Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Round About Midnight



 
Μεγάλο Σάββατο απόψε και λίγο μετά τις μονότονες κροτίδες και αφού σταματήσουν και οι πρόβες με τις εφτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης, όλοι μας θα ετοιμαστούμε ψυχολογικά για την μουσική που αγαπάμε να μισούμε: τα κλαρίνα. Εναλλακτική δεν έχει δυστυχώς και οι πιθανοί αυτοσχεδιασμοί εξαντλούνται στο πασχαλινό τραπέζι, τίποτα περισσότερο. Τα μαύρα πρόβατα της κάθε οικογένειας, πάντα υπάρχουν τέτοια, καμμένα από χέρι όπως και τα άλλα τα κανονικά, θα δείχνουν λίγο τζαζ μέσα σε όλο αυτό το ομοιόμορφο μπουλούκι αλλά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βοηθήσεις. Θα φαλτσάρουν κοινότοπες ευχές όπως όλοι και θα ελπίζουν να δείχνουν κάπως φυσιολογικοί – αλλά μέσα τους θα είναι χαρούμενοι και θα νιώθουν αγαλλίαση καθώς θα θυμούνται τον Ted Joans που έλεγε χαρακτηριστικά και το υποστήριζε εμπράκτως, ότι «Jazz is my religion and Surrealism is my point of view». 
 
Η αγάπη μου για την τζαζ είναι αντιστρόφως ανάλογη με εκείνη για το Πάσχα∙ με τα χρόνια την αγαπώ όλο και περισσότερο και την εκτιμώ βαθύτατα. Αλλά ταυτόχρονα δεν έχω ιδέα για αυτήν. Δεν ξεχωρίζω τα διάφορα είδη, ξέρω μόνο τα ονόματα των πιο γνωστών εκπροσώπων, αντιστοιχίζω τις μουσικές τους με δυσκολία όταν τις ακούω, είμαι ένα χάλι μαύρο. Έτσι ακριβώς είμαι γενικά με την μουσική (η οποία με τα χρόνια επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην τζαζ). Προτιμώ να ακούω ό,τι επιλέγει το ραδιόφωνο ή αν τύχει και με ωθήσει να ψάξω περισσότερο κάποια εξωγενής πηγή, ένα βιβλίο ας πούμε όπως το συγκεκριμένο. Εδώ βέβαια η τζαζ κρύβεται μέσα στη λογοτεχνία και είναι πιθανό – όπως και συνέβη άλλωστε αγοράζοντας δυο βιβλία του Ντόναλντ Μπαρθέλμ που κακώς αγνοούσα τόσο καιρό – να ασχοληθώ περισσότερο με την λογοτεχνία παρά με την τζαζ. (Για κάτι πιο εστιασμένο έβαλα ήδη στο μάτι το βιβλίο «Τζαζ και μπλουζ»). 
 
 
[…] «Από όσο ξέρουμε ο Malcolm Lowry είχε σχέδια για ένα μεγάλο κύκλο μυθιστορημάτων που θα επικεντρωνόταν στο Κάτω από το ηφαίστειο, το αριστούργημά του και το μόνο τελειωμένο της σειράς. Τα επτά βιβλία που λογάριαζε να ολοκληρώσει θα είχαν τον γενικό τίτλο The voyage that never ends. Όπως σημειώνει ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, ο Malcom Lowry «έβλεπε αυτό το σύνολο σαν μια σύγχρονη Θεία Κωμωδία με τελικό στόχο την ανθρώπινη σωτηρία μεσ’ από την Κόλαση και το Καθαρτήριο». Ξαναγυρνούμε στον γενικό τίτλο: μα τι άλλο είναι η τζαζ, και ιδίως η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ευρύτερα, παρά «Το ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει»; Τι άλλο παρά μια διαρκής ανησυχία, μια διαδρομή χωρίς τέρμα, μια διαδρομή που αξίζει να γίνει για τη χαρά της ίδιας της πορείας και όχι για το όποιο αναμενόμενο έπαθλο στον τερματισμό.»
 
Ο Σάκης Παπαδημητρίου συνεχίζει το ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει μέσα από λογοτεχνικές αναφορές γνωστών βιβλίων αλλά και τζαζ άγνωστες ιστορίες για τους περισσότερους αναγνώστες. Μέσα εκεί χωρούν και κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες καθώς και πληροφορίες για ενορχηστρώσεις, δίσκους, κλπ, όλα τους εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Το πιο εξαιρετικό όμως είναι οι αυτοσχεδιασμοί της γραφής και η ελευθερία των συνειρμών, που κάνουν αυτό το βιβλίο συναρπαστικό – όπως και κάθε βιβλίο εδώ που τα λέμε. Η τζαζ έχει έναν μαγικό τρόπο να σου φτιάχνει πάντα την διάθεση, να σε κινητοποιεί εσωτερικά, να ανακατεύει δημιουργικά τα συναισθήματά σου, και ο συγγραφέας, βαθύς γνώστης της μουσικής, καταφέρνει να πετύχει το ίδιο και στο βιβλίο που γράφει. Οι συχνές παρεκβάσεις του ηχούν τόσο συναρπαστικά φάλτσα που σε κερδίζουν αμέσως με την αυθεντικότητά τους. Και αμυδρό ενδιαφέρον να έχεις για την τζαζ δεν γίνεται να μην βρεις ωραίο αυτό το βιβλίο – μοναδικός λόγος να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μέχρι το τέλος της ανάγνωσης να έχει καταφέρει να σε πείσει να αγοράσεις τόσα από τα βιβλία που αναφέρει και αυτό να σε έχει εκνευρίσει ολοκληρωτικά. Η προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση είναι από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν». Υπάρχουν κάποια ελάχιστα παροράματα – κάποια εισαγωγικά που δεν κλείνουν, δεν ανοίγουν, μια τελεία που λείπει, ένα κενό που γέμισε, κλπ – που δεν μειώνουν στο ελάχιστο την ομορφιά της έκδοσης. Ωστόσο, θεωρώ ότι η γραμματοσειρά θα έπρεπε να είναι πιο μεγάλη, ειδικά στα πάμπολλα σημεία που παρουσιάζονται αποσπάσματα άλλων κειμένων, μικραίνει ακόμα περισσότερο∙ δεν με κούρασε μόνο και μόνο επειδή βρήκα τόσο καταπληκτικό το βιβλίο και βοήθησαν επικουρικά και τα μικρά κεφάλαια. Αν υπήρχαν λεπτομέρειες που απαιτούσαν έντονη προσοχή, θα με δυσκόλευε αρκετά. Από την άλλη, η επιλογή γραμματοσειράς κάπως εξισορροπούσε με μαγικό τρόπο το ελλιπές μέγεθος – κάποιου είδους τεχνική, τι να πω! Ένα είναι ακόμα πιο σίγουρο και από την Ανάσταση Κυρίου, το βιβλίο τζαμάρει ανελέητα.
 
[…] «Στο δοκίμιο του Σαρτρ Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός καταγράφεται μια φράση που συζητήθηκε πολύ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος.» Ο Σαρτρ συνεχίζει: «Καταδικασμένος γιατί δεν εδημιούργησε, δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του, και ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος, γιατί από την στιγμή που πετάχτηκε στον κόσμο, είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει.»
Ο Michel Contat καταλήγει ότι πράγματι στην τζαζ βρίσκουμε στοιχεία της φιλοσοφίας του σαρτρικού υπαρξισμού. Η τζαζ είναι κατάφαση συλλογικής ελευθερίας. Ο καθένας εκτίθεται προσωπικά, ακούει την φωνή του, δέχεται τους κινδύνους, βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας να αντιμετωπίσει το τυχαίο, υποκινεί την ανταπόκριση του άλλου. Ένας αυτοσχεδιασμός ο οποίος δεν είναι μια μορφή εκδικητικής αναρχίας, αλλά είναι μια αμοιβαία αναπάντεχη δωρεά. Η αλληλεπίδραση, η έκκληση στην ιδιαιτερότητα του άλλου, εντός των πλαισίων μιας κοινώς αποδεκτής γλώσσας, για να δημιουργηθεί από κοινού ένας κόσμος συγκεκριμένος. Μια ορχήστρα τζαζ που «κάνει καλή καύση», που σουινγκάρει, αποτελεί μια αυθόρμητη ομοσπονδία ελεύθερων ανθρώπων οι οποίοι στοχεύουν το ωραίο. Δεν είναι ο παράδεισος αλλά εδώ κάτω, στον εφήμερο βίο, βρίσκεται στην αντίθετη θέση τού «η κόλαση είναι οι άλλοι». Ακολουθείστε το παράδειγμα της τζαζ στις κοινωνικές σχέσεις. Ίσως αυτός ο τρόπος να καλύπτει την αναγκαία υπαρξιστική ουτοπία.»
 
Υ.Γ. 2666 Επέλεξα ένα κομμάτι από έναν τυχαίο δίσκο από την πλούσια δισκογραφία του Σάκη Παπαδημητρίου. Ping pong σας παίζω με τις αναρτήσεις μου!  
 
 
Υ.Γ. 49 Καλό Πάσχα! Η τζαζ ανασταίνει 😊

Σχόλια

  1. Ανώνυμος16.4.23

    JAZZ, ΛΕΩ
    [στον Lee Morgan]

    Είναι τόσο υπόγειο αυτό
    το παίξιμο
    όπως μια νυχτερινή φωτιά
    στου άδειου δρόμου τα απομεινάρια
    τόσο ζεστή
    και αναγκαία
    και
    αρχαία που όλοι
    οι άνθρωποι του δρόμου
    πλησιάζουν
    τα χέρια τους
    πάνω της
    γύρω γύρω
    αυτό είναι το
    απόγειο —
    αυτό είναι το παίξιμο

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Η λογοτεχνία ως μη βούληση και παράσταση

Το μέλλον δείχνει ότι σε λίγο καιρό θα παριστάνουμε ότι γράφουμε λογοτεχνία. Ο Τζήμας που παριστάνει τον Μπουκόφσκι που παριστάνει τον Φάντε που παριστάνει την Γιαδικιάρογλου. Η λογοτεχνία τρώει πολύ ξύλο, μπας και μάθει επιτέλους καλούς τρόπους και καταφέρει κάποτε να μπει στον παράδεισο. «Ήρθε ένας κύριος για τα ριντό. Ήταν αδερφή . Είχε νύχια που έλαμπαν κι ένα κασμίρ φουλάρι κάτω απ’ το σπορ σακάκι με τη ζώνη» . Θα γράφεται λογοτεχνία απίστευτα βαρετή, πολύ πιο βαρετή από όση υπάρχει ήδη. Οι υπερευαίσθητοι αναγνώστες θα μισούν ακόμα περισσότερο την ζωή τους γιατί θα την βλέπουν να μετατρέπεται σε αυτό που οι ίδιοι διορθώνουν. Οι άλλοι οι αναγνώστες, οι αναίσθητοι, θα αναπολούν μια λογοτεχνία που με τα υλικά που έβρισκες εντός της θα μπορούσες να αναδιαμορφώσεις την πραγματική σου ζωή – να μισήσεις, να νιώσεις θυμό, να βρίσεις, να σιχαθείς, να αποσυμπιεστείς τέλος πάντων για να μην σκάσεις. Αλλά το πρόβλημα είναι τελικά πιο απλό και εμφανές από όσο θέλουν να το παρουσιάζουν: της

Στα χαμένα

Ρε μπελά που βρήκα! Να είναι ένα βιβλίο σχετικά ευχάριστο, να έχει πράγματα που γενικά ταιριάζουν με το γενικότερο γούστο μου και εγώ να το αντιμετωπίζω σαν ταινία του Μπέλα Ταρ – τον ατελείωτο ένα πράμα. Είχε καιρό να μου συμβεί κάτι ανάλογο, σηκώνει και η επιστήμη τα χέρια της ψηλά! Έβαλα σφήνα την ανάγνωση για να προλάβω την ταινία του Λάνθιμου – την οποία κατάφερα να δω χθες, 17 Δεκεμβρίου, στην επίσημη πρεμιέρα της – και ακόμα να το τελειώσω. Λίγες σελίδες ακόμα που διαβάζονται παράλληλα με αυτές τις γραμμές που γράφονται. Τουλάχιστον η ταινία ήταν πολύ καλή και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου ήταν ακριβώς αυτό∙ ήξερες από την αρχή ότι θα γίνει μια καλή ταινία. Το βιβλίο πάλι, δεν ήξερε τι ήθελε να είναι, και μέσω ανομοιόμορφων αφηγήσεων, για μένα τουλάχιστον κατέληξε να είναι χάσιμο χρόνου. «Η πιο προφανής ανωμαλία της (…) είναι η απόλυτη έλλειψη οποιασδήποτε ανωμαλίας».

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει και πλέον δεν μπορείς να αφήσεις αυτό το καταπληκτικό βιβλίο από τα ηλιοψημένα χέρια σου∙ εγκαταλείψτε αυτό το κλισέ να βουλιάξει και να πνιγεί όπως του αξίζει. Νόμιζα ότι είχα αφήσει το «ναυτικό» μου παρελθόν ( Καββαδίας , Μέλβιλ , κλπ) σχεδόν οριστικά πίσω – χωρίς να σημαίνει ότι δε θα τους ξαναδιάβαζα για το μεγάλο λογοτεχνικό τους εκτόπισμα – και σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να αγοράσω το συγκεκριμένο βιβλίο, ειδικά όταν έχω τόσα άλλα αδιάβαστα στο αμπάρι. Όμως μου το έκαναν δώρο, το ξεκίνησα για κλείσιμο μιας κατά τ’ άλλα απάνεμης αναγνωστικής χρονιάς και ένα πελώριο κύμα μέσα στο μυαλό με ξαναχτύπησε με δριμύτητα. Στο μικρό εκδοτικό καράβι που είναι η χώρα μας και όλοι κοιτάνε ποιος θα φαγωθεί στην πορεία ( «Άκουσε κάποιους ναυαγούς να λένε ψιθυριστά πως έπρεπε να τραβήξουν κλήρο και “να θανατώσουν έναν άντρα για να σωθούν οι υπόλοιποι”» ) και εν μέσω μιας αποικιοκρατικής καταγραφής αναγνωστικών λιστών με αρκετή δόση μυθομανίας και εν είδει πρωτοχρονιάτ

D’ ye see him?

Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν. Ο Σύριζα πιο οπισθοδρομικός από ποτέ ετοιμάζεται για την νέα εποχή του, οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι κάνουν jump scares από κάθε γωνιά με το πιο creepy χαμόγελό τους και εσύ νιώθεις ότι θες να πας ξαφνικά και διακαώς για καφέ με έναν random συμμαθητή της Α' λυκείου παρά να ακούσεις το πρόγραμμά τους και οι καιροί νερό θα φέρουν πάλι στην βασανισμένη Θεσσαλία, έτσι λένε αυτοί που ξέρουν. Μόνο το «Βιβλιοκαφέ» του Πατριάρχη Φώτιου έκλεισε λόγω ανεξέλεγκτου πληθωρισμού – 4,20 ο διπλός εσπρέσο, πού πάμε ωρέ; Παρ’ όλα αυτά οι αναρτήσεις του παρέμειναν να θαλασσοδέρνονται στο ίντερνετ και μια δική μου έτυχε και ξεβράστηκε μπροστά μου . Πω πω μπόχα!! Δεν θέλω να την ακουμπήσω καν! Τέλος πάντων, εσείς μπορεί να βρείτε ότι διαθέτει ακόμα κάποιο ψαχνό. Αν όμως πιστεύετε ότι αλλάξατε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έστω και λίγο, δε θα έπρεπε να της ρίξετε ούτε ματιά!

Η φάση είναι κρίντζι

  Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο» . Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί ! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!

DiFullness

Δε διαβάζω κόμιξ – η δήλωση αυτή είναι παρόμοια με το «Δεν έχω δει ποτέ Φιλαράκια » το 2023. Έχω διαβάσει μέσα στα χρόνια κάποια επιλεκτικά αλλά δεν μπορώ να πω ότι τα προτιμώ. Είναι ακριβό χόμπι, αρκετές φορές η ιστορία μου φαίνεται αδιάφορη και η εικονογράφηση φτωχή και γενικά θα έλεγα ότι δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου. Όμως εδώ είπα να κάνω μια εξαίρεση γιατί πίνω νερό στο όνομα του Χοντορόφσκι . Δεν ειν’ καλ’ αυτός ο άνθρωπος, πάει και τελείωσε. Αυτή η κριτική έχει σκοπό να θυμίζει κάπως δελτίο τύπου – τι παράξενο, αλήθεια, συνήθως στην Ελλάδα μας έμαθαν τα δελτία τύπου να θυμίζουν κάπως κριτικές! – τίποτα βαθύ και ευφάνταστο εδώ, εξάλλου η συνηθισμένη φαντασία χάνεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με μεγαλοφυΐες σαν εκείνες του Χοντορόφσκι και του Moebius. Όλοι οι πολιτισμένοι γαλαξίες γύρω μας έχουν φευγάτα κόμιξ σαν το Ινκάλ, εμείς σε καμιά βδομάδα θα έχουμε το κόμικ για τον Ζορμπά – και μετά απορούμε γιατί δεν κάνουμε εξωγαλαξιακή καριέρα.

Όντα και μη όντα

  Αφού εξαντλήσαμε τον φυσικό τρόμο ας περάσουμε λίγο και στον υπερφυσικό. Και ο Γκυ ντε Μωπασάν όπως κάθε άξιος δημιουργός μυθοπλασίας μπορεί να μη θυμόταν στην πορεία της ζωής του τι έγραψε στα 24 , γιατί ήταν και πολυγραφότατος ο σατανάς και μεταμορφωνόταν κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό. Τα μυθιστορήματά του ποτέ δεν με άγγιξαν και τα βαριόμουν αλλά εκεί που διέπρεψε είναι στο διήγημα όπως παραδέχονται όλοι ανεξαιρέτως – αλλά και εκεί όμως υπήρξαν κάποιες διαβαθμίσεις ποιότητας και ενάργειας. Ας πούμε δεν μπορώ να διώξω από την καρδιά μου την τρομακτική αίσθηση που φώλιασε εκεί πριν από πολλά χρόνια όταν έτυχε να διαβάσω την συλλογή « Ιστορίες της μέρας και της νύχτας » – και το πιο τρομακτικό είναι ότι συνειδητοποίησα μόλις τώρα που το γράφω ότι μου χάρισαν πρόσφατα την ίδια συλλογή, στην ίδια μετάφραση, αλλά από τις εκδόσεις «Gema» και νιώθω ήδη ένα ρίγος να με διατρέχει στην σκέψη ότι μπορώ(;) να την ξαναδιαβάσω! Από την άλλη, ετούτες οι υπερφυσικές ιστορίες της συλλογής φαίνετ