Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη ως νεαρού σκύλου

 
Θα μιλήσω λίγο για ποίηση. Καλέ, μην σκυλιάζετε, ένα απλό γατάκι είμαι! Θεωρώ ότι η (καλή) ποίηση δεν γράφεται με την καρδιά, ούτε διαβάζεται με αυτόν τον τρόπο. Όποιος γράφει με την καρδιά, πολύ γρήγορα έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα με βουλωμένες αρτηρίες και εκνευριστικές αρρυθμίες. Όποιος πάλι διαβάζει με την καρδιά, πεθαίνει από συγκινησιακό έμφραγμα πολύ πριν τελειώσει το βιβλίο.
 
Ο Ντύλαν Τόμας υπήρξε ένας ποιητής που έγραφε με το μυαλό – και την καρδιά την είχε μόνο για να τρέφει το μυαλό. Οι πυκνά εναλασσόμενες εικόνες, οι μεγάλες παράγραφοι που τις διατρέχει μια ανάσα, η ιδιόρρυθμη χρήση του συντακτικού, ο πλούτος των συνηχήσεων, η επινόηση λέξεων, τα λογοπαίγνια, η εσκεμμένη κρυπτικότητα των λέξεων, η μουσική ροή της έκφρασής του, μαρτυρούν έναν εξουθενωτικό λογοπλάστη που αναζητά «πιέζει και πλάθει» τη λέξη, για να της προσδώσει τελικά μία επιλογή νοηματική, ένα φάσμα συγκινησιακών και μεταφυσικών σημασιοδοτήσεων. Αυτά γράφει στην (μόλις) δισέλιδη εισαγωγή της η μεταφράστρια Μιράντα Σταυρινού και φαίνεται να επαληθεύονται μέχρι κεραίας από τα ποιητικά πεζά της συγκεκριμένης συλλογής. Τα διηγήματα της “Προοπτικής της θάλασσας”, ο ίδιος ο ποιητής ήθελε να τα ενσωματώσει στην συλλογή διηγημάτων του “Πορτραίτο του καλλιτέχνη ως νεαρού σκύλου” (ένα βιβλίο που παραμένει εκνευριστικά αμετάφραστο στα ελληνικά, ευτύχως όμως σε λίγες μέρες θα ισοσκελιστεί η αδικία καθώς θα εκδοθούν τα ποιήματα του νομπελίστα Μπομπ Ντύλαν, που παρέμεναν στην αφάνεια δεκαετίες τώρα!!).
 
Τα οκτώ διηγήματα της συλλογής διατρέχουν σχεδόν μία περίοδο 20 χρόνων καλλιτεχνικής δημουργίας. Από τα πρώτα αυτοβιογραφικά του διηγήματα με την πυκνή, λυρική τους υποκειμενικότητα, έφτασε σταδιακά στην δραματική αντικειμενικότητα της μεταγενέστερης πρόζας και ποίησής του, όπως αναφέρει εύστοχα ο Κ. Φράϊερ. Και τα μεν και τα δε είναι εξαιρετικά γραμμένα και σε καθηλώνουν με την γραφή τους. Αγάπησα πολύ “Το Ποντίκι και η Γυναίκα” [1936] και το “Αυτοί που έπαιρναν τους άλλους από πίσω” [1952], το οποίο μου θύμισε ελαφρώς το ύφος και τις μεταφορές του Τόμας Πύντσον – άραγε να ήταν ο Ντύλαν Τόμας επιρροή για τον Τόμας Πύντσον; Δεν μπορούμε να το ξέρουμε, αλλά έχει μια γοητεία να το πιστεύουμε.

Σταματήσαμε, μουσκεμένοι και μόνοι, να χαζέψουμε τις φωτογραφίες έξω απ' τον κινηματογράφο που τον λέγαμε η Τρύπα της φαγούρας. Για βδομάδες και χρόνια καθόμασταν εκεί στα σκληρά καθίσματά του, μες στο υγρό αλλά βολικό σκοτάδι που αναβόσβηνε, πρώτα με καραμέλες και φυστίκια που κροτάλιζαν αντί για τα βουβαμένα όπλα, και μετά με τσιγάρα: ένα ιδιαίτερα φτηνό είδος που θα έκανε τον άνθρωπο που καταπίνει φωτιές να ξεράσει τις στάχτες της καρδιάς του.

Ο Ντύλαν Τόμας επιλέγει με μέγιστη προσοχή τις λέξεις του, δημιουργώντας υπέροχες μεταφορές, παράδοξα γοητευτικές, που δίνουν όλη την ομορφιά στα διηγήματά του – και αν ζητάτε την γνώμη μου, οι μεταφορές είναι η πεμπτουσία της λογοτεχνίας. ...τσιρίζοντας καθώς πιτσίλαγαν τις κάλτσες τους στα λασπόνερα με τα ουράνια τόξα του πετρελαίου ανάμεσα στις γλιστερές γραμμές. Επίσης ο Ντύλαν Τόμας συχνά κάνει παιχνίδια με την σύνταξη πλάθοντας σχήματα σύγχυσης που συναρπάζουν τον αναγνώστη. Όπως με την αρχή του διηγήματος “Το φόρεμα” [1934], όπου ενώ αρχικά πιστεύεις ότι βλέπεις τα πράγματα από την οπτική γωνία των κυνηγών, τελικά διαπιστώνεις ότι στέκεσαι πλάι στον κυνηγημένο: 

Τον κυνηγούσαν δυο μέρες, χτενίζοντας την εξοχή, ώσπου τους έχασε στους πρόποδες των λόφων, και κρυμμένος τώρα μέσα σ' ένα χρυσό θάμνο, άκουγε τις φωνές τους χαμηλά στην κοιλάδα.

Το διήγημα που ανοίγει την συλλογή, “Προοπτική της θάλασσας” [1937] είναι αρκετά αλλόκοτο και ενδεχομένως σας αποτρέψει να συνεχίσετε την ανάγνωση. Δεν πρέπει να επιτρέψετε να συμβεί αυτό! Θα πρότεινα να διαβάσετε τα διηγήματα ανάκατα, πότε ένα προγενέστερο “υποκειμενικό” και πότε ένα μεταγενέστερο “αντικειμενικό”, αφήνοντας ίσως την “Προοπτική της θάλασσας” για το τέλος. Η έκδοση είναι κομψή και όμορφη, με το κίτρινο και το μπλε του εξωφύλλου να ταιριάζουν υπέροχα. Μόνο ψεγάδι είναι το παλιακό οβάλ καδράκι με την φάτσα του ποιητή – θα μπορούσε να επιλεγεί μια μεγαλύτερη φωτογραφία που να καλύπτει περισσότερο χώρο, ή ακόμα και να λείπει εντελώς. Η μετάφραση της Μιράντας Σταυρινού είναι εξαιρετική και γενικά, το ασυγχώρητο ελάττωμα αυτής της έκδοσης είναι που περιέχει μόνο οκτώ διηγήματα!

Ο Ντύλαν Τόμας υπήρξε ένας δημοφιλής ποιητής που πέθανε μόλις στα 39 του χρόνια. Τον ακολουθεί πλέον και ο (αβάσιμος) λογοτεχνικός μύθος ότι έχασε την ζωή του ύστερα από την κατανάλωση 18 διπλών ουίσκι! Πέρα όμως από τις δημοφιλείς καταχρήσεις τους ή την καταχρηστική δημοφιλία του, υπήρξε και ένας καινοτόμος ποιητής, με χαρακτηριστικό προσωπικό ύφος και απέραντη αγάπη για τα τερτίπια της γλώσσας. Ο Μπομπ Ντύλαν λέγεται ότι έχει επιλέξει το μισό του καλλιτεχνικού του ονόματος από τον Ντύλαν Τόμας. Αν πήρε και μισό από το ποιητικό του ταλέντο, τότε ίσως η Σουηδική Ακαδημία να μην έκανε τόσο μεγάλο λάθος όσο της χρεώνουμε!! 
 

«Αναρωτιέμαι τι νόημα έχει ν' ακολουθεί κανείς τους ανθρώπους», είπε ο Λέσλυ, «είναι ένα είδος τρέλας. Δε σε βγάζει πουθενά. Το μόνο που κάνεις είναι να τους ακολουθείς ως το σπίτι τους και μετά να προσπαθείς να κοιτάξεις μέσ' απ' το παράθυρο για να δεις τι κάνουν και συνήθως υπάρχουν πάντα κουρτίνες. Στοιχηματίζω ότι κανένας δεν κάνει τέτοια πράγματα».

Σχόλια

  1. Ανώνυμος16.10.16

    Όταν τελείωσα το σχολείο φοίτησα σε μια Αμερικανική Σχολή η οποία ήταν τελείως αγγλόφωνη. Ένα από τα υποχρεωτικά μαθήματα που παίρναμε στο 3ο εξάμηνο ήταν Literature Η καθηγήτρια ΑΣΤΕΡΙ και ένα από τα ποιήματα που αναλύσαμε αυτό:
    Do not go gentle into that good night,
    Old age should burn and rave at close of day;
    Rage, rage against the dying of the light.

    Though wise men at their end know dark is right,
    Because their words had forked no lightning they
    Do not go gentle into that good night.

    Good men, the last wave by, crying how bright
    Their frail deeds might have danced in a green bay,
    Rage, rage against the dying of the light.

    Wild men who caught and sang the sun in flight,
    And learn, too late, they grieved it on its way,
    Do not go gentle into that good night.

    Grave men, near death, who see with blinding sight
    Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
    Rage, rage against the dying of the light.

    And you, my father, there on the sad height,
    Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
    Do not go gentle into that good night.
    Rage, rage against the dying of the light.

    20 χρόνια έχουν περάσει και το θυμάμαι σαν χθες........

    (Αυτό ήταν κάτι που θυμήθηκα εκτός από την Μισέλ όταν άκουσα για το Νόμπελ :P)
    Φαίη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τέλειο! Κρίμα που δεν υπάρχουν πολλά στα ελληνικά. Αυτή την συλλογή διηγημάτων την είχα πολύ καιρό στην βιβλιοθήκη. Είχα επιχειρήσει κάποτε να την διαβάσω αλλά ξεκινώντας από το ομώνυμο διήγημα μού είχε φανεί πολύ αλλόκοτο (γι' αυτό και κάνω την παρότρυνση στην ανάρτηση) και την άφησα. Στην πορεία διάβασα πολλά αλλόκοτα βιβλία και πλέον την βρήκα εξαιρετική!

      Από σπόντα, βγήκε και κάτι καλό από το φετινό Νόμπελ! Και νομίζω ότι ήρθε πια η ώρα να σταματήσω τις μπηχτές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Του χρόνου πάλι.

      Να'σαι καλά, Φαίη :)

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος16.10.16

    το 'portait of the artist as a young dog',έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Μετάφραση:Βένια Δενδρινού-Γιώργος Ρωμανός, εκδ. Πρόσπερος,1980.. για την ακρίβεια, στο συγκεριμένο βιβλίο έχουν μεταφραστεί τα 4 από τα 10 διηγήματα της συλλογής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτή η πληροφορία αναγράφεται στο αυτί της συλλογής που παρουσιάζω, αλλά όσο και αν έψαξα στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία δεν βρήκα κάτι σχετικό. Γι' αυτό και έγραψα ότι δεν έχει εκδοθεί, στην ουσία μοιάζει σαν να μην έχει εκδοθεί καθόλου!

      Αν έχεις κάποιο λινκ σχετικό με αυτό το βιβλίο, σε παρακαλώ να μου το στείλεις.

      Ευχαριστώ για το σχόλιο!

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος16.10.16

    Το έχω το βιβλίο και το αγαπώ πολύ. Χάρη σε σένα το θυμήθηκα και τώρα το ξεφυλλίζω μετά από πάρα πολύ καιρό. Εγώ σ' ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τότε να το χαρείς γιατί πρόκειται για διαμάντι. Δεν μπορώ καν να βρω μια ρημαδοφωτογραφία της έκδοσης στο διαδίκτυο! Ωστόσο, θα το έχω στα υπ'όψιν μου μήπως το εντοπίσω ξεχασμένο σε κάποιο ράφι βιβλιοπωλείου. Ας ελπίσουμε σε μια πιο σύγχρονη έκδοσή του. Καλή συνέχεια :)

      Διαγραφή
  4. Αγαπάμε τον έξοχο ποιητή Ντίλαν Τόμας:

    http://docplayer.gr/692102-Tis-lalias-poiimata-1934-1953.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάντα μου προσφέρετε τα πιο ενδιαφέροντα λινκς. Ευχαριστώ πάρα πολύ! Αλήθεια, η μετάφραση του Μπλάνα πώς σας φάνηκε; Γιατί στην μετάφραση των ποιημάτων του Μπλέικ με είχε απογοητεύσει πολύ. Απ' ό,τι βλέπω υπάρχει και το πρωτότυπο, άρα θα κάνω και μόνος μου μια σχετική σύγκριση.

      Υ.Γ. Δεν μου σχολιάσατε καθόλου την βράβευση του Μπομπ Ντύλαν. Και περίμενα πώς και πώς μια μειλίχια γνώμη από μια θαυμάστρια της ποίησης όπως εσείς; Ματαιοπονώ άραγε; :)

      Διαγραφή
  5. Αυτές τις μέρες διάβασα πολλές απόψεις και διάφορες σκέψεις για το Νόμπελ. Ήθελα να αποστασιοποιηθώ λιγάκι. Είναι γεγονός ότι η μουσική και οι στίχοι του Ντίλαν μου αρέσουν πολύ. Η λογοτεχνία όμως, μέσα στην οποία ανήκει ΚΑΙ η ποίηση, είναι μάλλον για να διαβάζεται παρά να μελοποιείται.
    Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο Όμηρος και η Σαπφώ απαγγέλλονταν με συνοδεία λύρας -εξού και λυρική ποίηση. Τότε όμως δεν υπήρχε χαρτί και βιβλίο με την έννοια που διαβάζουμε σήμερα. Εκτός αν βαίνουμε προς την παντελή ακύρωση των μη μελοποιημένων ποιητών, μιας και η ανάγνωση ποίησης (και γενικώς) δεν είναι η πρώτη προτεραιότητα για τους περισσότερους.

    Διάβασα για πρώτη φορά Ντίλαν Τόμας πριν πολλά-πολλά χρόνια από ένα δανεικό βιβλίο, που δεν θυμάμαι το μεταφραστή του. Τότε μου είχε αρέσει "Ο καμπούρης στο πάρκο" και "Το χέρι που υπέγραψε".
    Κατά τη γνώμη μου, η μετάφραση του Μπλάνα είναι άνιση. Άλλοτε ρέει στρωτά. Άλλοτε σα να μη βρίσκει τη σωστή λέξη. Μερικές φορές σα να χάνει το ρυθμό του ποιήματος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η δική σας άποψη είναι όντως μειλίχια, όπως προέβλεψα. Η δική μου υπήρξε ιδιαιτέρως ακραία, το παραδέχομαι. Ατυχής η επιλογή της Ακαδημίας γιατί αφήνει απ'έξω, για ακόμα μια φορά, πολλούς σπουδαίους λογοτεχνές που δεν μπορούν δυστυχώς να "ανοίξουν" τα όρια της τέχνης τους για να βραβευθούν και από κάποιο άλλο βραβείο! Η μουσική του Μπομπ Ντύλαν ίσως είναι πιο χαρακτηριστική (ίσως και πιο σπουδαία;) από την ποίησή του, παρόλα αυτά, στο όνομα του εκσυγχρονισμού του βραβείου (της κατευθυνόμενης αυτοδιαφήμισης θα έλεγα εγώ!), τελικά πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας! Το αστείο είναι πως (μάλλον) δε θα πάει να το παραλάβει, όπως (σίγουρα) δε θα πήγαινε ούτε ο Τόμας Πύντσον, αν είχε το θάρρος η Ακαδημία να του το δώσει, που φυσικά το δικαιούται πολύ περισσότερο από τον Ντύλαν!! Η Ακαδημία την πάτησε.

      Ο Ντύλαν Τόμας μου άρεσε πάρα πολύ -- δώρο ενός φίλου από τον στρατό, δωρισμένο κατά την διάρκεια της θητείας, γιατί μετά η φιλία εξασθένισε αλλά μια νέα (λογοτεχνική) γεννήθηκε! Με μισή καρδιά θα διαβάσω την μετάφραση του Μπλάνα, με είχε χαλάσει πολύ εκείνη που είχε κάνει στον Μπλέικ. Τι να κάνω, από το ολότελα...

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν