Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στα χαμένα



Ρε μπελά που βρήκα! Να είναι ένα βιβλίο σχετικά ευχάριστο, να έχει πράγματα που γενικά ταιριάζουν με το γενικότερο γούστο μου και εγώ να το αντιμετωπίζω σαν ταινία του Μπέλα Ταρ – τον ατελείωτο ένα πράμα. Είχε καιρό να μου συμβεί κάτι ανάλογο, σηκώνει και η επιστήμη τα χέρια της ψηλά! Έβαλα σφήνα την ανάγνωση για να προλάβω την ταινία του Λάνθιμου – την οποία κατάφερα να δω χθες, 17 Δεκεμβρίου, στην επίσημη πρεμιέρα της – και ακόμα να το τελειώσω. Λίγες σελίδες ακόμα που διαβάζονται παράλληλα με αυτές τις γραμμές που γράφονται. Τουλάχιστον η ταινία ήταν πολύ καλή και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου ήταν ακριβώς αυτό∙ ήξερες από την αρχή ότι θα γίνει μια καλή ταινία. Το βιβλίο πάλι, δεν ήξερε τι ήθελε να είναι, και μέσω ανομοιόμορφων αφηγήσεων, για μένα τουλάχιστον κατέληξε να είναι χάσιμο χρόνου. «Η πιο προφανής ανωμαλία της (…) είναι η απόλυτη έλλειψη οποιασδήποτε ανωμαλίας».   

Το βασικό πάτημα του βιβλίου είναι ο «Φρανκενστάιν» της Σέλλεϋ∙ και η παρωδία αυτού. Αλλά και μέσω της παρωδίας δεν το αγγίζει ούτε στο ελάχιστο. Η Μπέλλα Μπάξτερ, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου – και δεν είναι σπόιλερ αυτό, στην ταινία το μαθαίνουμε πολύ νωρίς, και στο βιβλίο αρκετά στην αρχή – είναι ένα ανθρώπινο υβρίδιο, μια νεαρή γυναίκα που της μεταμοσχεύεται ο εγκέφαλος του παιδιού της. Έτσι αυτή η ασυμβίβαστη σχέση μεταξύ σωματικής και πνευματικής ηλικίας δημιουργεί πολλά ευτράπελα που στο βιβλίο δεν δικαιολογούνται με αρκετή λογική – γιατί και τα αλλόκοτα θέλουν μια κάποια λογική – ενώ στην κινηματογραφική εκδοχή που ο χρόνος κινείται διαφορετικά, λειτουργούν πιο αρμονικά. Στην ταινία η Μπέλλα είναι ένα φεμινιστικό τέρας από τα πιο διασκεδαστικά και ουσιώδη που έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στον κινηματογράφο, που κατακλύζεται από αυτή την «επίκαιρη» οπτική αλλά τις περισσότερες φορές το επεξεργάζεται εντελώς επιφανειακά. Εδώ η Μπέλλα παρουσιάζεται σαν ένα μεγάλο μωρό που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει σε καλούπια και να πνιγεί από προκαταλήψεις και στερεότυπα και διεκδικεί την θέση της στον κόσμο με μία ανεπιτήδευτη ματιά. Η ταινία παρ’ όλα αυτά είναι μια κωμωδία, δεν ξέρω πόσο θα ήθελε ο κάθε θεατής να την βαρύνει με δύσκολες θεωρίες.  
 
Ποια το έκανε καλύτερα; Η Φόνισσα ή η Μπέλλα Μπάξτερ;
 
Στο βιβλίο ωστόσο, αυτή η φεμινιστική ματιά κινείται παραπλεύρως και γίνεται αισθητή ανάλογα με την περιφερειακή όραση του κάθε αναγνώστη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το αγαπημένο μου απόσπασμα από το βιβλίο, είναι ο τίτλος ενός κεφαλαίου! «Η δημιουργία μιας συνείδησης» είναι μια καλή ανακεφαλαίωση του βιβλίου, της ταινίας, και της ουσίας που θέλουμε να μας προσφέρουν τα καλλιτεχνικά έργα γενικά και ο τρόπος της ζωής μας. Όσοι πάντως έχουν σχετικά δημιουργημένη συνείδηση από άλλα καλύτερα καλλιτεχνικά έργα, σε αυτό το βιβλίο, θα βρουν λίγη απόλαυση. Δεν έχω να πω πολλά για το βιβλίο του Άλισντερ Γκρέυ, το μυαλό μου είναι σαν νεογέννητου και μάλιστα νομίζω ότι χέστηκα κιόλας. Κάνει κάποια κοινωνική κριτική, μερικά λογοτεχνικά κόλπα με χαμένα χειρόγραφα, εισαγωγές, αναθεωρήσεις κειμένου, κριτικές αποτιμήσεις, λίγο διδακτισμό και mansplaining γιατί πώς αλλιώς να «ανδρωθεί» η συνείδηση μιας γυναίκας, κλπ αλλά σε αυτά είμαστε μανούλες πια και δεν τσιμπάμε εύκολα. Κυκλοφορούσε μέχρι πρότινος από τις εκδόσεις «Νεφέλη» σε μετάφραση Δημήτρη Βαρδουλάκη.  
 
[…] «Αυτό που είστε σας ταιριάζει καλύτερα, δόκτορα Χούκερ. Η πίστη μου δεν προσφέρει παραμυθία στους φτωχούς, στους αρρώστους, στους καταπιεσμένους και στους ετοιμοθάνατους. Δεν επιθυμώ να τη διαδώσω».
«Μα τότε είναι μια πίστη χωρίς ελπίδα κι ελεημοσύνη!», φώναξε δυνατά ο δρ. Χ. «Ξεφορτωθείτε την, λοιπόν, κ. Άστλεϋ γιατί σας έχει προφανώς παγώσει το αίμα στις φλέβες! Απαρνηθείτε την. Δέστε μια πέτρα στο λαιμό της και πετάξτε την στο πέλαγος. Και βρείτε μια πίστη που να ζεσταίνει την καρδιά, που να σας ενώνει με τους συνανθρώπους σας και που να μας οδηγεί όλους προς ένα λαμπρό μέλλον».
«Απεχθάνομαι τα ναρκωτικά. Προτιμώ την πικρή αλήθεια».
«Κύριε Άστλεϋ! Διαπιστώνω ότι είστε μία από αυτές τις θλιμμένες ψυχές του καιρού μας που πιστεύουν ότι ο υλισμός είναι μια στυγνή μηχανή που καταστρέφει τις ευαίσθητες καρδιές και τα διορατικά πνεύματα που ζουν στον κόσμο. Νομίζω, όμως, στο όνομα του Ιησού Χριστού, ότι κάνετε λάθος. Το αφάνταστα πολυποίκιλο σύμπαν μας δεν θα μπορούσε να είχε ξεπετάξει ανθρώπινα πνεύματα και καρδιές, αν δεν μας είχε πλάσει ο Ποιητής των Πάντων ειδικά γι’ αυτόν τον πλανήτη, κι αν δεν είχε σχεδιάσει τον πλανήτη για μας και τα πάντα γι’ Αυτόν».  
«Το όραμα του κόσμου σας είναι σαν ένα μέρος όπου ο Θεός καλλιεργεί ανθρώπους σαν λαχανικά προς ιδίαν κατανάλωση», είπε ο κ. Άστλεϋ. «Ένα τέτοιο όραμα ίσως να ικανοποιεί έναν μανάβη, αλλά όχι και εμένα (…)».
 
Υ.Γ. 2666  Καλά Χριστούγεννα σε όλα τα χαμένα κορμιά!  
 
Και επειδή ξεπέρασα το ψυχολογικό φράγμα αρνητικών followers θέλω να δείξω την ευγνωμοσύνη μου με ένα γιορτινό giveaway. Το πρώτο σχόλιο εδώ στο μπλογκ, θα κερδίσει το αντίτυπό μου υπογεγραμμένο από την γάτα μου. Μην χάσετε την μοναδική αυτή ευκαιρία. Εκτός και αν θέλετε τη νέα χρονιά να κινηθείτε και σε νέο πεδίο! 
 

Σχόλια

  1. Ανώνυμος18.12.23

    ναι, γειά σας κ. Μουζίλη μας, τιμούλα; (κι όχι δεν θέλω να μαγαρισμένο απ την γάτα σου αντίτυπο!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Η λογοτεχνία ως μη βούληση και παράσταση

Το μέλλον δείχνει ότι σε λίγο καιρό θα παριστάνουμε ότι γράφουμε λογοτεχνία. Ο Τζήμας που παριστάνει τον Μπουκόφσκι που παριστάνει τον Φάντε που παριστάνει την Γιαδικιάρογλου. Η λογοτεχνία τρώει πολύ ξύλο, μπας και μάθει επιτέλους καλούς τρόπους και καταφέρει κάποτε να μπει στον παράδεισο. «Ήρθε ένας κύριος για τα ριντό. Ήταν αδερφή . Είχε νύχια που έλαμπαν κι ένα κασμίρ φουλάρι κάτω απ’ το σπορ σακάκι με τη ζώνη» . Θα γράφεται λογοτεχνία απίστευτα βαρετή, πολύ πιο βαρετή από όση υπάρχει ήδη. Οι υπερευαίσθητοι αναγνώστες θα μισούν ακόμα περισσότερο την ζωή τους γιατί θα την βλέπουν να μετατρέπεται σε αυτό που οι ίδιοι διορθώνουν. Οι άλλοι οι αναγνώστες, οι αναίσθητοι, θα αναπολούν μια λογοτεχνία που με τα υλικά που έβρισκες εντός της θα μπορούσες να αναδιαμορφώσεις την πραγματική σου ζωή – να μισήσεις, να νιώσεις θυμό, να βρίσεις, να σιχαθείς, να αποσυμπιεστείς τέλος πάντων για να μην σκάσεις. Αλλά το πρόβλημα είναι τελικά πιο απλό και εμφανές από όσο θέλουν να το παρουσιάζουν: της

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει και πλέον δεν μπορείς να αφήσεις αυτό το καταπληκτικό βιβλίο από τα ηλιοψημένα χέρια σου∙ εγκαταλείψτε αυτό το κλισέ να βουλιάξει και να πνιγεί όπως του αξίζει. Νόμιζα ότι είχα αφήσει το «ναυτικό» μου παρελθόν ( Καββαδίας , Μέλβιλ , κλπ) σχεδόν οριστικά πίσω – χωρίς να σημαίνει ότι δε θα τους ξαναδιάβαζα για το μεγάλο λογοτεχνικό τους εκτόπισμα – και σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να αγοράσω το συγκεκριμένο βιβλίο, ειδικά όταν έχω τόσα άλλα αδιάβαστα στο αμπάρι. Όμως μου το έκαναν δώρο, το ξεκίνησα για κλείσιμο μιας κατά τ’ άλλα απάνεμης αναγνωστικής χρονιάς και ένα πελώριο κύμα μέσα στο μυαλό με ξαναχτύπησε με δριμύτητα. Στο μικρό εκδοτικό καράβι που είναι η χώρα μας και όλοι κοιτάνε ποιος θα φαγωθεί στην πορεία ( «Άκουσε κάποιους ναυαγούς να λένε ψιθυριστά πως έπρεπε να τραβήξουν κλήρο και “να θανατώσουν έναν άντρα για να σωθούν οι υπόλοιποι”» ) και εν μέσω μιας αποικιοκρατικής καταγραφής αναγνωστικών λιστών με αρκετή δόση μυθομανίας και εν είδει πρωτοχρονιάτ

D’ ye see him?

Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν. Ο Σύριζα πιο οπισθοδρομικός από ποτέ ετοιμάζεται για την νέα εποχή του, οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι κάνουν jump scares από κάθε γωνιά με το πιο creepy χαμόγελό τους και εσύ νιώθεις ότι θες να πας ξαφνικά και διακαώς για καφέ με έναν random συμμαθητή της Α' λυκείου παρά να ακούσεις το πρόγραμμά τους και οι καιροί νερό θα φέρουν πάλι στην βασανισμένη Θεσσαλία, έτσι λένε αυτοί που ξέρουν. Μόνο το «Βιβλιοκαφέ» του Πατριάρχη Φώτιου έκλεισε λόγω ανεξέλεγκτου πληθωρισμού – 4,20 ο διπλός εσπρέσο, πού πάμε ωρέ; Παρ’ όλα αυτά οι αναρτήσεις του παρέμειναν να θαλασσοδέρνονται στο ίντερνετ και μια δική μου έτυχε και ξεβράστηκε μπροστά μου . Πω πω μπόχα!! Δεν θέλω να την ακουμπήσω καν! Τέλος πάντων, εσείς μπορεί να βρείτε ότι διαθέτει ακόμα κάποιο ψαχνό. Αν όμως πιστεύετε ότι αλλάξατε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έστω και λίγο, δε θα έπρεπε να της ρίξετε ούτε ματιά!

Η φάση είναι κρίντζι

  Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο» . Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί ! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!

DiFullness

Δε διαβάζω κόμιξ – η δήλωση αυτή είναι παρόμοια με το «Δεν έχω δει ποτέ Φιλαράκια » το 2023. Έχω διαβάσει μέσα στα χρόνια κάποια επιλεκτικά αλλά δεν μπορώ να πω ότι τα προτιμώ. Είναι ακριβό χόμπι, αρκετές φορές η ιστορία μου φαίνεται αδιάφορη και η εικονογράφηση φτωχή και γενικά θα έλεγα ότι δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου. Όμως εδώ είπα να κάνω μια εξαίρεση γιατί πίνω νερό στο όνομα του Χοντορόφσκι . Δεν ειν’ καλ’ αυτός ο άνθρωπος, πάει και τελείωσε. Αυτή η κριτική έχει σκοπό να θυμίζει κάπως δελτίο τύπου – τι παράξενο, αλήθεια, συνήθως στην Ελλάδα μας έμαθαν τα δελτία τύπου να θυμίζουν κάπως κριτικές! – τίποτα βαθύ και ευφάνταστο εδώ, εξάλλου η συνηθισμένη φαντασία χάνεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με μεγαλοφυΐες σαν εκείνες του Χοντορόφσκι και του Moebius. Όλοι οι πολιτισμένοι γαλαξίες γύρω μας έχουν φευγάτα κόμιξ σαν το Ινκάλ, εμείς σε καμιά βδομάδα θα έχουμε το κόμικ για τον Ζορμπά – και μετά απορούμε γιατί δεν κάνουμε εξωγαλαξιακή καριέρα.

Round About Midnight

  Μεγάλο Σάββατο απόψε και λίγο μετά τις μονότονες κροτίδες και αφού σταματήσουν και οι πρόβες με τις εφτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης, όλοι μας θα ετοιμαστούμε ψυχολογικά για την μουσική που αγαπάμε να μισούμε: τα κλαρίνα. Εναλλακτική δεν έχει δυστυχώς και οι πιθανοί αυτοσχεδιασμοί εξαντλούνται στο πασχαλινό τραπέζι, τίποτα περισσότερο. Τα μαύρα πρόβατα της κάθε οικογένειας, πάντα υπάρχουν τέτοια, καμμένα από χέρι όπως και τα άλλα τα κανονικά, θα δείχνουν λίγο τζαζ μέσα σε όλο αυτό το ομοιόμορφο μπουλούκι αλλά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βοηθήσεις. Θα φαλτσάρουν κοινότοπες ευχές όπως όλοι και θα ελπίζουν να δείχνουν κάπως φυσιολογικοί – αλλά μέσα τους θα είναι χαρούμενοι και θα νιώθουν αγαλλίαση καθώς θα θυμούνται τον Ted Joans που έλεγε χαρακτηριστικά και το υποστήριζε εμπράκτως, ότι «Jazz is my religion and Surrealism is my point of view».  

Όντα και μη όντα

  Αφού εξαντλήσαμε τον φυσικό τρόμο ας περάσουμε λίγο και στον υπερφυσικό. Και ο Γκυ ντε Μωπασάν όπως κάθε άξιος δημιουργός μυθοπλασίας μπορεί να μη θυμόταν στην πορεία της ζωής του τι έγραψε στα 24 , γιατί ήταν και πολυγραφότατος ο σατανάς και μεταμορφωνόταν κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό. Τα μυθιστορήματά του ποτέ δεν με άγγιξαν και τα βαριόμουν αλλά εκεί που διέπρεψε είναι στο διήγημα όπως παραδέχονται όλοι ανεξαιρέτως – αλλά και εκεί όμως υπήρξαν κάποιες διαβαθμίσεις ποιότητας και ενάργειας. Ας πούμε δεν μπορώ να διώξω από την καρδιά μου την τρομακτική αίσθηση που φώλιασε εκεί πριν από πολλά χρόνια όταν έτυχε να διαβάσω την συλλογή « Ιστορίες της μέρας και της νύχτας » – και το πιο τρομακτικό είναι ότι συνειδητοποίησα μόλις τώρα που το γράφω ότι μου χάρισαν πρόσφατα την ίδια συλλογή, στην ίδια μετάφραση, αλλά από τις εκδόσεις «Gema» και νιώθω ήδη ένα ρίγος να με διατρέχει στην σκέψη ότι μπορώ(;) να την ξαναδιαβάσω! Από την άλλη, ετούτες οι υπερφυσικές ιστορίες της συλλογής φαίνετ