ την μισούσε επειδή του κατέστρεψε(!) την ταινία του «Blade Runner», εκείνη βρήκε αφόρητα βαρετή την «Χιροσίμα, αγάπη μου» (μπράβο ρε συ Πωλίν, και εγώ το ίδιο ένιωσα αλλά όπου το είπα με πήραν με τις πέτρες!), εκτίμησε όμως την ταινία «Μπόνι & Κλαιντ» που όλοι οι άλλοι πάσχιζαν να της δώσουν την χαριστική βολή ή το «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι» που είχε προκαλέσει σάλο όταν προβλήθηκε.

Συνήθως λένε ότι ένας κριτικός είναι ένας αποτυχημένος δημιουργός αλλά αυτό δεν ισχύει πάντα. Μπορεί κάποια πρώιμα σενάρια της Πωλίν Κέιλ να ήταν όντως άνευρα και να τα εγκατέλειψε νωρίς, όμως στον χώρο της κριτικής έδωσε νέα πνοή που έλειπε εκείνη την εποχή. Μακριά από τον στείρο ακαδημαϊσμό («που αν ένας σπουδαίος κριτικός πει ότι η τάδε ταινία έχει ως θέμα το Ολοκαύτωμα, τότε το κοινό θα πειστεί ότι αυτό είναι το θέμα του, ακόμα και αν δεν είναι!»), εκείνη προτιμούσε να γράφει κριτικές με «προτάσεις που αναπνέουν», γεμάτες χιούμορ, κυνισμό, και απίστευτη υποκειμενικότητα. Αφουγκραζόταν τις αντιδράσεις του κοινού στα σινεμά που πήγαινε (και τις ενσωμάτωνε ως αίσθηση στα κείμενά της), ξεφυσούσε ανυπόμονα με τις ηλιθιότητες ή εκστασιαζόταν φανερά με όσα της άρεσαν. 

Αν κάποιοι ίσως ακόμα αναρωτιέστε τι σόι περσόνα είναι αυτός ο «Μαραμπού» και γιατί γράφει έτσι άλλοκοτα τα κείμενά του στο μπλογκ, καθίστε να δείτε αυτό το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ. Και μιας και το αναφέρω, μην περιμένετε άδικα καμιά ταπεινότητα από μέρους μου στο μέλλον, σε ό,τι αφορά τις απόψεις μου για την λογοτεχνία. Γιατί είναι απίστευτα διασκεδαστικό να είσαι υποκειμενικός και σκέφτομαι να συνεχίσω σε αυτόν τον «λασπώδη» δρόμο. Όταν κάποιος μάτσο άντρας, κατά δήλωσή της, την ρώτησε σε μια ραδιοφωνική εκπομπή «Καλά όλα αυτά που λες για τις άλλες ταινίες, αλλά αν είχες τα αρχίδια, ας γύρναγες και συ ταινίες πρώτα και μετά να έκρινες»... εκείνη του απάντησε αποστομωτικά «Δεν χρειάζεται να γεννήσω πρώτα ένα, για να καταλάβω αν το αυγό είναι νόστιμο»!! Αφιερωμένο σε όλες τις «κότες» της κριτικής! 


Ήταν τόσα πολλά αυτά που ήθελα να σημειώσω κατά την διάρκεια της προβολής που έκανα νόημα προς τον τεχνικό να πατήσει το pause αλλά με αγνοούσε, γαμώτο. Όταν κάποτε είδε το 9ωρο(!) ντοκιμαντέρ «Shoah» με μαρτυρίες από το Ολοκαύτωμα το βρήκε εξαντλητικά βαρετό και τόλμησε να το πει. Όταν της την πέσαν όλοι οι άλλοι, εκείνη είπε το προφανές αλλά και τόσο τολμηρό, ότι το (όποιο) θέμα δεν είναι ικανό να εξιλεώσει μία κακή ταινία. Αγαπούσε και τα b-movies και τα trash, γιατί θεωρούσε ότι ακόμα και αν αυτά δεν στοχεύουν σε αυτό που ονομάζουμε «υψηλή τέχνη», διακρίνονται εντούτοις για την αρτιότητα και την ποιότητά τους, και δικαίως (πρέπει να) αξιώνουν την προσοχή μας. Αχ αγάπη μου...

