Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά


Όσο και να έψαχνα πιο ταιριαστό βιβλίο για να ακολουθήσει το προηγούμενό μου, τέτοιο φοβερό βιβλιο-συνοικέσιο αποκλείεται να πετύχαινα – μόνο στο Power of love (of reading)… και πάλι παίζει αυτό! Μία λογοτεχνική ιδιωτική πινακοθήκη μόνο για πάρτη μου (ή πάρτυ μου, όπως βλέπω  να γράφεται συχνά σε διάφορα σχόλια… party is here και ξεσαλώνει εις βάρος της ελληνικής γλώσσας!). Κυρίως όμως ο Περέκ είναι ιδιωτική βιβλιοθήκη, και αν θέλω να είμαι πιο ακριβής είναι ιδιωτικός βιβλιοθηκονόμος. Γιατί τις βιβλιοθήκες πολλοί εμίσησαν, τους βιβλιοθηκονόμους ουδείς! Η πολυετής ενασχόληση του Περέκ με την βιβλιοθηκονομία προσέδωσε στην γραφή του όλα εκείνα τα γοητευτικά χαρακτηριστικά που κάποιοι θαυμάζουμε και με τα οποία κάποιοι άλλοι αγανακτούμε. Σίγουρα και άλλοι βιβλιοθηκονόμοι έγιναν στην πορεία συγγραφείς αλλά κανείς δεν κατάφερε να χειριστεί αυτή την επιστήμη με τόσο καλλιτεχνικό τρόπο. Ask a (random) librarian, τα ίδια θα σου πει! 

Αναμφιβόλως, η βιβλιοθηκονομία είναι πολύ απαιτητική επιστήμη. Μην κρίνετε από τον περισσότερο κόσμο που με την πρώτη του δειλή επίσκεψη στην βιβλιοθήκη φέρει ταυτόχρονα την βλακώδη βεβαιότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του ότι ξέρει πού ακριβώς μπαίνει το κάθε βιβλίο. «Ναι, θυμάμαι ακριβώς από πού το πήρα, θα το ξαναβάλω στη θέση του». Και αν δείτε την βιβλιοθήκη στο τέλος μιας εργάσιμης μέρας, θα έχετε μία εμπεριστατωμένη «ακτινογραφία» της νόσου Αλτσχάιμερ – τύφλα να’ χουν οι νευρολόγοι, που φάγαν τα χρόνια τους στα θρανία. Η βιβλιοθηκονομία, πρωτίστως, είναι μια μηχανιστική επιστήμη. Μέχρι να φθάσεις στο εξωστρεφές (αν υποθέσουμε ότι πληρώνεται επαρκώς) υποκείμενο, που στα μάτια των κοινών θνητών προσιδιάζει σε Artificial Intelligence android της Google που θα σου δώσει την μοναδική και σωστή απάντηση που ζητάς, θα έχεις ήδη περάσει από αθέατους και απόκρυφους μηχανισμούς που αγνοείς ολοκληρωτικά και εν πολλοίς δεν σε ενδιαφέρουν κιόλας. Κάπως έτσι λειτουργεί και η λογοτεχνία του Ζορζ Περέκ – προς θεού, δεν προορίζεται μόνο για πτυχιούχους βιβλιοθηκονομίας αλλά ούτε και για αναγνώστες που αναζητούν την μοναδική και σωστή απάντηση σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρόνο. Αν είστε τέτοιοι αναγνώστες, μην χάνετε τον χρόνο σας, πηγαίνετε στην κοντινότερη βιβλιοθήκη και διαλέξτε ένα άλλο βιβλίο. Αφού ρωτήσετε τον βιβλιοθηκόνομο, εννοείται αυτό! 

