Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ορατή λογοτεχνία

 

Ίσως και θεόρατη, γιατί όχι; Εκκινώντας από τις «Αόρατες Πόλεις» – βιβλίο που ψιλοβαριέμαι και έχω παρατήσει δις, συγγνώμη Καλβίνο – και συγκεκριμένα τη Διομίρα, περιμένοντας και στο ΚΤΕΛ κανένα μισάωρο γιατί ο οδηγός είχε πεταχτεί για καφέ, ο Σπύρος Γλύκας ξεκινάει το ταξίδι εντός και εκτός των ορίων της επιστημονικής φαντασίας. «Του φαινόταν αστείο αλλά και συνάμα τραγικό ότι πέντε οικογένειες – πόσα άτομα άραγε να τις αποτελούν, συμπεριλαμβανομένων και των πιο μακρινών συγγενών τους; – ευθύνονταν ουσιαστικά για τη μερική καταστροφή της Γης πριν από δυόμιση αιώνες. Κι αυτές οι ίδιες ήταν εκείνες που έβαλαν τα θεμέλια για την ανασυγκρότηση των πάντων, για να φτάσουμε σήμερα σε έναν πλανήτη με δεκατέσσερις επαρχίες και πρωτεύουσα τη μοναδική πόλη που παρέμενε εκτός θόλων. Σ’ αυτήν την πόλη βασίλευε ακόμα η οικογενειοκρατία» #Μαραμπού_δε_γμσαι; Όλες οι ουτοπίες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστοπία, όμως, είναι δυστοπία με τον δικό της μοναδικό τρόπο! 
 
Επαναστάσεις, αλληλεγγύη και λογοτεχνία δεν γίνονται από τον καναπέ και τουλάχιστον αυτό το τελευταίο το ξέρει καλά ο Σπύρος Γλύκας γιατί από τα πρώτα του έργα έχει διανύσει έτη φωτός ξέροντας ότι η συγγραφική φωτιά που καίει μέσα του δεν σβήνει πια. Η «Διομίρα» είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα που είχα διαβάσει πριν χρόνια όταν μου το είχε εμπιστευτεί ο συγγραφέας του και είχα ενθουσιαστεί – με το ίδιο το κείμενο, όχι επειδή μου το είχε εμπιστευτεί ο συγγραφέας, φτάνει ρε με τα σάλια, ενηλικιωθείτε! – και το ίδιο ακριβώς συνέβη και τώρα που το διάβασα τυπωμένο πια· όπως του αξίζει. Δε ξέρω αν η επιστημονική φαντασία είναι το λογοτεχνικό του πικ – θα το ανακαλύψω στην πορεία – σίγουρα όμως του ταιριάζει πολύ και προσφέρει καταπληκτικά αποτελέσματα. Όλα αυτά τα βιβλία νιώθεις κατά διαστήματα ότι μοιάζουν μεταξύ τους, αντιγράφουν ιδέες, εκμεταλλεύονται μοτίβα, πλιατσικολογούν ταινίες ή ό,τι άλλο. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι· ίσως και να μην είναι καν έτσι. Τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας πατάνε στο τώρα, στο κάθε τώρα (που μεταξύ μας, αλλάζει με πολύ αργούς ρυθμούς, αν αλλάζει) και παίρνουν στιβαρή θέση για τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας. Και εκεί έγκειται η διαφορά τους αλλά και η βαθιά ομοιότητά τους – πόσα βιβλία ξέρετε να παίρνουν θέση; «Τότε, δεν ήταν λίγες οι φορές που ήθελε να βάλει μια τελεία και να πάψει να ασχολείται με ανθρώπους που όλη τους η ζωή ήταν μια επίδειξη αλλά και συνάμα μια αποφυγή του εαυτού τους».
 
Ο Τροτ, ο Γκραπ, η Πίντα, η Έντι, ο Σέτια και τα άλλα παιδιά, στον έρωτα παρανοούν, πιο πέρα από την τρέλα φτάνουν, γιατί παντού το ένστικτο ακολουθούν, παρέα με πειθήνια ανδροειδή μέχρι να τους στρίψει καμιά βίδα και αυτωνών, ανάμεσα σε βδελυρά ανθρωποειδή που φυτοζωούν πλουσιοπάροχα, κινούμενοι όλοι τους εντός και εκτός ενός συστήματος που αυτοτροφοδοτείται και αυτοκαταστρέφεται με περιοδικότητα. Μαζί τους και η Γριά, μια μυθική μορφή που διασώζεται εντυπωσιακά στη μνήμη μας· γιατί αν ήταν γραμμένη με πεζά γράμματα, γριά, θα την έτρωγε το μαύρο χώμα της πολιτικής ορθότητας όπως και τον συγγραφέα της άλλωστε!
 
Ένα χαρακτηριστικό που μου αρέσει στη γραφή του Γλύκα είναι η κινηματογραφική της άνεση. Το είχα εντοπίσει και σε άλλα κείμενά του αλλά εδώ είναι κυρίαρχο. Δεν το θεωρώ καθόλου ελάττωμα ένα κείμενο να μοιάζει σαν ταινία, λίγα βιβλία το καταφέρνουν με τέτοια επιτυχία, και ακόμα λιγότερα ελληνικά, που δεν ξέρουν πώς να ξεμπλέξουν την σχεδόν ανύπαρκτη πλοκή τους. Αρκετοί θα πουν ότι δεν θέλουν να το κάνουν να μοιάζει σαν ταινία και θα κάνουμε ότι τους πιστεύουμε, αν και ξέρουμε ότι εδώ ισχύει το άλλο ρητό που λέει, Δεν υπάρχει δε θέλω, υπάρχει δεν μπορώ! Γεμάτο χιούμορ, κορυφώσεις και υφέσεις, έντονη δράση, φιλοσοφική διάθεση, απίστευτες ανατροπές και καμία Ducati εντός του, θα συναρπάσει κάθε ανθρωποειδές ή και ανδροειδές, που θα το πιάσει στα αμήχανα ή και μηχανικά του χέρια. Προσωπικά, πιστεύω ότι δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα γνωστότερα και καλύτερα βιβλία του είδους – συγκρίνετέ το με μια από τις 36 ελληνικές εκδόσεις του «Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα» που κυκλοφορούν και θα το διαπιστώσετε. 
 

Το βιβλίο βρήκε – προσωρινή, ελπίζω – στέγη στις εκδόσεις «Ιβίσκος» και περιμένει να του δώσετε την αναγνώριση που αξίζει. Κάποτε θα μιλάμε έντονα για αυτό και για τα βραβεία που θα πάρει. Και θα αναρωτιόμαστε γιατί τόσοι εκδότες προτίμησαν να βγάλουν σκουπίδια στη θέση του. Καλά, αυτό το τελευταίο το αναρωτιόμαστε και τώρα! Ευτυχώς, το εξώφυλλο το φιλοτέχνησε η αδερφή του συγγραφέα, Κατερίνα Γλύκα, που είναι εικαστικός γιατί ειδάλλως θα μιλούσαμε για τερατώδεις δυστοπικές καταστάσεις που θα μας άφηναν το λιγότερο άφωνους – μα για στάσου, τι διακρίνω στη μέση του εξώφυλλου, ανεμογεννήτριες;;… πότε φύτρωσαν και εδώ ρε πούστη μου! Η γενική έκδοση του «Ιβίσκου» είναι πολύ καλή, με προσεγμένη σελιδοποίηση και ωραίο στην αφή χαρτί. Είτε ζείτε σε αόρατες πόλεις ή και σε αόρατα χωριά, όπως αποδείχθηκε για πολλούς ότι συμβαίνει το φετινό καλοκαίρι, βρείτε κάποτε τον χρόνο και το κουράγιο να το διαβάσετε. Γιατί ένα καλό βιβλίο είναι μεγάλη ανακούφιση, αυτό που σας λέω εγώ, Νέτα σκέτα. 
 
[…] «Επικοινωνία, αγαπητέ μου. Επικοινωνία όχι μέσω μέσων, αλλά δια ζώσης. Ακούς τις σάλπιγγες να ηχούν; Όχι, δεν τις ακούς. Εμένα με έχουν ξεκουφάνει τελευταία. Είναι σαν να παρακολουθώ την κορύφωση μιας ταινίας. Απ’ αυτές που δεν έχεις δει ποτέ σου. Απ’ την άλλη όμως δεν σου κρύβω ότι πιστεύω πως και πάλι κάτι θα αλλάξει. Δεν μπορούμε να καταντήσουμε όλοι άβουλοι, μαλθακοί και απομονωμένοι. Έχει συμβεί σε μικρότερο βαθμό στο παρελθόν και ανατράπηκε. Αλλά ξανάγινε. Είμαστε ένα είδος με σοβαρές ατέλειες. Πάντα θα οδηγούμε εαυτούς στην αυτοκαταστροφή. Αυτοί οι κύκλοι δυστυχώς επαναλαμβάνονται πλέον ταχύτερα. Ίσως, αν δεν μας προλάβει η συνεχής εξέλιξη, να χαθούμε κάποια στιγμή. Δεν έγινε και τίποτα. Μια κουκίδα είμαστε. Κάθε ένας από μας ξεχνιέται δυο γενιές μετά τον θάνατό του. Εκτός από κάποιους που είναι ξεχωριστοί για κάθε γενιά. Μια χούφτα. Νομίζω πως δεν αξίζει να πιστεύεις ότι θα εξελιχθείς σε έναν από αυτούς. Και άκου: το ότι έχεις βαλθεί να ξεχωρίσεις επειδή αντιλαμβάνεσαι μάλλον τη ζωή λίγο διαφορετικά απ’ ό,τι οι περισσότεροι, δεν είναι κι αυτό παρά ένα στατιστικό στοιχείο. Δες το έτσι. Θα σε διευκολύνει. Θα κάνει αυτή σου την πορεία – αν υποθέσουμε ότι καταφέρεις να ακολουθήσεις μία – πιο ειλικρινή και αυθεντική».  
 
Υ.Γ 2666   Οι φωτογραφίες από διάφορες Διομίρες όπως τις έπλασε η φαντασία των αναγνωστών μετά την ανάγνωση του διηγήματος του Καλβίνο. Περιμένουμε και από εσάς τις Διομίρες μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Γλύκα – βιαστείτε, υπάρχουν διορίες! 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία

      Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό» , ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι ! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του» . Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχν

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;