Όσοι έχετε εμπιστοσύνη στις αναζωογονητικές δυνάμεις της υποκειμενικότητάς σας, δείτε το. Οι υπόλοιποι, απευθυνθείτε στους κατά τόπους χλιαρούς σας μέντορες.

What i said! 

«Escher, journey into infinity»

Ένα άλλο καταπληκτικό ντοκιμαντέρ είναι εκείνο για τον Ολλανδό χαράκτη M.C. Escher, «Escher, journey into infinity». Απίστευτο ταλέντο που συναρπάζει με τις δημιουργίες του ακόμα και σήμερα. Το ντοκιμαντέρ είναι άρτια δομημένο, βάζοντας τον «Έσερ» σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να μας λέει για την ζωή του, με χιούμορ και τρυφερότητα. Κάθε λέξη πηγάζει από τα χιλιάδες γράμματα που έστελνε (ήταν δεινός επιστολογράφος όπως και ο Βαν Γκογκ, κάτι που επισήμανε και ο σκηνοθέτης) και τίποτα εκεί μέσα δεν είναι αν-έσερο


Λατρεύω ιδιαιτέρως αυτές τις ασπρόμαυρες δημιουργίες που έγιναν αντικείμενο θαυμασμού από την χίπικη δεκαετία του 60 (ο ίδιος ο Μικ Τζάγκερ έγραψε στον Έσερ για να πάρει την άδεια να χρησιμοποιήσει πίνακά του σε έναν δίσκο) όπου χρωματίστηκαν με δεκάδες έντονα ψυχεδελικά χρώματα και ο ίδιος ο Έσερ δήλωνε επ' αυτού: «Τα έργα μου βασίζονται στη σκέψη και τον ορθολογισμό, απορώ τι τους βρίσκουν οι μουσικοί, και τι σχέση μπορεί να έχουν με τα ναρκωτικά». Μεταξύ μας, Έσερ, καθώς τα κοιτάμε κάπως μας έρχονται στο μυαλό τα ναρκωτικά!

Η φωνή του Έσερ ανήκει στον εκπληκτικό Στήβεν Φράι ο οποίος απογειώνει πραγματικά το ντοκιμαντέρ. Βέβαια, γίναμε και μάρτυρες των καίριων ερωτήσεων που νιώθει ότι πρέπει να απευθύνει το κοινό προς τους δημιουργούς, όπου ένας κύριος αφού εγκωμίασε την επιλογή του Φράι, ρώτησε αδίστακτα τον σκηνοθέτη, «Πώς καταφέρατε να τον κλείσετε για τον ρόλο του αφηγητή;», με τον κεραυνοβολημένο δημιουργό να απαντά ελαφρώς απορημένος και αμήχανος, «Τον πήρα τηλέφωνο»!


Όπως δήλωνε και ένας στην ταινία, όσο προχωρά ο αιώνας μας και ο κόσμος γίνεται πιο πολύπλοκος, τα έργα του Έσερ θα επανεκτιμηθούν και θα αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία και σημασία για όλους μας. Το πιστεύω. 

«Djamilia»

Το ντοκιμαντέρ «Djamilia (=Τζαμίλια)» με κέρδισε περισσότερο με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του. Έρχεται από το Κιργιστάν ή καλύτερα ταξιδεύει εμάς προς τα εκεί και στην ασφυκτική παράδοση που θέλει τις γυναίκες να παντρεύονται συνήθως πριν τα 17 τους τον πρώτο άντρα που θα τις κοιτάξει ή θα τις κλέψει «με κλειστά μάτια». Χιλιοειπωμένο θέμα θα μου πείτε, αλλά αξίζει να ειπωθεί και άλλες φορές, νεσπά; 


