Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Round About Midnight



 
Μεγάλο Σάββατο απόψε και λίγο μετά τις μονότονες κροτίδες και αφού σταματήσουν και οι πρόβες με τις εφτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης, όλοι μας θα ετοιμαστούμε ψυχολογικά για την μουσική που αγαπάμε να μισούμε: τα κλαρίνα. Εναλλακτική δεν έχει δυστυχώς και οι πιθανοί αυτοσχεδιασμοί εξαντλούνται στο πασχαλινό τραπέζι, τίποτα περισσότερο. Τα μαύρα πρόβατα της κάθε οικογένειας, πάντα υπάρχουν τέτοια, καμμένα από χέρι όπως και τα άλλα τα κανονικά, θα δείχνουν λίγο τζαζ μέσα σε όλο αυτό το ομοιόμορφο μπουλούκι αλλά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βοηθήσεις. Θα φαλτσάρουν κοινότοπες ευχές όπως όλοι και θα ελπίζουν να δείχνουν κάπως φυσιολογικοί – αλλά μέσα τους θα είναι χαρούμενοι και θα νιώθουν αγαλλίαση καθώς θα θυμούνται τον Ted Joans που έλεγε χαρακτηριστικά και το υποστήριζε εμπράκτως, ότι «Jazz is my religion and Surrealism is my point of view». 
 
Η αγάπη μου για την τζαζ είναι αντιστρόφως ανάλογη με εκείνη για το Πάσχα∙ με τα χρόνια την αγαπώ όλο και περισσότερο και την εκτιμώ βαθύτατα. Αλλά ταυτόχρονα δεν έχω ιδέα για αυτήν. Δεν ξεχωρίζω τα διάφορα είδη, ξέρω μόνο τα ονόματα των πιο γνωστών εκπροσώπων, αντιστοιχίζω τις μουσικές τους με δυσκολία όταν τις ακούω, είμαι ένα χάλι μαύρο. Έτσι ακριβώς είμαι γενικά με την μουσική (η οποία με τα χρόνια επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην τζαζ). Προτιμώ να ακούω ό,τι επιλέγει το ραδιόφωνο ή αν τύχει και με ωθήσει να ψάξω περισσότερο κάποια εξωγενής πηγή, ένα βιβλίο ας πούμε όπως το συγκεκριμένο. Εδώ βέβαια η τζαζ κρύβεται μέσα στη λογοτεχνία και είναι πιθανό – όπως και συνέβη άλλωστε αγοράζοντας δυο βιβλία του Ντόναλντ Μπαρθέλμ που κακώς αγνοούσα τόσο καιρό – να ασχοληθώ περισσότερο με την λογοτεχνία παρά με την τζαζ. (Για κάτι πιο εστιασμένο έβαλα ήδη στο μάτι το βιβλίο «Τζαζ και μπλουζ»). 
 
 
[…] «Από όσο ξέρουμε ο Malcolm Lowry είχε σχέδια για ένα μεγάλο κύκλο μυθιστορημάτων που θα επικεντρωνόταν στο Κάτω από το ηφαίστειο, το αριστούργημά του και το μόνο τελειωμένο της σειράς. Τα επτά βιβλία που λογάριαζε να ολοκληρώσει θα είχαν τον γενικό τίτλο The voyage that never ends. Όπως σημειώνει ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, ο Malcom Lowry «έβλεπε αυτό το σύνολο σαν μια σύγχρονη Θεία Κωμωδία με τελικό στόχο την ανθρώπινη σωτηρία μεσ’ από την Κόλαση και το Καθαρτήριο». Ξαναγυρνούμε στον γενικό τίτλο: μα τι άλλο είναι η τζαζ, και ιδίως η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ευρύτερα, παρά «Το ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει»; Τι άλλο παρά μια διαρκής ανησυχία, μια διαδρομή χωρίς τέρμα, μια διαδρομή που αξίζει να γίνει για τη χαρά της ίδιας της πορείας και όχι για το όποιο αναμενόμενο έπαθλο στον τερματισμό.»
 