Τα βιβλία του Περέκ δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε «εγκυκλοπαιδικά», δεν εγκολπώνονται δηλαδή την γενική γνώση μιας οποιασδήποτε βιβλιοθήκης (αν και το κάνουν και αυτό ως έναν βαθμό), αλλά αποτελούν ένα παραπέτασμα εντός της βιβλιοθήκης που πίσω του θάλλει ο ζωντανός οργανισμός της πραγματικής βιβλιοθήκης. Όταν μπαίνετε σε μια βιβλιοθήκη τα βιβλία δεν σας κοιτούν όπως θα σας κοιτούσαν τα βιβλία ενός βιβλιοπωλείου· σας κοιτούν με τα θέματά τους λυμένα (εν αντιθέσει με κάποιους επισκέπτες της βιβλιοθήκης!)· σας κοιτούν με την ταξιθετική τους υπεροψία· σας κοιτούν με την «αριστοκρατική» τους ταξινομική καταγωγή· σας κοιτούν με το χαμογελαστό «οδοντωτό» barcode που πιστοποιεί την αξία τους και όχι την τιμή τους· σας κοιτούν και ξέρουν τι (και αν) σκέφτεστε· τα βιβλία σκέφτονται, και σκέφτονται γιατί κάποιοι με πολύ κόπο φρόντισαν να τους μάθουν πώς να το κάνουν αυτό. Και είναι οι ίδιοι που βοηθούν και τους αναγνώστες πώς να σκέφτονται. Πάει κάπου το μυαλό σας; 

Willem Van Haecht, Alexander the Great Visiting the Studio of Apelles, π. 1630

[…] Αυτή η σχεδόν νοσηρή γοητεία που ασκούσε το έργο, μπορεί να πει κανείς ότι οφειλόταν εν μέρει στην τεχνική δεξιότητα του ζωγράφου, κυρίως όμως σ’ εκείνη την όχι μόνο χωρική, αλλά και χρονική, προοπτική. «Ας μη γελιόμαστε» κατέληγε ο Λέστερ Νάουακ. «Το έργο αυτό είναι η απεικόνιση του θανάτου της τέχνης, ένας εικοτολογικός στοχασμός γύρω απ’ αυτόν τον κόσμο, τον καταδικασμένο στην αέναη επανάληψη των ίδιων των προτύπων του. Κι αυτές οι ανεπαίσθητες παραλλαγές από αντιγραφή σε αντιγραφή, που τόσο πολύ είχαν ερεθίσει τους επισκέπτες, μπορεί και να συνιστούν την απώτατη έκφραση της μελαγχολίας του καλλιτέχνη: ως εάν, ζωγραφίζοντας την ιστορία των δικών του έργων μέσα από την ιστορία των έργων των άλλων, είχε κατορθώσει, έστω για μια στιγμή, να αυταπατηθεί ότι είχε διασαλεύσει την “καθεστηκύια τάξη” της τέχνης, ότι είχε ξαναβρεί την έμπνευση πέρα απ’ την απαρίθμηση, την έκρηξη των ιδεών πέρα απ’ την παράθεση, την ελευθερία πέρα από την μνήμη. Και μπορεί σ’ αυτό το έργο να μην υπάρχει τίποτα πιο αλγεινό και πιο καταγέλαστο από την προσωπογραφία εκείνου του φριχτά εικονογραφημένου άντρα με το τατουάζ, από εκείνο το ζωγραφισμένο σώμα που θαρρείς και φύλαγε σκοπιά μπροστά σε κάθε επανάληψη του πίνακα: άνθρωπος που έγινε ζωγραφιά υπό το βλέμμα του συλλέκτη, σύμβολο νοσταλγικό και σκωπτικό, ειρωνικό και απομυθευτικό ενός “δημιουργού” στερημένου από το δικαίωμα του ζωγραφίζειν, αφοσιωμένου εφεξής στο να κοιτάζει και να επιδεικνύει ως μοναδικό του επίτευγμα μια απ’ άκρη σ’ άκρη ζωγραφισμένη επιφάνεια». 