Ο πυρήνας της ταινίας περιστρέφεται γύρω από την Τζαμίλια, την ηρωίδα του βιβλίου του Αιτμάτοβ (http://www.biblionet.gr/bo…/42951/Aitmatov,_Chingiz/Τζαμιλιά) όπου πλέον έγινε κάτι σαν συλλογικό ασυνείδητο για τις γυναίκες εκείνων των περιοχών. Η Τζαμίλια, όταν ο άντρας της φεύγει για τον πόλεμο, αρνείται να τον περιμένει ή να περιμένει το ειδοποιητήριο του θανάτου του, ύστερα έναν χρόνο πένθους και μετά να παντρευτεί τον μικρότερο αδερφό του, όπως προστάζει η μακραίωνη παράδοση, αρνείται όλα αυτά λοιπόν και ακολουθεί την καρδιά της και τον εραστή της Ντανιάρ. Οι μαρτυρίες των γυναικών στο ντοκιμαντέρ έχουν ως άξονα την Τζαμίλια, αν έπραξε σωστά, αν εκείνες θα ήθελαν να κάνουν το ίδιο, αν τελικά θα το κάνουν, κλπ. 

Το εντυπωσιακό του ντοκιμαντέρ για μένα, είναι η κινηματογράφηση, εκείνα τα σταθερά πιξελιασμένα θολά πλάνα (δεν ξέρω πώς να τα περιγράψω, θα καταλάβετε στις φωτογραφίες) που μοιάζουν περισσότερο με πίνακες ζωγραφικής, και πίσω από τα ακίνητα ή ελαφρώς κινούμενα πρόσωπα και σώματα των γυναικών ξεδιπλώνεται άλλοτε η χειμαρρώδης και άλλοτε η διστακτική μαρτυρία τους. Νιώθεις ότι θα σε ζαλίσουν στην αρχή αλλά μόλις τα συνηθίσεις είναι υπέροχα. Η μαυρομαλλούσα «Μπελούτσι» εξιδανικεύει το πρότυπο της Τζαμίλια και έχει συνεχή περάσματα στην ταινία. 


Σε αντίθεση, φερ' ειπείν με τη θέση που έχουν οι γυναίκες σε κάποιες αραβικές χώρες και θα προκαλούσε αισθήματα οργής στον δυτικό θεατή, στην περίπτωση της «Τζαμίλια» τα πράγματα δίνονται πιο χαμηλόφωνα και ωραιοποιημένα (χάρη στα ζωγραφικά πλάνα), όχι ως υπεκφυγή αλλά ως υπενθύμιση του πόσο ύπουλα δουλεύει η παράδοση και για τις ίδιες τις γυναίκες που την επωμίζονται καθ' ολοκληρίαν. Οι 6 στις 10 γυναίκες που έδειχνε το ντοκιμαντέρ ήταν πανέμορφες και με λακάκια (εντυπωσιακή ποσόστωση λακακίων το Κιργιστάν!) καθώς και μορφωμένες, κάνοντας ακόμα πιο δυσβάσταχτη την εντύπωση για το πόσο διαβρωτικά λειτουργεί η παράδοση.

«Introduzione all' oscuro»

Το ντοκιμαντέρ «Introduzione all' oscuro (=Εισαγωγή στο σκοτάδι)» με τράβηξε αρχικά με το θέμα του αλλά στην πορεία αποδείχθηκε και εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο σημαντικό για μένα, σε κάτι ιδιαζόντως μπερνχαντικό. [ΠΡΟΣΟΧΗ: Όσοι δεν γνωρίζετε τι εστί λογοτεχνία του Τόμας Μπέρνχαρντ, αγνοήστε ετούτο το κείμενο και ενδεχομένως αγνοήστε και το ίδιο το ντοκιμαντέρ]. Μέχρι χθες δεν είχα ιδέα πώς θα μπορούσε να γίνει μια ταινία/ντοκιμαντέρ με μπερνχαρντικές αναφορές. Τώρα έχω. 


