Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Για βραβείο είμαι

Εσύ είσαι για βραβείο; Μην πεις κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Φυσικά και είσαι για βραβείο! Οι περισσότεροι στην Ελλάδα, μετά τα πανηγύρια είμαστε για τα βραβεία. Βραβείο να' ναι και ό,τι να' ναι! Βραβείο κριτικής και βραβείο υποκριτικής. Βραβείο μετάφρασης και βραβείο παράφρασης. Βραβείο συγγραφής και βραβείο αντιγραφής. Βραβείο ποίησης και βραβείο κακοποίησης. Βραβείο λογοτεχνίας και βραβείο κακοτεχνίας. Δείξε μου το βραβείο σου να σου πω ποιος δεν είσαι! Εξυπακούεται ότι οι περισσότεροι δεν αξίζουν τα βραβεία που παίρνουν – μια ματιά στην δημιουργική δουλειά τους το επιβεβαιώνει περίτρανα και μεταξύ των άλλων, εντείνει και την διασκεδαστική γελοιότητα όλων των εμπλεκόμενων μερών.

Αν τύχει όμως και κάποιος το αξίζει; Λέμε ρε παιδί μου, συμβαίνουν και ατυχίες μερικές φορές! Τι γίνεται τότε; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να περάσεις τα σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια των τυπολατριών μιας βράβευσης; Αρκεί ένα «ευχαριστώ» – Αλλά και τι θα μπορούσε να πει κανείς με μια τέτοια ευκαιρία εκτός από τη λέξη «ευχαριστώ!», που κι αυτή ακόμα του κάθεται στο λαιμό και τον βαραίνει για καιρό ακόμα στο στομάχι – ή θα φανέρωνε αγνωμοσύνη και έπαρση από την πλευρά του βραβευμένου; Μερικές φορές σκέφτομαι πως δεν είναι διόλου τυχαίο που τα βραβεία συνήθως φέρουν φαλλικό σχήμα, αργά ή γρήγορα, κάποιος από κει μέσα θα ουρλιάξει αγανακτισμένος, «Πάρ'το και βάλ'το στον κώλο σου»! Στην περίπτωση του Τόμας Μπέρνχαρντ, σίγουρα ήταν αρκετοί αυτοί που σκέφτηκαν να ουρλιάξουν στην προσπάθειά τους να τον βραβεύσουν. Από την άλλη, και μόνο η παρουσία του Μπέρνχαρντ στις βραβεύσεις του, αποτελούσε την πιο εύγλωττη δήλωση για το πού θα έπρεπε να βάλουν όλα αυτά τα κωλοβραβεία τους. Αλλά ούτως ή άλλως τα βραβεία δεν συνιστούν τιμή, έλεγα στη συνέχεια, η τιμή είναι μια διαστροφή, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει τιμή. Οι άνθρωποι μιλάνε για τιμή και πρόκειται για κακεντρέχεια, αδιάφορο για τι είδους τιμή γίνεται λόγος, έλεγα.

Αγοράζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, ομολογώ ότι περίμενα να βρω στην ολότητα των εννέα «κεφαλαίων»-βραβεύσεων, αυτό το απαράμιλλο προβοκατόρικο ύφος του που τόσο λατρεύω. Δεν το βρήκα παντού (ή τουλάχιστον, όχι στις ποσότητες που θα ήθελα). Βέβαια αυτό δεν υπονομεύει την αξία του βιβλίου, κάθε άλλο – μερικά «κεφάλαια» αποτελούν έξοχα δείγματα διηγημάτων στα οποία ο Μπέρνχαρντ περιγράφει την ανάγκη του για τα χρηματικά έπαθλα των βραβείων, έτσι ώστε να ξεμπερδέψει από πιεστικές εκκρεμότητες ή να αγοράσει ένα σπίτι, τουλάχιστον τέσσερις τοίχους γύρω μου, ή ένα άμαξι, που θα το κάνει σωρό από λαμαρίνες ένας Γιουγκοσλάβος που έπεσε πάνω του και εγκατέλειψε αιμόφυρτο τον συγγραφέα. Ακόμα και αυτό το βιβλίο που αρχικά «υπόσχεται» κάτι διαφορετικό, δεν μπορεί εν τέλει να ξεφύγει από το ταλέντο του συγγραφέα του και την εμμονή του να γράφει ιδιαίτερη αλλά και υψηλής ποιότητας λογοτεχνία.

Εκεί που δίνει ρέστα είναι όταν περιγράφει το πώς του απονεμήθηκε το Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας – το Μικρό, όχι το Μεγάλο, μην μπερδεύεστε. Θα σας τα εξηγήσει ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ όταν έρθει η ώρα της ανάγνωσης! – όπου, κατά την διάρκεια της ομιλίας του εκνεύρισε τόσο πολύ τον Υπουργό Πολιτισμού που έφυγε αγανακτισμένος κοπανώντας την πόρτα της αίθουσας. Μόνο και μόνο γιατί ειπώθηκε κάτι για το κράτος... γνωστά πράγματα, συμβαίνουν ακόμα. Ο Μπέρνχαρντ φροντίζει να μας ενημερώνει διαρκώς για την δυσκολία που αντιμετώπιζε στην συγγραφή και εκφώνηση των ομιλιών του – δεν του κατέβαινε καμιά καλή ιδέα, και συνήθως τις άφηνε για την τελευταία στιγμή, καταλήγοντας να γράφει 1-2 σελίδες φιλοσοφικών και «σκοτεινών» στοχασμών, φόβος, πόνος, θάνατος, τα ξέρετε! Πάγωνε το αίμα των παρευρισκομένων!

