Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

KK 000


Όχι, δεν πρόκειται για κωμωδία με τον Θανάση Βέγγο, εδώ πρωταγωνιστής είναι ο θάνατος και παρά τα εκατομμύρια των κομπάρσων και των θεατών, στο τέλος, δεν γελούν παρά μόνο ελάχιστοι! Η κοκαΐνη, η κόκα, κυβερνά όλο τον κόσμο, και μόνο κατ' ευφημισμόν μπορείς πια να την αποκαλείς άσπρη σκόνη, όταν αφήνει τόσο αίμα πίσω της!
  
Ο Ρομπέρτο Σαβιάνο κράτησε για τον εαυτό του την πιο τιμητική θέση που μπορεί να βιώσει ένας συγγραφέας, όμως την πλήρωσε με το πιο βαρύ τίμημα. Έγινε, ο ίδιος, μυθιστορηματικός ήρωας στην πραγματική ζωή – κάτι παρόμοιο έγινε και ο Σάλμαν Ρούσντι, περισσότερο εν αγνοία του αλλά με αντίστοιχο βαρύ τίμημα. Η περίπτωση Σαβιάνο εντυπωσιάζει. Συχνά, σκέφτομαι ότι, εξαιτίας των αποκαλύψεών του έχασε την ελευθερία του και πλέον ζει σε καθεστώς εθελούσιας ομηρίας. Όμως, καθώς διαβάζω τα βιβλία του, αρχίζω ν' αναρωτιέμαι εγώ για την κατάσταση της ελευθερίας μου και να διατηρώ βάσιμες αμφιβολίες για την ακεραιότητά της! Παλιότερα είχα δει την ταινία “Γόμορρα” που βασιζόταν στις αποκαλύψεις του Σαβιάνο για τη Μαφία και είχα απογοητευτεί οικτρά, τόσο που δεν μπήκα στο κόπο να διαβάσω και το βιβλίο. Στο τελευταίο του βιβλίο, ασχολείται με τα καρτέλ των ναρκωτικών και τον ανελέητο πόλεμο που έχει ξεσπάσει για την επικράτηση του ενός εναντίον των υπολοίπων και όλων εναντίον του κράτους και της αστυνομίας. Οι θάνατοι σε αυτόν τον σύγχρονο πόλεμο είναι πολλοί, αλλά τα νούμερα δεν λένε και πολλά από μόνα τους. Η απάντηση του Σαβιάνο είναι αποστομωτική: “Νούμερα και αριθμοί. Εγώ βλέπω μόνο αίμα και χρήμα”. Για να υπολογίσεις το αίμα, πρέπει πρώτα να υπολογίσεις το χρήμα. Πόσο χρήμα βλέπει λοιπόν;
 
Δεν υπάρχει αγορά στον κόσμο που να αποδίδει περισσότερο από αυτή της κοκαΐνης. Δεν υπάρχει οικονομική επένδυση στον κόσμο που να αποφέρει τόσα όπως όταν επενδύεις στην κοκαΐνη. Ακόμα και τα ρεκόρ που σημειώνονται στην άνοδο τιμών των μετοχών δεν μπορούν να συγκριθούν με τους “τόκους” που δίνει η κόκα. Το 2012, την χρονιά που βγήκαν στην αγορά το iPhone5 και το mini iPad, η Apple έγινε η πιο κεφαλαιοποιημένη εταιρία που εμφανίστηκε ποτέ σε δελτίο τιμών μετοχών. Οι μετοχές της Apple γνώρισαν άνοδο στο χρηματιστήριο της τάξης του 67 τοις εκατό σε ένα μόνο χρόνο. Μια αξιοσημείωτη άνοδος για τους αριθμούς της οικονομίας. Αν είχες επενδύσει χίλια ευρώ σε μετοχές της Apple στις αρχές του 2012, τώρα θα είχες χίλια εξακόσια εβδομήντα. Όχι κι άσχημα. Αν είχες επενδύσει όμως χίλια ευρώ σε κοκαΐνη στις αρχές του 2012, τώρα θα είχες εκατόν ογδόντα δύο χιλιάδες: εκατό φορές παραπάνω απ' ό,τι επενδύοντας στον μετοχικό τίτλο που σημείωσε το ρεκόρ της χρονιάς!
 