Σίγουρα βοηθάει η ίδια η πόλη, η Βιέννη. Όπου ένας άντρας την επισκέπτεται γεμάτος θλίψη για να τιμήσει την μνήμη ενός εκκεντρικού φίλου του που πέθανε πρόσφατα. Εκεί, μέσα από μια σειρά εκκεντρικοτήτων προσπαθεί να αναγεννήσει την χαμένη πλέον σχέση του με τον καλό του φίλο, σε μια καθόλα σύγχρονη (και βραδύνοη, θα πρόσθετε ο Μπέρνχαρντ) μεγαλούπολη. Ο εκκεντρικός φίλος δεν χρησιμοποιούσε ποτέ e-mail, έγραφε πάντα με το χέρι, έκλεβε μικρά αντικείμενα από τα βιεννέζικα καφέ, φορούσε ένα κοστούμι από τέλειο ύφασμα για πάντα μέχρι να μην το δέχονται πλέον στο καθαριστήριο, κλπ. Με μια ανάλογη εκκεντρική παρέλαση ο σκηνοθέτης προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την μνήμη του Χανς Κουρκ. 

Χαρακτηριστική μπερνχαρντική αναφορά είναι η επίσκεψη στα νεκροταφεία. Θα μου πείτε σε μια ταινία που ασχολείται με το πένθος είναι αναμενόμενη μια τέτοια σκηνή. Σαφώς, αλλά η κάπως παρατεταμένη και ιδιαίτερη σκηνή άρχισε να με ψυλλιάζει (θετικά). Βρήκα και άλλες μικρές μπερνχαρντικές αναφορές με μία χαρακτηριστικά σχοινοτενή και άκρως διασκεδαστική αναφορά, που από μνήμης έλεγε πάνω κάτω το εξής: «... όλοι οι πατεράδες είναι μαλάκες και έτσι και οι γιοι τους γίνονται μαλάκες και με την σειρά τους θα γίνουν και εκείνοι μαλάκες πατεράδες που θα γεννήσουν μαλάκες γιους και εκείνοι ξανά θα γίνουν μαλάκες πατεράδες με μαλάκες γιους... ώσπου θα φτάσει η στιγμή ο γιος να λέει στον πατέρα "Father, call me, bye!" ενώ αυτό που θα ήθελε να του πει είναι "Father, fuck you, goodbye"!» Πόσο Μπέρνχαρντ

Αφού αν υπήρχαν οι συντελεστές στην αίθουσα, μάλλον θα ήταν η δική μου ηλίθια ερώτηση που θα εκπροσωπούσε επάξια το κοινό. «Κύριε σκηνοθέτα, επειδή έχω διαβάσει πολύ Μπέρνχαρντ, διακρίνω πάρα πολλά μοτίβα στην ταινία σας, μήπως κάνατε και έναν συγκαλυμμένο φόρο τιμής στον Τόμας Μπέρνχαρντ μαζί με εκείνο του φίλου σας;»... με το εφιαλτικό σενάριο ο σκηνοθέτης να μου απαντούσε «Μπέρνχαρντ; Ποιος είναι αυτός;». Ευχαριστώ Θεέ μου που με γλύτωσες από τόση ντροπή! Όσοι αγαπάτε τον Μπέρνχαρντ ελπίζω να μην απογοητευτείτε από την ελαφρώς αστήρικτη ερμηνεία μου. Οι υπόλοιποι, ούτως ή άλλως, θα απογοητευτείτε από το ντοκιμαντέρ.


Έχει αρκετή πλάκα να βλέπεις τους άλλους να βγαίνουν απογοητευμένοι από την αίθουσα όταν εσύ απόλαυσες αυτό που είδες. Γίνομαι κομματάκι χαιρέκακος, συγγνώμη -- ελέω Μπέρνχαρντ! 