[...] Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε, αλλά δεν είμαστε απολύτως τίποτα και δεν αξίζουμε τίποτα παραπάνω από το χάος. 
Ευχαριστώ ιδιαιτέρως εκ μέρους μου, αλλά και εν ονόματι των υπόλοιπων βραβευθέντων από την κριτική επιτροπή, όλους τους παρευρισκομένους.



Αυτές οι ομιλίες (υπάρχουν τρεις ομιλίες στο τέλος του βιβλίου), αποτέλεσμα ελλιπούς επεξεργασίας και «διανοητικής αμηχανίας», δείχνουν λιγότερο μπερνχαντικές (χωρίς ωστόσο και να είναι). Αν θέλετε να πάρετε μια γερή δόση Μπέρνχαρντ δεν έχετε παρά να διαβάσετε το κείμενό του που ρίχνει την αυλαία, το σχετικό με την παραίτησή του από την Ακαδημία Γλώσσας και Ποίησης. Σταχυολογώ υπεύθυνα:

[...] Αν και ένας μόνο ποιητής ή συγγραφέας είναι γελοίος και, αδιάφορο πού, με δυσκολία υποφερτός από την κοινωνία των ανθρώπων, τότε πόσο πιο γελοία και απαράδεκτη, είναι μια ολόκληρη ορδή συγγραφέων και ποιητών και άλλων που θεωρούν εαυτούς συγγραφείς και ποιητές, στοιβαγμένων στον ίδιο σωρό!
 
[...] Αλλά σ' αυτή την Επετηρίδα τυπώνονται κάθε φορά, και κάθε φορά μόνο τέτοια, κάτι λεγόμενα δοκίμια που έχουν αραχνιάσει πριν πάνε καν στον στοιχειοθέτη και που όπως είπαμε δεν έχουν καμία σχέση ούτε με γλώσσα ούτε με ποίηση ούτε με πνεύμα γενικά, επειδή βγαίνουν από γραφομηχανές που πάσχουν από χρόνια εμπλοκή, γραφομηχανές ανιαρών φαφλατάδων, ακέφαλων και ανεγκέφαλων που παριστάνουν ότι κάτι είναι. (...) Κρίμα που αυτή η Επετηρίς τυπώνεται σε ένα τόσο πολύτιμο χαρτί, εντελώς ακατάλληλο για να φουντώσει μέσα στη σόμπα μου στο Όλσντορφ.


 [...] Όταν πεθαίνει κάποιο μέλος της η Ακαδημία (Γλώσσας και Ποίησης!) του Ντάρμστατ δημοσιεύει πάντοτε αυτομάτως μια αγγελία θανάτου μέσα σε μαύρο πλαίσιο με ένα πανομοιότυπο πάντα κείμενο (για την γλώσσα και την ποίηση του οποίου μπορεί να διαφωνήσει κανείς). Μπορεί και να προλάβω να το ζήσω πριν πεθάνω, να στείλει η Ακαδημία μια αγγελία θανάτου όχι στην μνήμη κάποιου αξιότιμου μέλους της, αλλά στη δική της.

Η μετάφραση είναι αρκετά καλή και ανήκει στον Σπύρο Μοσκόβου. Αξίζει να διαβάσετε και αυτό το «παράταιρο» βιβλιαράκι για να μπορέσετε να σχηματίσετε σφαιρικότερη γνώμη αυτού του σπουδαιότατου συγγραφέα. Έτσι και αλλιώς κανείς δεν πρόκεται να σας δώσει βραβείο ανάγνωσης, εκτός ίσως από τον ίδιο σας τον εαυτό.

Τα πάντα θα είναι ξεκάθαρα, θα έχουν μια όλο και μεγαλύτερη και βαθύτερη διαύγεια, και τα πάντα θα είναι ψυχρά, με μια όλο και πιο αποτρόπαια παγωνιά. Στο μέλλον θα έχουμε τη γεύση μιας διαρκώς διαυγούς και διαρκώς παγερής ημέρας.
 
Υ.Γ. 2666  Καλό χειμώνα! Τα κεφάλια μέσα!

Σχόλια

  1. Βραβείο για την επιμονή στην ανάρτηση, όταν άλλοι (όπως εγώ) περί άλλα τυρβάζουν.


    Ένσταση: Τι "Καλό χειμώνα! Τα κεφάλια μέσα!";

    "Καλό καλοκαίρι!
    Κι’ ας φυσάει κι’ ας κάνει κρύο σήμερα…
    Ας ανοίγουνε τα σχολεία κι’ οι βιοπαλαιστές τα κεφάλια μέσα και πάλι.
    Εμείς δεν αναγνωρίζουμε τον χειμώνα. Ούτε τις διακοπές αναγνωρίζουμε. Μόνο το ταξίδι αναγνωρίζουμε, την ατελείωτη περιπλάνηση, την μπουόνα βεντούρα. Είμεθα «τουριστικά στοιχεία», που λέγαν κι’ οι παλιοί.
    ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βραβείο και σε σας για την επιμονή να βρίσκετε ένα ταιριαστό ποίημα για κάθε περίσταση (εντελώς όμως, σε βαθμό εντυπωσιασμού, του δικού μας όχι του δικού σας)!

      Το «καλό χειμώνα» πάσχιζε να ταιριάξει αρμονικά με την τελευταία «παγερή» φράση της ανάρτησης, όμως δεν τα κατάφερε καλά. Δεν έπρεπε να το βάλω στο υστερόγραφο αλλά να το κολλήσω μετά την φράση του Μπέρνχαρντ. Έτσι όπως το έγραψα μοιάζει σαν να ενστερίζομαι την ευχή για καλό χειμώνα, κάτι που δεν είναι και εντελώς ψέμα, εδώ που τα λέμε :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν