Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν


Η αυτού ελαφρότης ο Περελά είναι ένα από τα πιο ιδιόμορφα έργα της ιταλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-παλίμψηστο, μια ιστορία που διαβάζεται σε πάρα πολλά επίπεδα. Αυτό το πρωιμότατο δείγμα αντιμυθιστορήματος, με τις υφολογικές καινοτομίες του και την παράδοξη αφηγηματική κατασκευή του, εξακολουθεί να αποτελεί μια “πρόκληση” για τους λογοτεχνικούς κριτικούς, γράφει το οπισθόφυλλο. Πώς μου ξέφυγε εμένα, του λογοτεχνικού κριτικού; Ας επανορθώσω.


Πάντοτε με ξένιζε η φράση “Θέλω να διαβάσω κάτι ανάλαφρο” (όπως και άλλες αντίστοιχες, “Θέλω να δω κάτι ανάλαφρο”, “Θέλω ν' ακούσω κάτι ανάλαφρο” κτλ) – κυρίως γιατί δεν μπορούσα να συλλάβω την έννοια της ελαφρότητας σε τόσο σοβαρά θέματα όπως η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και η μουσική. Για να είμαι ακριβής δεν μπορούσα να συλλάβω την ελαφρή προσέγγιση των αναγνωστών/θεατών/ακροατών απέναντί τους. Αν κάποιος με ρωτήσει να του προτείνω κάποιο ανάλαφρο βιβλίο για την παραλία, δε θα μπορούσα να σκεφτώ κάτι πιο ανάλαφρο από τα βιβλία του Ζορζ Περέκ, του Καλβίνο, ή ακόμα τον Τρίστραμ Σάντι! Είτε βαριά είτε ελαφρή, η λογοτεχνία για μένα είναι μόνο ύφος, και έτσι η έννοια της ελαφρότητας μπορεί να φτάσει ως εμένα μόνο μέσω σοβαρών υφολογικών πειραματισμών, γιατί όπως συνεχίζει και ο καβαφικός στίχος, στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε επιμελέστατος. Ας το θυμόμαστε αυτό, πομποί και δέκτες της τέχνης. Όσο και αν επιχειρηματολογήσω όμως περί ελαφρότητας, δε θα βρω ούτε έναν άνθρωπο να συμφωνήσει μαζί μου και αυτό είναι σοβαρό θέμα!!

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζω με την λογοτεχνία, είναι όταν κάποιοι αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν είναι σοβαρή μια λογοτεχνία που είναι δομημένη σε ένα αφαιρετικό δομικό μοντέλο, δίχως να ονοματίζονται οι χαρακτήρες ή να ονοματίζονται ανεπαρκώς και διφορούμενα, στηριζόμενη σε παραπαίουσες ή και ασύνδετες λεκτικές κατασκεύες. Αυτή η λογοτεχνία (ας την πούμε, “πειραματική”) πολλοί πιστεύουν, ανήκει πια σε παρελθούσες εποχές, έκανε τον κύκλο της και πέθανε μέσα στα απόνερα της σνομπίστικης ακατανοησίας της. Εγώ λέω μόνο τούτο, μην σκοτώνετε την φαντασία στην λογοτεχνία! Πάντα θα αναζητώ τέτοια “πειραματικά” κείμενα, τα θεωρώ άκρως αναζωογονητικά για το μυαλό και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να εκτοπίζονται από έναν νέο “πειραματικό” αιώνα. Όταν κάποιος μου λέει ότι ένας σύγχρονος αναγνώστης δεν μπορεί πλέον να ταυτιστεί με τέτοιες αφαιρετικές δομές, γκρεμίζεται με πάταγο μες στο μυαλό μου ένα ακόμα προπύργιο της αφαιρετικής μου σκέψης! 
http://www.romanischestudien.de/index.php/rst/article/view/69/243


Φυσικά, η “πειραματική” γραφή απαιτεί (όπως και όλες οι γραφές) πεπειραμένους συγγραφείς. Αυτό είναι ευκόλως εννοούμενο και κανονικά θα έπρεπε να το παραλείψω. Αλλά επειδή ενδεχομένως να με διαβάζουν ορθολογολάγνοι αναγνώστες, θα μπορούσαν να μου το χρεώσουν ως συγγραφική αβλεψία! Ας δούμε λίγο το “πειραματικό” στόρι: ένας άνθρωπος 33 ετών γεννιέται σφηνωμένος στη κορυφή μιας καμινάδας από την φωτιά που σιγοκαίει από κάτω του και θερμαίνει τρεις ζαβές γριές που κάθονται μπροστά της και λένε ασταμάτητα ιστορίες. Είναι οι μητέρες του, Πένα! Ρέτε! Λάμα!... και εκείνος όταν επιτέλους κατεβαίνει στη γη, είναι ο Περελά! Είναι ένας άνθρωπος από καπνό, φοράει μόνο δύο βαριές όμορφες μπότες και εμφανίζεται στους ξετρελαμένους υπηκόους ενός βασιλείου που δεν κατονομάζεται. Είμαι ένας άνθρωπος ελαφρύς... λέει συνεχώς ο Περελά, και αυτή η ιδιότητα που στην αρχή είναι η αρετή του και εκθειάζεται από όλους, στο τέλος καταλήγει να γίνει η καταδίκη του και η διαπόμπευσή του!

[...] Είστε αναμφιβόλως αξιέπαινος, αλλά πώς γίνεται να μην ολοκληρώσετε το θαύμα σας; Αφού ήσασταν στη φωτιά, έπρεπε να καείτε μέχρι το τέλος. Τι το όφελος που γυρίσατε πίσω μισοψημένος; Είστε ακριβώς στην ίδια κατάσταση μ' εμένα· και είναι η χειρότερη που μπορεί να τύχει σε άνθρωπο.

Η ευφυία του Παλατσέσκι κρύβεται στο ότι ενώ ο Περελά είναι ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου, για τα 3/4 και πλέον αυτού, αντιμετωπίζεται σαν ένας τριτοτέταρτος χαρακτήρας που μετά βίας αρθρώνει πέντε λέξεις. Η φωνή του Περελά γίνονται οι υπήκοοι του βασιλείου, ενθουσιασμεοι στην αρχή και εξαγριωμένοι στο τέλος – υπάρχουν πάμπολλες θαυμάσιες σελίδες όπου υπάρχει μόνο ένας διαρκής μονόλογος-διάλογος του όχλου, μονολεκτικές φράσεις και αποσπασματικές σκέψεις. Ο όχλος, η μάζα που καταλήγει συχνά να σκέφτεται με ένα μυαλό και με λειψές σκέψεις! Ο Περελά άμα τη εμφανίσει γίνεται ο λυτρωτής του βασιλείου, ο άνθρωπος πάνω στον οποίο βασίζονται όλοι, εκείνος που μπορεί να ξαναγράψει τον (ηθικό) Κώδικα του βασιλείου. Ο συγγράφεας πλάθει την δική του εκδοχή του Χριστού – 33 ετών, λυτρωτής ενός ξεπεσμένου βασιλείου, κοινωνός μιας νέας “θρησκείας” (της ελαφρότητας), προδομένος από τους πιστούς του, καταδικασμένος σε φυλάκιση στον λόφο Γολγοδά(!) και με μόνη υποστηρίκτρια μια μαρκησία που στο τέλος του χαρίζει την αγάπη της. Μην σας πτοούν οι θρησκευτικές αναφορές, είναι λίγες και ανεπαίσθητες, σε καμία περίπτωση δεν στερούν τίποτα από την αίγλη αυτού του μαγευτικού βιβλίου.
http://nole.biz/portfolio/1994/1994-perela-2/


Το βιβλίο διαβάζεται όντως σε πάρα πολλά επίπεδα – κάθε σελίδα του κρύβει έναν συμβολισμό, μια αλληγορία, μια μεταφορά που σε ξαφνιάζει με την εμπνευσμένη παρουσία της. Ο συγγραφέας σατιρίζει την ματαιοδοξία των καλλιτεχνών, την απληστία των ανθρώπων, την ευπιστία τους, την κακία τους· επαινεί την λογική των τρελών (καθώς μας περιγράφει τους τροφίμους ενός τρελοκομείου, βάζει ανάμεσά τους και έναν ευτυχισμένο εθελοντή τρελό!)· λοιδωρεί την κατήχηση των θρησκειών (σε ένα υπέροχο κεφάλαιο όπου ο Περελά έχει την τιμή να επισκεφτεί την Βασίλισσα, ακούγεται συνεχώς η λέξη “Θεός” και μόνο στο τέλος μάς αποκαλύπτεται ότι την «παπαγαλίζει» ο παπαγάλος της κυρίας ο οποίος δεν κατάφερε να μάθει άλλη λέξη στη ζωή του!).

[...] Όλους όσοι μας επισκέπτονται τους βλέπουμε να περνούν με βλέμμα θλιμμένο και ξέχειλο από αδελφικό οίκτο, τους καημένους, είναι για λύπηση, και στο τέλος της επίσκεψης τους ακούμε να λένε με την μεγαλύτερη σπουδαιότητα, καρπό πολλής περίσκεψης, κάποια χοντρομαλακία. Να είστε σίγουρος ότι, έαν λένε χοντρομαλακίες, φταίει που είναι χοντρομαλάκες. Συμπονώντας τα μυαλά ετούτα που τα θεωρούν ασυζητητί άρρωστα, θα χρησιμοποιήσουν λόγια που αποκαλύπτουν ξεκάθαρα την ανεπανόρθωτη αθλιότητα που έχουν οι ίδιοι. Ας ζουν ήσυχα· αυτοί δεν πρόκειται να τρελαθούν ποτέ. Για να γίνει κανείς τρελός, κύριε Περελά, χρειάζεται μονάχα ένα πράγμα: ένα μεγάλο, στιβαρό, απίθανο μυαλό, ενώ αυτοί είναι κοκορόμυαλοι, ακόμα και αν τρελαίνονταν, η τρέλα τους θα ήταν ελάχιστη, εντελώς ανυπόστατη, ανεπαίσθητη, κανείς δε θα την αντιλαμβανόταν, και δε θα μπορούσαν με κανέναν τρόπο να επιδιώξουν την τιμή και τη χαρά να μπουν εδώ μέσα.
http://storiaeletteratura.it/anche-la-morte-ama-la-vita-aldo-palazzeschi/


Η μετάφραση του Παναγιώτη Σκόνδρα είναι πάρα πολύ καλή, ειδικά αν λάβουμε υπ'όψιν ότι ο Παλατσέσκι κάνει πολλά λογοπαίγνια και παρομοιώσεις με την νεφελώδη ιδιότητα του ήρωά του, που μεταφέρονται με επάρκεια στα ελληνικά. Επίσης, δείχνουν εξαιρετικά δουλεμένα τα κομμάτια που μιλάει “η φωνή του όχλου” με τις αποσπασματικές και μονολεκτικές φράσεις, εκεί όπου μέσα στη γενική σύγχυση δεν ξέρεις ποιος μιλάει, αν απαντάει ο Περελά σε μερικές ερωτήσεις, πότε απαντάει κτλ. Ένιωσα να μου μιλάει η ίδια η φωνή του συγγραφέα και αυτό με ικανοποίησε. Επιπλέον σκέφτηκα πώς θα μπορούσαν να μεταφραστούν αυτά τα κομμάτια από άλλους λιγότερο έμπειρους μεταφραστές και αυτό με ικανοποίησε διπλά – που δεν χρειάστηκε να το υποστώ. Για να παίξω και εγώ λίγο με τις λέξεις και τα πάμπολλα νοήματά τους, θα σας πω μόνο ότι πρόκειται για ένα αλαφροίσκιωτο βιβλίο που το προτείνω ελαφρά τη καρδία σε ελαφρόμυαλους αναγνώστες σαν και του λόγου σας! Το' πα και ξελάφρωσα.

Σχόλια

  1. Ελαφροκυνηγέ αναγνώστα, αλαφροΐσκιωτε,
    πώς αντέχετε την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μας/σας
    χωρίς να την κάνετε με ελαφρά πηδηματάκια;
    [Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι,
    πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σα χρυσάφι.]
    Ελαφρά αναγνώσματα και ελαφρό τραγούδι δεν πάνε μαζί ελαφρά τη καρδία.
    Απευθυνόμενος σε ελαφρόμυαλους αναγνώστες καλά κάνατε και τα 'πατε, προκειμένου να ξαλαφρώσετε.
    Αν και δεν έχετε ελαφρυντικά ούτε φορολογικές ελαφρύνσεις, αναρωτιέμαι με ποια δικαιολογία θα ελαφρύνετε τη θέση σας.
    Μήπως με ...ελαφρόπετρα;


    ΥΓ. Ξέρετε ότι ο Άλντο Παλατσέσκι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα;
    Δωράκι:


    Ποιος είμαι;

    Είμαι άραγε κάποιος ποιητής;
    Όχι, βέβαια.
    Δεν γράφει παρά μια λέξη, εντελώς παράξενη,
    η πένα της ψυχής μου:
    «τρέλα».
    Είμαι επομένως κάποιος ζωγράφος;
    Ούτε κι αυτό.
    Δεν έχει παρά ένα χρώμα
    η παλέτα της ψυχής μου:
    «μελαγχολία».
    Κάποιος μουσικός, επομένως;
    Επ’ ουδενί.
    Δεν υπάρχει παρά μια νότα
    στην ταστιέρα της ψυχής μου:
    «νοσταλγία».
    Είμαι επομένως…τι;
    Βάζω έναν μεγεθυντικό φακό
    μπροστά απ’ την καρδιά μου
    για να τη βλέπει ο κόσμος.
    Ποιος είμαι;
    Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου.

    Άλντο Παλατσέσκι [Aldo Palazzeschi], μτφρ. Αρχοντία Κυπριώτου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελαφρότης ελαφροτήτων τα πάντα ελαφρότης!

      Όχι, δεν ήξερα τίποτα για τον Παλατσέσκι και έπεσα από τα (πανάλαφρα) σύννεφα όταν τον διάβασα! Γαμώτο, δεν έχει εκδοθεί τίποτα άλλο στα ελληνικά. Φοβερό ποίημα. Είναι από κάποια ανθολογία, να υποθέσω; Πείτε ποια, μπας και έχει και άλλα ενδιαφέροντα μέσα.

      Διαγραφή
  2. Just this, my dear.
    Eναλλακτική μετάφραση:


    ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ;

    Μήπως είμαι ποιητής
    Ασφαλώς όχι.
    Μακάρι να 'μουν. Ελα
    όμως που η πένα της ψυχής μου το 'χει
    να μην μπορεί
    να γράψει παρά μόνο την πολύ
    περίεργη λέξη: «τρέλα»
    Είμαι λοιπόν ζωγράφος;
    Ούτε αυτό. Στην παλέτα της ψυχής μου
    υπάρχει μία
    μονάχα απόχρωση:
    «μελαγχολία».
    Μουσικός επομένως;
    ούτε λόγος.
    Η μόνη μελωδία
    που βγάζουνε τα πλήκτρα της ψυχής μου
    λέγεται: «νοσταλγία».
    Είμαι, λοιπόν... Τι πράγμα;
    Εναν φακό βάζω μπροστά
    στην καρδιά μου, ώστε ο κόσμος να τη βλέπει.
    Ποιος είμαι, τελικά;
    Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου.

    ΑΛΝΤΟ ΠΑΛΑΤΣΕΣΚΙ (Από τη συλλογή Νεανικά έργα, Μιλάνο, 1958)
    μτφρ. Κάρολος Τσίζεκ - Μαρία Καραγιάννη


    http://www.politeianet.gr/books/sullogiko-mpilieto-o-salntimpagkos-tis-psuchis-mou-dekapente-italoi-poiites-tou-eikostou-aiona-155744

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!