Ο Σάκης Παπαδημητρίου συνεχίζει το ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει μέσα από λογοτεχνικές αναφορές γνωστών βιβλίων αλλά και τζαζ άγνωστες ιστορίες για τους περισσότερους αναγνώστες. Μέσα εκεί χωρούν και κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες καθώς και πληροφορίες για ενορχηστρώσεις, δίσκους, κλπ, όλα τους εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Το πιο εξαιρετικό όμως είναι οι αυτοσχεδιασμοί της γραφής και η ελευθερία των συνειρμών, που κάνουν αυτό το βιβλίο συναρπαστικό – όπως και κάθε βιβλίο εδώ που τα λέμε. Η τζαζ έχει έναν μαγικό τρόπο να σου φτιάχνει πάντα την διάθεση, να σε κινητοποιεί εσωτερικά, να ανακατεύει δημιουργικά τα συναισθήματά σου, και ο συγγραφέας, βαθύς γνώστης της μουσικής, καταφέρνει να πετύχει το ίδιο και στο βιβλίο που γράφει. Οι συχνές παρεκβάσεις του ηχούν τόσο συναρπαστικά φάλτσα που σε κερδίζουν αμέσως με την αυθεντικότητά τους. Και αμυδρό ενδιαφέρον να έχεις για την τζαζ δεν γίνεται να μην βρεις ωραίο αυτό το βιβλίο – μοναδικός λόγος να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μέχρι το τέλος της ανάγνωσης να έχει καταφέρει να σε πείσει να αγοράσεις τόσα από τα βιβλία που αναφέρει και αυτό να σε έχει εκνευρίσει ολοκληρωτικά. Η προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση είναι από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν». Υπάρχουν κάποια ελάχιστα παροράματα – κάποια εισαγωγικά που δεν κλείνουν, δεν ανοίγουν, μια τελεία που λείπει, ένα κενό που γέμισε, κλπ – που δεν μειώνουν στο ελάχιστο την ομορφιά της έκδοσης. Ωστόσο, θεωρώ ότι η γραμματοσειρά θα έπρεπε να είναι πιο μεγάλη, ειδικά στα πάμπολλα σημεία που παρουσιάζονται αποσπάσματα άλλων κειμένων, μικραίνει ακόμα περισσότερο∙ δεν με κούρασε μόνο και μόνο επειδή βρήκα τόσο καταπληκτικό το βιβλίο και βοήθησαν επικουρικά και τα μικρά κεφάλαια. Αν υπήρχαν λεπτομέρειες που απαιτούσαν έντονη προσοχή, θα με δυσκόλευε αρκετά. Από την άλλη, η επιλογή γραμματοσειράς κάπως εξισορροπούσε με μαγικό τρόπο το ελλιπές μέγεθος – κάποιου είδους τεχνική, τι να πω! Ένα είναι ακόμα πιο σίγουρο και από την Ανάσταση Κυρίου, το βιβλίο τζαμάρει ανελέητα.
 
[…] «Στο δοκίμιο του Σαρτρ Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός καταγράφεται μια φράση που συζητήθηκε πολύ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος.» Ο Σαρτρ συνεχίζει: «Καταδικασμένος γιατί δεν εδημιούργησε, δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του, και ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος, γιατί από την στιγμή που πετάχτηκε στον κόσμο, είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει.»
Ο Michel Contat καταλήγει ότι πράγματι στην τζαζ βρίσκουμε στοιχεία της φιλοσοφίας του σαρτρικού υπαρξισμού. Η τζαζ είναι κατάφαση συλλογικής ελευθερίας. Ο καθένας εκτίθεται προσωπικά, ακούει την φωνή του, δέχεται τους κινδύνους, βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας να αντιμετωπίσει το τυχαίο, υποκινεί την ανταπόκριση του άλλου. Ένας αυτοσχεδιασμός ο οποίος δεν είναι μια μορφή εκδικητικής αναρχίας, αλλά είναι μια αμοιβαία αναπάντεχη δωρεά. Η αλληλεπίδραση, η έκκληση στην ιδιαιτερότητα του άλλου, εντός των πλαισίων μιας κοινώς αποδεκτής γλώσσας, για να δημιουργηθεί από κοινού ένας κόσμος συγκεκριμένος. Μια ορχήστρα τζαζ που «κάνει καλή καύση», που σουινγκάρει, αποτελεί μια αυθόρμητη ομοσπονδία ελεύθερων ανθρώπων οι οποίοι στοχεύουν το ωραίο. Δεν είναι ο παράδεισος αλλά εδώ κάτω, στον εφήμερο βίο, βρίσκεται στην αντίθετη θέση τού «η κόλαση είναι οι άλλοι». Ακολουθείστε το παράδειγμα της τζαζ στις κοινωνικές σχέσεις. Ίσως αυτός ο τρόπος να καλύπτει την αναγκαία υπαρξιστική ουτοπία.»
 
Υ.Γ. 2666 Επέλεξα ένα κομμάτι από έναν τυχαίο δίσκο από την πλούσια δισκογραφία του Σάκη Παπαδημητρίου. Ping pong σας παίζω με τις αναρτήσεις μου!  
 
 
Υ.Γ. 49 Καλό Πάσχα! Η τζαζ ανασταίνει 😊

Σχόλια

  1. Ανώνυμος16.4.23

    JAZZ, ΛΕΩ
    [στον Lee Morgan]

    Είναι τόσο υπόγειο αυτό
    το παίξιμο
    όπως μια νυχτερινή φωτιά
    στου άδειου δρόμου τα απομεινάρια
    τόσο ζεστή
    και αναγκαία
    και
    αρχαία που όλοι
    οι άνθρωποι του δρόμου
    πλησιάζουν
    τα χέρια τους
    πάνω της
    γύρω γύρω
    αυτό είναι το
    απόγειο —
    αυτό είναι το παίξιμο

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!