Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν


Η αυτού ελαφρότης ο Περελά είναι ένα από τα πιο ιδιόμορφα έργα της ιταλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-παλίμψηστο, μια ιστορία που διαβάζεται σε πάρα πολλά επίπεδα. Αυτό το πρωιμότατο δείγμα αντιμυθιστορήματος, με τις υφολογικές καινοτομίες του και την παράδοξη αφηγηματική κατασκευή του, εξακολουθεί να αποτελεί μια “πρόκληση” για τους λογοτεχνικούς κριτικούς, γράφει το οπισθόφυλλο. Πώς μου ξέφυγε εμένα, του λογοτεχνικού κριτικού; Ας επανορθώσω.


Πάντοτε με ξένιζε η φράση “Θέλω να διαβάσω κάτι ανάλαφρο” (όπως και άλλες αντίστοιχες, “Θέλω να δω κάτι ανάλαφρο”, “Θέλω ν' ακούσω κάτι ανάλαφρο” κτλ) – κυρίως γιατί δεν μπορούσα να συλλάβω την έννοια της ελαφρότητας σε τόσο σοβαρά θέματα όπως η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και η μουσική. Για να είμαι ακριβής δεν μπορούσα να συλλάβω την ελαφρή προσέγγιση των αναγνωστών/θεατών/ακροατών απέναντί τους. Αν κάποιος με ρωτήσει να του προτείνω κάποιο ανάλαφρο βιβλίο για την παραλία, δε θα μπορούσα να σκεφτώ κάτι πιο ανάλαφρο από τα βιβλία του Ζορζ Περέκ, του Καλβίνο, ή ακόμα τον Τρίστραμ Σάντι! Είτε βαριά είτε ελαφρή, η λογοτεχνία για μένα είναι μόνο ύφος, και έτσι η έννοια της ελαφρότητας μπορεί να φτάσει ως εμένα μόνο μέσω σοβαρών υφολογικών πειραματισμών, γιατί όπως συνεχίζει και ο καβαφικός στίχος, στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε επιμελέστατος. Ας το θυμόμαστε αυτό, πομποί και δέκτες της τέχνης. Όσο και αν επιχειρηματολογήσω όμως περί ελαφρότητας, δε θα βρω ούτε έναν άνθρωπο να συμφωνήσει μαζί μου και αυτό είναι σοβαρό θέμα!!

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζω με την λογοτεχνία, είναι όταν κάποιοι αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν είναι σοβαρή μια λογοτεχνία που είναι δομημένη σε ένα αφαιρετικό δομικό μοντέλο, δίχως να ονοματίζονται οι χαρακτήρες ή να ονοματίζονται ανεπαρκώς και διφορούμενα, στηριζόμενη σε παραπαίουσες ή και ασύνδετες λεκτικές κατασκεύες. Αυτή η λογοτεχνία (ας την πούμε, “πειραματική”) πολλοί πιστεύουν, ανήκει πια σε παρελθούσες εποχές, έκανε τον κύκλο της και πέθανε μέσα στα απόνερα της σνομπίστικης ακατανοησίας της. Εγώ λέω μόνο τούτο, μην σκοτώνετε την φαντασία στην λογοτεχνία! Πάντα θα αναζητώ τέτοια “πειραματικά” κείμενα, τα θεωρώ άκρως αναζωογονητικά για το μυαλό και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να εκτοπίζονται από έναν νέο “πειραματικό” αιώνα. Όταν κάποιος μου λέει ότι ένας σύγχρονος αναγνώστης δεν μπορεί πλέον να ταυτιστεί με τέτοιες αφαιρετικές δομές, γκρεμίζεται με πάταγο μες στο μυαλό μου ένα ακόμα προπύργιο της αφαιρετικής μου σκέψης! 
http://www.romanischestudien.de/index.php/rst/article/view/69/243


Φυσικά, η “πειραματική” γραφή απαιτεί (όπως και όλες οι γραφές) πεπειραμένους συγγραφείς. Αυτό είναι ευκόλως εννοούμενο και κανονικά θα έπρεπε να το παραλείψω. Αλλά επειδή ενδεχομένως να με διαβάζουν ορθολογολάγνοι αναγνώστες, θα μπορούσαν να μου το χρεώσουν ως συγγραφική αβλεψία! Ας δούμε λίγο το “πειραματικό” στόρι: ένας άνθρωπος 33 ετών γεννιέται σφηνωμένος στη κορυφή μιας καμινάδας από την φωτιά που σιγοκαίει από κάτω του και θερμαίνει τρεις ζαβές γριές που κάθονται μπροστά της και λένε ασταμάτητα ιστορίες. Είναι οι μητέρες του, Πένα! Ρέτε! Λάμα!... και εκείνος όταν επιτέλους κατεβαίνει στη γη, είναι ο Περελά! Είναι ένας άνθρωπος από καπνό, φοράει μόνο δύο βαριές όμορφες μπότες και εμφανίζεται στους ξετρελαμένους υπηκόους ενός βασιλείου που δεν κατονομάζεται. Είμαι ένας άνθρωπος ελαφρύς... λέει συνεχώς ο Περελά, και αυτή η ιδιότητα που στην αρχή είναι η αρετή του και εκθειάζεται από όλους, στο τέλος καταλήγει να γίνει η καταδίκη του και η διαπόμπευσή του!

[...] Είστε αναμφιβόλως αξιέπαινος, αλλά πώς γίνεται να μην ολοκληρώσετε το θαύμα σας; Αφού ήσασταν στη φωτιά, έπρεπε να καείτε μέχρι το τέλος. Τι το όφελος που γυρίσατε πίσω μισοψημένος; Είστε ακριβώς στην ίδια κατάσταση μ' εμένα· και είναι η χειρότερη που μπορεί να τύχει σε άνθρωπο.

Η ευφυία του Παλατσέσκι κρύβεται στο ότι ενώ ο Περελά είναι ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου, για τα 3/4 και πλέον αυτού, αντιμετωπίζεται σαν ένας τριτοτέταρτος χαρακτήρας που μετά βίας αρθρώνει πέντε λέξεις. Η φωνή του Περελά γίνονται οι υπήκοοι του βασιλείου, ενθουσιασμεοι στην αρχή και εξαγριωμένοι στο τέλος – υπάρχουν πάμπολλες θαυμάσιες σελίδες όπου υπάρχει μόνο ένας διαρκής μονόλογος-διάλογος του όχλου, μονολεκτικές φράσεις και αποσπασματικές σκέψεις. Ο όχλος, η μάζα που καταλήγει συχνά να σκέφτεται με ένα μυαλό και με λειψές σκέψεις! Ο Περελά άμα τη εμφανίσει γίνεται ο λυτρωτής του βασιλείου, ο άνθρωπος πάνω στον οποίο βασίζονται όλοι, εκείνος που μπορεί να ξαναγράψει τον (ηθικό) Κώδικα του βασιλείου. Ο συγγράφεας πλάθει την δική του εκδοχή του Χριστού – 33 ετών, λυτρωτής ενός ξεπεσμένου βασιλείου, κοινωνός μιας νέας “θρησκείας” (της ελαφρότητας), προδομένος από τους πιστούς του, καταδικασμένος σε φυλάκιση στον λόφο Γολγοδά(!) και με μόνη υποστηρίκτρια μια μαρκησία που στο τέλος του χαρίζει την αγάπη της. Μην σας πτοούν οι θρησκευτικές αναφορές, είναι λίγες και ανεπαίσθητες, σε καμία περίπτωση δεν στερούν τίποτα από την αίγλη αυτού του μαγευτικού βιβλίου.
http://nole.biz/portfolio/1994/1994-perela-2/


Το βιβλίο διαβάζεται όντως σε πάρα πολλά επίπεδα – κάθε σελίδα του κρύβει έναν συμβολισμό, μια αλληγορία, μια μεταφορά που σε ξαφνιάζει με την εμπνευσμένη παρουσία της. Ο συγγραφέας σατιρίζει την ματαιοδοξία των καλλιτεχνών, την απληστία των ανθρώπων, την ευπιστία τους, την κακία τους· επαινεί την λογική των τρελών (καθώς μας περιγράφει τους τροφίμους ενός τρελοκομείου, βάζει ανάμεσά τους και έναν ευτυχισμένο εθελοντή τρελό!)· λοιδωρεί την κατήχηση των θρησκειών (σε ένα υπέροχο κεφάλαιο όπου ο Περελά έχει την τιμή να επισκεφτεί την Βασίλισσα, ακούγεται συνεχώς η λέξη “Θεός” και μόνο στο τέλος μάς αποκαλύπτεται ότι την «παπαγαλίζει» ο παπαγάλος της κυρίας ο οποίος δεν κατάφερε να μάθει άλλη λέξη στη ζωή του!).

[...] Όλους όσοι μας επισκέπτονται τους βλέπουμε να περνούν με βλέμμα θλιμμένο και ξέχειλο από αδελφικό οίκτο, τους καημένους, είναι για λύπηση, και στο τέλος της επίσκεψης τους ακούμε να λένε με την μεγαλύτερη σπουδαιότητα, καρπό πολλής περίσκεψης, κάποια χοντρομαλακία. Να είστε σίγουρος ότι, έαν λένε χοντρομαλακίες, φταίει που είναι χοντρομαλάκες. Συμπονώντας τα μυαλά ετούτα που τα θεωρούν ασυζητητί άρρωστα, θα χρησιμοποιήσουν λόγια που αποκαλύπτουν ξεκάθαρα την ανεπανόρθωτη αθλιότητα που έχουν οι ίδιοι. Ας ζουν ήσυχα· αυτοί δεν πρόκειται να τρελαθούν ποτέ. Για να γίνει κανείς τρελός, κύριε Περελά, χρειάζεται μονάχα ένα πράγμα: ένα μεγάλο, στιβαρό, απίθανο μυαλό, ενώ αυτοί είναι κοκορόμυαλοι, ακόμα και αν τρελαίνονταν, η τρέλα τους θα ήταν ελάχιστη, εντελώς ανυπόστατη, ανεπαίσθητη, κανείς δε θα την αντιλαμβανόταν, και δε θα μπορούσαν με κανέναν τρόπο να επιδιώξουν την τιμή και τη χαρά να μπουν εδώ μέσα.
http://storiaeletteratura.it/anche-la-morte-ama-la-vita-aldo-palazzeschi/


Η μετάφραση του Παναγιώτη Σκόνδρα είναι πάρα πολύ καλή, ειδικά αν λάβουμε υπ'όψιν ότι ο Παλατσέσκι κάνει πολλά λογοπαίγνια και παρομοιώσεις με την νεφελώδη ιδιότητα του ήρωά του, που μεταφέρονται με επάρκεια στα ελληνικά. Επίσης, δείχνουν εξαιρετικά δουλεμένα τα κομμάτια που μιλάει “η φωνή του όχλου” με τις αποσπασματικές και μονολεκτικές φράσεις, εκεί όπου μέσα στη γενική σύγχυση δεν ξέρεις ποιος μιλάει, αν απαντάει ο Περελά σε μερικές ερωτήσεις, πότε απαντάει κτλ. Ένιωσα να μου μιλάει η ίδια η φωνή του συγγραφέα και αυτό με ικανοποίησε. Επιπλέον σκέφτηκα πώς θα μπορούσαν να μεταφραστούν αυτά τα κομμάτια από άλλους λιγότερο έμπειρους μεταφραστές και αυτό με ικανοποίησε διπλά – που δεν χρειάστηκε να το υποστώ. Για να παίξω και εγώ λίγο με τις λέξεις και τα πάμπολλα νοήματά τους, θα σας πω μόνο ότι πρόκειται για ένα αλαφροίσκιωτο βιβλίο που το προτείνω ελαφρά τη καρδία σε ελαφρόμυαλους αναγνώστες σαν και του λόγου σας! Το' πα και ξελάφρωσα.

Σχόλια

  1. Ελαφροκυνηγέ αναγνώστα, αλαφροΐσκιωτε,
    πώς αντέχετε την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μας/σας
    χωρίς να την κάνετε με ελαφρά πηδηματάκια;
    [Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι,
    πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σα χρυσάφι.]
    Ελαφρά αναγνώσματα και ελαφρό τραγούδι δεν πάνε μαζί ελαφρά τη καρδία.
    Απευθυνόμενος σε ελαφρόμυαλους αναγνώστες καλά κάνατε και τα 'πατε, προκειμένου να ξαλαφρώσετε.
    Αν και δεν έχετε ελαφρυντικά ούτε φορολογικές ελαφρύνσεις, αναρωτιέμαι με ποια δικαιολογία θα ελαφρύνετε τη θέση σας.
    Μήπως με ...ελαφρόπετρα;


    ΥΓ. Ξέρετε ότι ο Άλντο Παλατσέσκι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα;
    Δωράκι:


    Ποιος είμαι;

    Είμαι άραγε κάποιος ποιητής;
    Όχι, βέβαια.
    Δεν γράφει παρά μια λέξη, εντελώς παράξενη,
    η πένα της ψυχής μου:
    «τρέλα».
    Είμαι επομένως κάποιος ζωγράφος;
    Ούτε κι αυτό.
    Δεν έχει παρά ένα χρώμα
    η παλέτα της ψυχής μου:
    «μελαγχολία».
    Κάποιος μουσικός, επομένως;
    Επ’ ουδενί.
    Δεν υπάρχει παρά μια νότα
    στην ταστιέρα της ψυχής μου:
    «νοσταλγία».
    Είμαι επομένως…τι;
    Βάζω έναν μεγεθυντικό φακό
    μπροστά απ’ την καρδιά μου
    για να τη βλέπει ο κόσμος.
    Ποιος είμαι;
    Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου.

    Άλντο Παλατσέσκι [Aldo Palazzeschi], μτφρ. Αρχοντία Κυπριώτου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελαφρότης ελαφροτήτων τα πάντα ελαφρότης!

      Όχι, δεν ήξερα τίποτα για τον Παλατσέσκι και έπεσα από τα (πανάλαφρα) σύννεφα όταν τον διάβασα! Γαμώτο, δεν έχει εκδοθεί τίποτα άλλο στα ελληνικά. Φοβερό ποίημα. Είναι από κάποια ανθολογία, να υποθέσω; Πείτε ποια, μπας και έχει και άλλα ενδιαφέροντα μέσα.

      Διαγραφή
  2. Just this, my dear.
    Eναλλακτική μετάφραση:


    ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ;

    Μήπως είμαι ποιητής
    Ασφαλώς όχι.
    Μακάρι να 'μουν. Ελα
    όμως που η πένα της ψυχής μου το 'χει
    να μην μπορεί
    να γράψει παρά μόνο την πολύ
    περίεργη λέξη: «τρέλα»
    Είμαι λοιπόν ζωγράφος;
    Ούτε αυτό. Στην παλέτα της ψυχής μου
    υπάρχει μία
    μονάχα απόχρωση:
    «μελαγχολία».
    Μουσικός επομένως;
    ούτε λόγος.
    Η μόνη μελωδία
    που βγάζουνε τα πλήκτρα της ψυχής μου
    λέγεται: «νοσταλγία».
    Είμαι, λοιπόν... Τι πράγμα;
    Εναν φακό βάζω μπροστά
    στην καρδιά μου, ώστε ο κόσμος να τη βλέπει.
    Ποιος είμαι, τελικά;
    Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου.

    ΑΛΝΤΟ ΠΑΛΑΤΣΕΣΚΙ (Από τη συλλογή Νεανικά έργα, Μιλάνο, 1958)
    μτφρ. Κάρολος Τσίζεκ - Μαρία Καραγιάννη


    http://www.politeianet.gr/books/sullogiko-mpilieto-o-salntimpagkos-tis-psuchis-mou-dekapente-italoi-poiites-tou-eikostou-aiona-155744

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.