Άρα, πολύ αίμα! Δεν τρέφω καμιά ιδιαίτερη εκτίμηση προς τα ναρκωτικά – το μόνο ναρκωτικό που επιτρέπω στον εαυτό μου είναι η λογοτεχνία (θυμάμαι την φράση του Πεσσόα ότι “η λογοτεχνία είναι η ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί”)! Ωστόσο, αντιλαμβάνομαι την γοητεία που αυτά ασκούν πάνω στους ανθρώπους, η οποία εν πολλοίς, οφείλεται στην άγνοιά τους για τις επιπτώσεις στην υγεία και δευτερευόντως, στην άγνοιά τους γύρω από την ανηλεή εκμετάλλευση που αυτά κρύβουν πίσω από την “αθώα” εμφάνισή τους. Η χρήση ναρκωτικών λοιπόν, είναι μια έτερη, εύκολη και πανάρχαια, ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί. Οι άνθρωποι φαίνεται πως έχουν την ανάγκη τους και ο σύγχρονος τρόπος ζωής το επισημαίνει με τον πλέον εμφατικό τρόπο. 


 

Δεν είναι ηρωίνη, που σε κάνει σαν ζόμπι. Δεν είναι χόρτο, που σε χαλαρώνει και σου κοκκινίζει τα μάτια. Η κόκα είναι ναρκωτικό που σε ωθεί να δράσεις. Με την κόκα μπορείς να κάνεις οτιδήποτε. Προτού σκάσει η καρδιά σου, προτού το μυαλό σου γίνει πουρές, προτού το πουλί σου πλαδαρέψει για πάντα, προτού το στομάχι σου γίνει μια πληγή γεμάτη πύον, πριν απ' όλ' αυτά, θα δουλεύεις περισσότερο, θα διασκεδάζεις περισσότερο, θα πηδάς περισσότερο. Η κόκα είναι η εξαντλητική απάντηση στην πιο επιτακτική ανάγκη της σημερινής εποχής: την απουσία ορίων.
 
Η αφήγηση των ιστοριών του Σαβιάνο νιώθεις ότι έχει βγει από τις καλύτερες μυθιστορηματικές σελίδες του Μπολάνιο. Εγκλήματα, βασανιστήρια, μακιλαδόρες, φτωχές συνοικίες και μέρη του Μεξικού, Σονόρα, Τιχουάνα, Γκουανταλαχάρα, ένα σύμπαν κατευθείαν από την πηγή του 2666. Από τα μεγάλα καρτέλ της δεκαετίας του ΄70 με τα παντοδύναμα μπος της κόκας μέχρι την σύγχρονη εποχή όπου οι πρακτικές του ναρκεμπορίου έχουν γίνει πιο ευέλικτες, τεχνολογικά εξοπλισμένες και ασύλληπτα πιο βίαιες, η συνταγή της επιτυχίας, παραμένει πάνω κάτω η ίδια: απόλυτη εξόντωση των αντιπάλων, λάδωμα των αστυνομικών/δικαστικών/πολιτικών, εκμετάλλευση των φτωχών ανθρώπων που βρίσκουν στην παραγωγή κόκας μια ευκαιρία να ζήσουν υποφερτά και πολλή φιλανθρωπία, αγαθοεργίες, χτίσιμο σχολείων/εκκλησιών, ό,τι χρειάζεται έτσι ώστε να εξαλειφθούν οι τύψεις, οι οποίες σε αυτές τις φτωχές και εξαθλιωμένες περιοχές του πλανήτη είναι ήδη πολύ ισχνές.

 
Το Μεξικό αποτελεί το μάτι του κυκλώνα του σύγχρονου ναρκεμπορίου. Πολλή βία που φέρνει δύναμη που φέρνει χρήμα. Πήρε την σκυτάλη από την Κολομβία ύστερα από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Πάμπλο Εσκομπάρ – η βία μεταφέρθηκε στο Μεξικό αλλά η Κολομβία, με έναν πιο “ορθολογικό” τρόπο διαχείρισης, με πολλά μικρά αυτόνομα καρτέλ, συνεχίζει να παράγει παραπάνω από την μισή κοκαΐνη που διακινείται ανά τον κόσμο. Στο βιβλίο γίνεται επίσης λόγος για την ραφινάτη μαφία της Καλαβρίας καθώς και για την ψυχρή και βλοσυρή Ρώσικη μαφία. Τις αφηγήσεις του Σαβιάνο, προσπάθησα να τις αντιπαραβάλω με άλλες που έχω διαβάσει από το κόσμο της λογοτεχνίας. Συνεχώς, πετάριζαν στο μυαλό μου εικόνες και ονόματα συγγραφέων, που όμως δεν κατάφερα να κατονομάσω (για την Κολομβία θα μπορούσα να σκεφθώ το βιβλίο του Βάσκεζ, το οποίο δεν έχω ακόμη διαβάσει και γι' αυτό το άφησα απ' έξω) πέρα από την αδιαμφισβήτητη παρουσία του Μπολάνιο, κυρίως στις αφηγήσεις που αφορούσαν το Μεξικό.

Το βιβλίο του Σαβιάνο, σαφώς και διαθέτει λογοτεχνικές αρετές. Δεν έχει την αυστηρότητα ενός ντοκουμέντου που διανθίζεται κατά τόπους με προσωπικές κρίσεις του γράφοντος (όπως συνέβη με το άλλο συγκλονιστικό ντοκουμέντο για την κρεατοφαγία, το “Τρώγοντας ζώα” του Τζόναθαν Φόερ), αλλά διαθέτει μια αφήγηση πάλλουσα και ζωντανή που σε κάνει να ξεχνιέσαι, να βυθίζεσαι στις ιστορίες του και τις βίαιες καταλήξεις τους. Τα μπος των ναρκωτικών, ετούτοι οι μυθιστοριοποιημένοι ήρωες των αφηγήσεων του Σαβιάνο, διατρέχουν τα στάδια ενός δυνατού μυθιστορηματικού ήρωα με τραγικές, ως επί το πλείστον, καταλήξεις. Όμως ο αναγνώστης δεν προλαβαίνει να ανακουφίσει την οργή που έχει συσσωρεύσει κατά την ανάγνωση, το κενό της εξουσίας καλύπτεται άμεσα, η οργή επανατροφοδοτείται, είναι πολλά τα λεφτά, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να λάβουμε υπόψιν την συναισθηματική του αποφόρτιση. Όμως στην ουσία, διαβάζεις την πιο πετυχημένη συνταγή γρήγορου χρήματος και μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα και στα όσα δεν γνωρίζεις για αυτήν.

Η κόκα είναι εκείνο το συστατικό χωρίς το οποίο δε θα μπορούσε να υπάρχει καμία ζύμη. Ακριβώς όπως το αλεύρι που και στην Ιταλία και στη Νότιο Αμερική καταγράφεται με τόσο περισσότερα μηδενικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθαρότητά του. Μηδενικά όπως οι πληγές διαμέσου των οποίων μπορείς να κοιτάξεις τον κόσμο. Μηδενικά σαν βάραθρα να γκρεμιστείς. Μηδέν, όπως ο φακός στο κανοκιάλι με το οποίο παρατηρείς τον αντικατοπτρισμό του άσπρου χρυσού, της καλύτερης κόκας: 000.
 
Το παλιό ρητό “Ο,τι πληρώνεις, παίρνεις” δεν ισχύει στο εμπόριο της κοκαΐνης. Γιατί να πάνε χαμένα τόσα χρήματα για ένα άτομο που είναι βάναυσα εξαρτημένο από την κοκαΐνη και στην απελπισία του θα μπορούσε να σνιφάρει οτιδήποτε; Η κοκαΐνη νοθεύεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Η “κομμένη” κοκαΐνη είναι ασύλληπτα προσοδοφόρα και αποφέρει πολλαπλάσια κέρδους. Το σύγχρονο ρητό είναι πλέον “Ό,τι παίρνεις, το πληρώνεις” και μάλιστα πολύ ακριβά σε σχέση με την ποιότητά του. Μια παγκόσμια κοροϊδία λοιπόν, την οποία οι άνθρωποι αποδέχονται και φαίνεται να αποζητούν μάλιστα, αν κρίνουμε από τα ποσοστά ζήτησης της κόκας.

Στο τέλος του (εξαιρετικού και υπεύθυνου για την απώλεια δυο/τριών βραδιών ήρεμου ύπνου) βιβλίου, στις ευχαριστίες, ο συγγραφέας ευχαριστεί τους Έλληνες αναγνώστες που μπαίνουν σε τέτοιο κίνδυνο διαβάζοντας το βιβλίο του. Γιατί όπως δηλώνει, οι μαφίες δεν φοβούνται τόσο τους συγγραφείς όσο φοβούνται τους αναγνώστες. 

Τι ρισκάρεις με το διάβασμα; Πάρα πολλά. Το να ανοίγεις ένα βιβλίο, να ξεφυλλίζεις τις σελίδες του είναι επικίνδυνο. Μόλις ανοίξουν οι σελίδες του Εμίλ Ζολά ή του Βαρλαάμ Σαλάμοφ, δεν μπορείς πια να γυρίσεις πίσω. Το πιστεύω ακράδαντα. Ο ίδιος ο αναγνώστης όμως συχνά αγνοεί ότι, μαθαίνοντας αυτές τις ιστορίες, κινδυνεύει. Δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Αν μπορούσα στ΄ αλήθεια να ποσοτικοποιήσω τη ζημιά που υφίστανται οι εξουσίες από τα μάτια που γνωρίζουν, από τα άτομα που θέλουν να μάθουν, θα προσπαθούσα να φτιάξω ένα διάγραμμα. Οι συλλήψεις, οι φυλακές και τα δικαστήρια ισοδυναμούν με το μισό του μισού σε σχέση με τον κίνδυνο που μπορεί να γεννήσει η γνώση των μηχανισμών, των γεγονότων, η αίσθηση να νιώθεις αυτές τις ιστορίες δικές σου, κοντινές σου. 

Σοκαρίστηκα με τις ιστορίες του Σαβιάνο, εκνευρίστηκα με την εκμετάλλευση που υφίστανται οι άνθρωποι, αγανάκτησα με την ηλιθιότητα κάποιων άλλων και με την άγνοια των περισσοτέρων. Μα πιο πολύ ταυτίστηκα και βρήκα ανακούφιση, μέσα σ' αυτό το σκληρό βιβλίο, σε ετούτες τις λιγοστές φράσεις που ακολουθούν και συνοψίζουν την πιο σύντομη αλήθεια που θέλω να κουβαλώ σαν φυλαχτό στο πορτοφόλι μου.   

Τρέφω όμως ακόμα σεβασμό. Σεβασμό για όποιον διαβάζει. Για όποιον αποσπά ένα σημαντικό κομμάτι του χρόνου της ζωής του για να χτίσει μια καινούρια ζωή. Τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από την ανάγνωση, κανείς δεν είναι πιο ψεύτης απ' όποιον ισχυρίζεται ότι το να διαβάζεις ένα βιβλίο είναι μια παθητική πράξη. Το να διαβάζεις, να ακούς, να μελετάς, να καταλαβαίνεις είναι ο μόνος τρόπος για να χτίσεις μια ζωή πέρα απ' τη ζωή, μια ζωή στο πλάι της ζωής. Η ανάγνωση είναι μια επικίνδυνη πράξη, γιατί δίνει μορφή και διαστάσεις στα λόγια, τα ενσαρκώνει και τα σκορπίζει προς όλες τις κατευθύνσεις. Αναποδογυρίζει τα πάντα, κάνει να πέσουν απ' τις τσέπες του κόσμου κέρματα και εισιτήρια και σκόνη.


Υ.Γ. 2666  Η ανάρτηση πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ Διαβάζοντας. Την ξαναθυμήθηκα με αφορμή μια πρόσφατη σχετική ανάρτηση της Δάφνης Χρονοπούλου, όπου αρχίζει να συζητείται μια πρόταση να αποποινικοποιηθούν όλα τα ναρκωτικά, πρόταση που αναφέρει και ο Σαβιάνο στο βιβλίο του, βλέποντας ότι ο πολέμος εναντίον τους απέτυχε οικτρά και η ζήτηση δεν μειώθηκε στο ελάχιστο. Επίσης σήμερα είναι η παγκόσμια μέρα κατά των ναρκωτικών. Το θέμα των ναρκωτικών είναι ένας κύκλος ασύλληπτης βίας και θανάτου που οι περισσότεροι είτε από άγνοια είτε από άρνηση να το δούμε πιο καθαρά, κινούμαστε μόνο στην περιφερειά του. Αν δεν προσπαθήσεις να κρυφοκοιτάξεις το κέντρο του, λίγα πράγματα θα καταλάβεις γι' αυτό το πολυδαίδαλο πρόβλημα. Αναδημοσιεύω και το βίντεο που είχε αναρτήσει η Δάφνη στο μπλογκ της (ελπίζοντας πως δε θα έχει αντίρρηση), το οποίο δείχνει ανάγλυφα όλες τις πτυχές που παρουσιάζονται στο βιβλίο του Σαβιάνο. Φυσικά, οφείλετε να διαβάσετε και τον ίδιο τον Σαβιάνο, έναν απίστευτο συγγραφέα με ικανότητα να πάει την λογοτεχνία ένα βήμα μπροστά. 

Σχόλια

  1. Ενα άλλο βιβλίο με την ίδια περίπου θεμετολογία αλλά μυθιστορημα είναι "Τα Κρυστάλλινα σύνορα" του Carlos Fuente.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και μόλις τώρα ο τίτλος απέκτησε στα μάτια μου το απόλυτο νόημά του!! Δεν πολυσυμπαθώ τον Φουέντες αλλά θα του δώσω μια ακόμα ευκαιρία λόγω θέματος. Ευχαριστώ πολύ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!