«The hidden side of animal transport»

Αφού σας άνοιξα την όρεξη με τα ντοκιμαντέρ, ήρθε η ώρα να σας την κλείσω κάπως. Το δυνατό ντοκιμαντέρ «The hidden side of animal transport (=Η κρυφή όψη της διακίνησης των ζώων)» έχει να κάνει με αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος, με την κρυφή, αθέατη διακίνηση βοοειδών από την ΕΕ σε χώρες όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος, κ.α., όπου και οι νόμοι για την καλή διαβίωση των ζώων, σταματούν οριστικά στα σύνορα. Ο προβληματισμός του ντοκιμαντέρ έχει να κάνει με αυτό το ζήτημα, αν οι νόμοι της ΕΕ παύουν στα σύνορά της ή πρέπει να ισχύουν έως τον τελικό προορισμό των ζώων, όπως όριζε και η αρχική συμφωνία για την εξαγωγή τους. 

Η Τουρκία που έχει αυξήσει κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια την εισαγωγή βοοειδών από την ΕΕ, λόγω κάποιων γραφειοκρατικών προβλημάτων, κάθε καλοκαίρι γεμίζει με νταλίκες στα σύνορα, όπου τα στοιβαγμένα ζώα αργοπεθαίνουν αβοήθητα σε θερμοκρασίες κοντά 40 βαθμούς. Όσα επιζούν, φτάνουν στα σφαγεία εκεί όπου σφάζονται κατά το αμφιλεγόμενο έθιμο «χαλάλ», με ένα κοντό και λεπτό μαχαίρι, ανίκανο να κόψει το λαιμό του ζώου με την μία, αναγκάζοντάς το να υποφέρει πολλές φορές μέχρι να ξεψυχήσει. 

Στα λιμάνια της Αιγύπτου από την άλλη, με άθλιες επίσης συνθήκες για τα ζώα μέσα στα πλοία, εκείνα ξεφορτώνονται δεμένα από τον γερανό του πλοίου, στο ένα τους πόδι όπου το τεράστιο βάρος του ζώου θα τους προκαλέσει μοιραία εξάρθρωση, και όταν πλέον θα φτάσουν στα σφαγεία θα έχουν να αντιμετωπίσουν πολλάπλη βαναυσότητα και εν πολλοίς αχρείαστη, όπου θα τους βγάζουν τα μάτια, θα τους κόβουν τους τένοντες των ποδιών αναγκάζοντας τα ταυτόχρονα να περπατήσουν, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν πια, και άλλα τέτοια φρικώδη. Το σοκαριστικό είναι ότι στα σφαγεία της Αιγύπτου κυκλοφορούν μικρά παιδιά που καμαρώνουν τους πατεράδες τους και ενδεχομένως θα αναλάβουν στο μέλλον τον «σπουδαίο» ρόλο τους. 

Είναι αρκετά διαδεδομένο (χωρίς να ξέρω κατά πόσο ισχύει) ότι το ζώο που πεθαίνει με στρες μεταφέρει κάποιες τοξίνες στο κρέας του το οποίο θα φάμε εμείς. Αυτό που με εντυπωσίασε στο ντοκιμαντέρ είναι αυτά τα ζώα που αν δεν έχουν ήδη αρρωστήσει ή πεθάνει από την δίψα και την πείνα του μεγάλου ταδιξιού, αφού περάσουν όλα τα στρεσογόνα βασανιστήρια μέχρι να ξεψυχήσουν, πώς γίνεται μετά να φτάσουν με έναν τρόπο στο τραπέζι μας και τι γεύση θα έχουν για όλους εκείνους που δεν γνωρίζουν την διαδρομή τους. 

