Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αισιόδοξη τοξικότητα

 
Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θράσος και 15% κενό!... ο άριος δεν έχει δράμι θρασύτητα… Είναι γενναίος μόνο όταν τον στέλνουν στον πόλεμο… δειλός στη ζωή… πρόβατο…» (ΤΑ ΠΡΟΟΟΒΑΑΑΤΑΑ…!) Ανάλογα με την ηλικιακή σου ομάδα είτε φώναξε τη μαμά σου είτε μάθε να τα αντιμετωπίζεις μόνος σου, άνθρωπε.
 
Αναμφιβόλως ο Σελίν είναι ταλεντάρα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να τον υποβάλλουμε σε κριτική απαξίωση αν χρειάζεται (Vana Mparmpa Oficial dislikes that!) και αυτό το πολύτιμο δοκίμιο από τις εκδόσεις «Μάγμα» έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία· ελπίζω, κάποτε να καλυφθεί και το μεγαλύτερο κενό, εκείνο της μη έκδοσης των σημαντικότερων έργων του. Η πλειοψηφία των αναγνωστών ακούει Σελίν και λέει, μακριά, αυτός είναι φασίστας, τέλος, στην πυρά τα βιβλία του. Χωρίς να ξέρει περισσότερα, χωρίς να ψάχνει περισσότερα, χωρίς να αμφιβάλλει – με δημοκρατικές διαδικασίες, όπως λένε. Ο Σελίν απλώς γάβγιζε δυνατότερα από όλους τους άλλους («… κυνηγήθηκε επειδή υπήρξε όχι μόνον αντισημίτης, μα ο αντισημίτης που το διακήρυξε πιο ανοιχτά κι έξαλλα από κάθε άλλον») αλλά αν πιστέψουμε την γνωστή ρήση, δεν δάγκωνε, και αργότερα, μεταπολεμικά, αν πιστέψουμε και την άλλη γνωστή ρήση, ψόφο δεν είχε, γιατί ακόμα και αν ήταν κακό σκυλί, ήταν καλός, πολύ καλός συγγραφέας.
 
Το δοκίμιο χωρίζεται σε δύο σχεδόν ίσα και ταυτόχρονα άνισα μέρη: το πρώτο, μια που το διάβασα μια που το ξέχασα, γραμμένο από το δημοσιογράφο αντιφασίστα Χανς-Έριχ Καμίνσκι (σε ωραία μετάφραση του Χαράλαμπου Μαγουλά) και το δεύτερο, επίμετρο-δοκίμιο, γραμμένο με μαεστρία από τον Νίκο Μάλλιαρη. Ο Καμίνσκι θαύμαζε τον Σελίν για τα πρώτα του μυθιστορήματα «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» και «Θάνατος επί πιστώσει» και προσπαθεί να φανταστεί, με φτωχό και χλιαρό κατά την γνώμη μου χιούμορ, τους λόγους που τον οδήγησαν να στραφεί προς τον αντισημιτισμό στα επόμενα αμφιλεγόμενα κείμενά του («Μπαγκατέλες για μια σφαγή», «Mea culpa», «Την κάτσαμε»). Είναι γραμμένο το 1938 και πλέον κάπως κοντόθωρο γιατί έκτοτε η συζήτηση και οι αναλύσεις έχουν προχωρήσει πολύ και η αποστασιοποίηση που μας παρέχει η χρονική απόσπαση μάς βοηθάει να τα δούμε καθαρότερα, όσοι τέλος πάντων δεν είμαστε τυφλωμένοι. Ωστόσο, είναι σημαντικό ως ορεκτικό γιατί ανοίγει την όρεξη για το σπουδαίο επίμετρο και την συζήτηση που ανοίγει για τον Σελίν που ίσως βοηθήσει κάποιους αναγνώστες που ακόμα δυσπιστούν να τον διαβάσουν, τελικά να το πράξουν.
 
[…] «Η τακτική του πλέον ήταν να παρουσιάζεται ως «άνθρωπος του ύφους [homme a style]» κι όχι των «ιδεών [homme a idees]» ή των «μηνυμάτων [homme a messages]». Μια τέτοια δήλωση συνοψίζει εξαίσια το έργο κάθε μεγάλου λογοτέχνη, εφόσον ίδιον της λογοτεχνίας, της πραγματικής και μεγάλης λογοτεχνίας, είναι η προσπάθεια επίτευξης ενός προσωπικού ύφους – το «μήνυμα» κάθε μεγάλου συγγραφέα είναι το ύφος του: Σ’ αυτό αποκρυσταλλώνεται η κοσμοθεώρησή του, αυτό ενσαρκώνει την καινούργια, πρωτότυπη ανάγνωση του κόσμου, κι απ’ αυτό εκπηγάζουν οι «ιδέες» του – εν προκειμένω, το «σελινικό» στοιχείο, αυτή η νέα αίσθηση του κόσμου που μόνον ο Σελίν καταφέρνει να «πιάσει» και να εκφράσει».
 
Αυτή ήταν μια βασική υπερασπιστική γραμμή του Σελίν μεταπολεμικά και ως έναν μεγάλο βαθμό ισχύει. Αν υπήρξε άλλοθι, φτηνή δικαιολογία ή αποτέλεσμα της ιδιοφυΐας του κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Η αντισημιτική του ρητορική ήταν τότε πολύ της «μόδας» (με πολλά εισαγωγικά γιατί σας φοβάμαι, εσάς, δεν ξέρω από πού θα μου έρθει) και από τη θέση του αντιήρωα εναντίον όλου του σκατόκοσμου που ενστερνιζόταν σε όλα τα έργα του, δεν γινόταν να αφήσει αυτό το ζήτημα εκτός. Ήταν ζωτικής σημασίας να ενοχλεί όσο περισσότερο μπορούσε – κάποιοι θα πείτε, χωρίς λόγο και βάση, και κάποιοι άλλοι θα πούμε, ότι το έκανε με πολύ σκατολογική ευαισθησία! Σίγουρα ήταν μια πολύ αντιφατική προσωπικότητα (όπως ενίοτε είναι κάποιοι μεγάλοι καλλιτέχνες), με μανία καταδίωξης ενδεχομένως, αλλά και με μια σπάνια μεγαλοφυΐα που ανανέωσε εντυπωσιακά την γαλλική γλώσσα και πρέπει να τιμάται και να βρίσκεται ανάμεσα στους μεγάλους ανανεωτές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. 
 


[…] «Βλέπουμε, δηλαδή, πως στην περίπτωση ενός λογοτέχνη σαν τον Σελίν, το έργο του οποίου βασίζεται σε μέγιστο βαθμό στην ίδια του τη ζωή (καθώς ο ίδιος παρουσίαζε κάθε έργο του «ταυτόχρονα ως μυθιστόρημα και ως αυτοβιογραφία»), η φορμαλιστική, προυστιανή απολυτοποίηση της διάκρισης μεταξύ έργου και ζωής δεν βοηθά ιδιαίτερα την κατανόηση ούτε του πρώτου ούτε της δεύτερης: όχι μόνον η ζωή επηρεάζει το έργο αλλά και αντιστρόφως, το ίδιο το λογοτεχνικό σύμπαν που πλάθει ο συγγραφέας φτάνει να επηρεάζει το πώς βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του».
 
Αν καταπιανόταν με πιο «χαρούμενα» θέματα από τον θάνατο και τη ζωντανή σήψη, τώρα θα μιλούσαμε για μέγιστο συγγραφέα που θα διάβαζαν όλοι, αλλά τι να κάνουμε ρε παιδιά, δεν σας γουστάρει για αναγνώστες του, βασικά δεν γουστάρει κανέναν, δεν αντέχει ούτε τα άντερά του. Πρόσφατα κατάφερα να βρω ένα αντίτυπο του εξαντλημένου βιβλίου του «Από τον έναν πύργο ο άλλος», από τα τελευταία του, στο οποίο φαίνεται η μεγάλη εξέλιξη της γραφής του που δεν είχε ακόμα ξεκινήσει στο πολυδιαφημισμένο (και σχεδόν το μόνο που έχει εκδοθεί στα ελληνικά, τι θλίψη, γαμώτο) «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», ξεκίνησε δειλά με το δεύτερο μυθιστόρημα «Θάνατος επί πιστώσει» και άρχισε να διαμορφώνεται αισθητά στους λεγόμενους αντισημιτικούς του λιβέλους, παρά τα όποια μειονεκτήματα και αν έχουν αυτοί, όπως καταδεικνύει το καταπληκτικό επίμετρο. «Ο αντισημιτισμός του Σελίν είναι τόσο γκροτέσκος και υπερβολικός, σαν ο συγγραφέας «να έκανε τα πάντα για να μην το πάρει κανείς στα σοβαρά». Είναι ένας αντισημιτισμός τόσο ξεκαρδιστικός ώρες ώρες, που διόλου δεν νοιάζεται να εκλογικεύσει τα βαθύτερα αισθήματα και συμπλέγματα του συγγραφέα – όπως αντίθετα κάνουν ο Πλεύρης κι όλοι οι υπόλοιποι αντισημίτες ή οι αρνητές του Ολοκαυτώματος, που συνήθως παρουσιάζονται ως σοβαροί «ιστορικοί» ή «ερευνητές». Μια πανέμορφη και καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις «Μάγμα» που θα ζήλευε και θα ήθελε να έχει στην τεράστια βιβλιοθήκη του ακόμα και ο Χιτ… ας μην σας σοκάρω περισσότερο γιατί εσείς πιστεύετε και ότι η λογοτεχνία de facto δημιουργεί καλοσύνη… θα πω μόνο να αγοράσετε το δοκίμιο για τον Σελίν, και να διαβάσετε και Σελίν, ήταν ψυχούλα μωρέ… 
 


Δε θέλω να πολιτικοποιήσω παραπάνω την ανάρτηση, δεν είμαι δα και ο Μιθριδάτης από τα Ημίζ – θα σας τα χρωστάω!
 
«Γιατί γράφω; Θα σας πω. Γράφω για να κάνω όλους τους υπόλοιπους να μη διαβάζονται».

Σχόλια

  1. Πόσο μα πόσο τίμιο και ειλικρινές κείμενο...
    Κι ας σκεφτούμε... Πόσους αποτρέπει να τον διαβάσουν το όνομα Έζρα Πάουντ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να' σαι καλά Νώντα, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

      Για μένα, αυτή η συζήτηση, αν πρέπει κάποιος να διαβάσει Πάουντ ή άλλους συγγραφείς, δεν έχει πια νόημα. Ό, τι θεωρώ ότι θα μου προκαλέσει ευχαρίστηση η ανάγνωσή του, το διαβάζω.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.