Ο Περέκ φιλοτεχνεί μία πανέμορφη νουβέλα για έναν ζωγράφο, έναν συλλέκτη και έναν πίνακα πινάκων που μέσω συνεχών αντικατοπτρισμών οδηγεί την ιστορία πολύ πιο μακριά από ό,τι το περιορισμένο θέμα της υποδηλώνει αρχικά. Δεν υπάρχει λόγος να αναφερθώ περισσότερο στους εσωτερικούς μηχανισμούς του κειμένου. Αν είστε από αυτούς τους βιαστικούς αναγνώστες που αναζητούν την μοναδική και σωστή απάντηση, μπορείτε να διαβάσετε κατευθείαν την τελευταία παράγραφο του κειμένου. Θα μείνετε απόλυτα ευχαριστημένοι, σας το υπόσχομαι. Μέσα της περικλείει όλη την φιλοσοφία του Περέκ και έγινε η αφορμή να μιλήσω σε αυτό το κείμενο περισσότερο για την βιβλιοθηκονομία παρά για την ζωγραφική ή την λογοτεχνία. Εννοείται ότι ήδη από την αρχή διάβασα την τελευταία πρόταση, το κάνω με όλα τα βιβλία αυτό – εγώ όμως είμαι βιβλιοθηκονόμος και έχω μάθει εδώ και χρόνια να εκτιμώ κυρίως τους εσωτερικούς μηχανισμούς που οδηγούν (αναπόφευκτα) στις τελικές απαντήσεις! 

Ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης που εδώ και χρόνια λειτουργεί κάπως σαν συλλέκτης των λογοτεχνικών έργων του Ζορζ Περέκ, αποδεικνύεται αλάνθαστος εκτιμητής. Η ωραία έκδοση έρχεται από τις εκδόσεις «Ύψιλον» και πλέον αρχίζει να σπανίζει – πλειοδοτήστε όσο ακόμα προλαβαίνετε. «(…) χάρη στο παιχνίδι αυτών των διαδοχικών κατοπτρισμών, χάρη στη σχεδόν μαγική γοητεία που ασκούν αυτές οι ολοένα και πιο μικροσκοπικές επαναλήψεις, είναι ένα έργο που αιωρείται μέσα σ’ ένα κατ’ εξοχήν ονειρικό σύμπαν, όπου η δύναμη της γοητείας του μεγεθύνεται ως το άπειρο και όπου ο ακριβολογικός παροξυσμός του εικονογραφικού υλικού, πόρρω απέχοντας απ’ το να είναι αυτοσκοπός, εκβάλλει αναπάντεχα στην ιλιγγιώδη Πνευματικότητα της Αιωνίας Επιστροφής». Μην μας οικτίρετε λοιπόν, η μηχανιστική θεώρηση της βιβλιοθηκονομίας δεν μας στερεί τις απολαύσεις. Η παιγνιώδης και αλλόκοτη φράση του Ναμπόκοφ που μιλούσε για «το πάθος του επιστήμονα και την ακρίβεια του καλλιτέχνη» μάς ταιριάζει γάντι.

Υ.Γ. 2666  Ετούτο το βιβλίο θα μπορούσε να δέσει αρμονικά και με την ταινία του Τορνατόρε, «The best offer»

Σχόλια

  1. Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

    Η ζωγραφιά του κόσμου,
    όπως και πάσα εξάλλου ζωγραφιά,
    δεν είναι να βλέπεται
    από κοντά.

    Από κοντά, αχ,
    σύγχυση μόνο είναι όλα
    και σκοτεινιά.

    Η ζωγραφιά του κόσμου,
    παρά κάθε άλλη αυτή,
    χρειάζεται απόσταση
    να φανεί.

    Χρειάζεται απόσταση, αλίμονο,
    την κανονική
    και πού να βρεθεί.

    Πού να βρεθεί που
    εμπρός είναι το
    βαθύ και πίσω
    το ρέμα…

    ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΧΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ (1962-2002), εκδόσεις Δόμος


    ΥΓ. Ζήτω ο Περέκ!
    Ζήτω η ζωγραφική!
    Ζήτω ο βιβλιοθηκονόμος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».