Είναι πολύ πιο δίκαιο να εξάγεται έτοιμο κρέας από την ΕΕ (όπου η διαβίωση τους έχει βελτιωθεί πολύ), ο λόγος όμως που εξάγουν ζώντα ζώα είναι αφ' ενός οικονομικός αφ' ετέρου οι χώρες παραλαβής αξιώνουν το δικαίωμά τους να σφάξουν τα ζώα οι ίδιοι σύμφωνα με τα έθιμα και τις πρακτικές τους (οι θρησκευτικές ερμηνείες και παρερμηνείες, οφείλονται εν πολλοίς για τα βασανιστήρια των ζώων). Οι εικόνες είναι πολύ σκληρές και καλύτερα να μην σας βάλω καμία, ή έστω ρίξτε ένα γρήγορο βλέμμα... σε ένα βλέμμα που επιστρέφει πάνω σας. Μην σας πω και πώς φτάνουν τα πρόβατα από το Περθ της Αυστραλίας στα λιμάνια της Αιγύπτου, όπου το φορτίο που φτάνει...κάπως σώο είναι μόλις το 40%!


Ένα Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ όμως αξίζει κυρίως για αυτά εδώ τα ντοκιμαντέρ και όχι για την άλλη σαχλαμαρίτσα που είχα δει -- «The biggest little farm (=Η μεγαλύτερη μικροφάρμα του κόσμου)» -- όπου ένα καλιφορνέζικο ζευγάρι με «μενούνεια» αισιοδοξία και άγνοια καταφέρνει να φτιάξει μια πρότυπη φάρμα με παπάκια, γουρουνάκια, κοτούλες, και πλήθος ωραία δεντράκια. Ξεχνώντας όμως κάπου αλλού την ουσία, μιας και δεν μας δείχνει ούτε κατά διάνοια πόσο σισύφεια δουλειά είναι να είναι κάποιος αγρότης, ειδικά σε μια τόσο μεγάλη έκταση. Έχοντας παίξει κατά καιρούς σε μικρούς ρόλους τον «αγρότη», ξέρω τι σας λέω. Το κοινό όμως εκστασιάστηκε με τις γλυκούλικες χνουδωτές μπαλίτσες και το πόσο ωραίο θα ήταν να τρώμε τις δικές μας ντοματούλες. Πολλοί από αυτούς κάνουν ήδη σχέδια αποκέντρωσης! Χέστε με ρε παιδιά. 

Γυρνώντας στο κοινό της χθεσινής προβολής, να πω ότι δεν περίμενα να μείνουν τόσοι πολλοί ως το τέλος. Καλό αυτό. Μόλις τελείωσε, μια κυρία πίσω μου είπε με υφάκι στη φίλη της, «Έλα μωρέ με την προπαγάνδα, είτε τα σφάζουμε έτσι είτε αλλιώς, τι σημασία έχει... αφού θα τα σφάξουμε στο τέλος». Ναι κυρία μου, όπως και με τους φρονιμίτες, τι με αναισθησία τι χωρίς, ποιος νοιάζεται, αφού θα τους βγάλετε στο τέλος! Ζώον! Μπορεί το ζήτημα της κρεατοφαγίας να εγείρει πολλαπλά ζητήματα για την ανθρωπότητα, αλλά ο προβληματισμός του ντοκιμαντέρ αφορούσε την καλή διαβίωση του ζώου κατά την μεταφορά του για την σφαγή, και όχι για την ίδια την σφαγή (ως ηθικό πρόβλημα). 

Τέλος πάντων, αρκετά έγραψα, πάω να τσιμπήσω κάτι. Φάτε και σεις το κολατσιό σας, ένα τοστάκι με ζαμπόν, ίσως. Χωρίς τύψεις. 


Υ.Γ. 21 Σινεφίλ αναλγησία: Άργησα 9 λεπτά και δεν μου επέτρεψαν να μπω στην προβολή. Ενώ είχα βγάλει εισιτήριο. Σε ένα ντοκιμαντέρ για την βιομηχανική εκτροφή. Που θα ήταν τρεις και ο κούκος στην αίθουσα. Και οι μισοί θα αναγούλιαζαν σύντομα και θα αποχωρούσαν. Δεν ξέρω τι απάντηση θα δοθεί στο «Δίλημμα του σαρκοφάγου» αλλά ο σινεφίλ δεν έχει κανένα απολύτως δίλημμα, σταδιάλα εσείς και τα ντοκιμαντέρ σας!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.