Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Για βραβείο είμαι

Εσύ είσαι για βραβείο; Μην πεις κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Φυσικά και είσαι για βραβείο! Οι περισσότεροι στην Ελλάδα, μετά τα πανηγύρια είμαστε για τα βραβεία. Βραβείο να' ναι και ό,τι να' ναι! Βραβείο κριτικής και βραβείο υποκριτικής. Βραβείο μετάφρασης και βραβείο παράφρασης. Βραβείο συγγραφής και βραβείο αντιγραφής. Βραβείο ποίησης και βραβείο κακοποίησης. Βραβείο λογοτεχνίας και βραβείο κακοτεχνίας. Δείξε μου το βραβείο σου να σου πω ποιος δεν είσαι! Εξυπακούεται ότι οι περισσότεροι δεν αξίζουν τα βραβεία που παίρνουν – μια ματιά στην δημιουργική δουλειά τους το επιβεβαιώνει περίτρανα και μεταξύ των άλλων, εντείνει και την διασκεδαστική γελοιότητα όλων των εμπλεκόμενων μερών.

Αν τύχει όμως και κάποιος το αξίζει; Λέμε ρε παιδί μου, συμβαίνουν και ατυχίες μερικές φορές! Τι γίνεται τότε; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να περάσεις τα σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια των τυπολατριών μιας βράβευσης; Αρκεί ένα «ευχαριστώ» – Αλλά και τι θα μπορούσε να πει κανείς με μια τέτοια ευκαιρία εκτός από τη λέξη «ευχαριστώ!», που κι αυτή ακόμα του κάθεται στο λαιμό και τον βαραίνει για καιρό ακόμα στο στομάχι – ή θα φανέρωνε αγνωμοσύνη και έπαρση από την πλευρά του βραβευμένου; Μερικές φορές σκέφτομαι πως δεν είναι διόλου τυχαίο που τα βραβεία συνήθως φέρουν φαλλικό σχήμα, αργά ή γρήγορα, κάποιος από κει μέσα θα ουρλιάξει αγανακτισμένος, «Πάρ'το και βάλ'το στον κώλο σου»! Στην περίπτωση του Τόμας Μπέρνχαρντ, σίγουρα ήταν αρκετοί αυτοί που σκέφτηκαν να ουρλιάξουν στην προσπάθειά τους να τον βραβεύσουν. Από την άλλη, και μόνο η παρουσία του Μπέρνχαρντ στις βραβεύσεις του, αποτελούσε την πιο εύγλωττη δήλωση για το πού θα έπρεπε να βάλουν όλα αυτά τα κωλοβραβεία τους. Αλλά ούτως ή άλλως τα βραβεία δεν συνιστούν τιμή, έλεγα στη συνέχεια, η τιμή είναι μια διαστροφή, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει τιμή. Οι άνθρωποι μιλάνε για τιμή και πρόκειται για κακεντρέχεια, αδιάφορο για τι είδους τιμή γίνεται λόγος, έλεγα.

Αγοράζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, ομολογώ ότι περίμενα να βρω στην ολότητα των εννέα «κεφαλαίων»-βραβεύσεων, αυτό το απαράμιλλο προβοκατόρικο ύφος του που τόσο λατρεύω. Δεν το βρήκα παντού (ή τουλάχιστον, όχι στις ποσότητες που θα ήθελα). Βέβαια αυτό δεν υπονομεύει την αξία του βιβλίου, κάθε άλλο – μερικά «κεφάλαια» αποτελούν έξοχα δείγματα διηγημάτων στα οποία ο Μπέρνχαρντ περιγράφει την ανάγκη του για τα χρηματικά έπαθλα των βραβείων, έτσι ώστε να ξεμπερδέψει από πιεστικές εκκρεμότητες ή να αγοράσει ένα σπίτι, τουλάχιστον τέσσερις τοίχους γύρω μου, ή ένα άμαξι, που θα το κάνει σωρό από λαμαρίνες ένας Γιουγκοσλάβος που έπεσε πάνω του και εγκατέλειψε αιμόφυρτο τον συγγραφέα. Ακόμα και αυτό το βιβλίο που αρχικά «υπόσχεται» κάτι διαφορετικό, δεν μπορεί εν τέλει να ξεφύγει από το ταλέντο του συγγραφέα του και την εμμονή του να γράφει ιδιαίτερη αλλά και υψηλής ποιότητας λογοτεχνία.

Εκεί που δίνει ρέστα είναι όταν περιγράφει το πώς του απονεμήθηκε το Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας – το Μικρό, όχι το Μεγάλο, μην μπερδεύεστε. Θα σας τα εξηγήσει ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ όταν έρθει η ώρα της ανάγνωσης! – όπου, κατά την διάρκεια της ομιλίας του εκνεύρισε τόσο πολύ τον Υπουργό Πολιτισμού που έφυγε αγανακτισμένος κοπανώντας την πόρτα της αίθουσας. Μόνο και μόνο γιατί ειπώθηκε κάτι για το κράτος... γνωστά πράγματα, συμβαίνουν ακόμα. Ο Μπέρνχαρντ φροντίζει να μας ενημερώνει διαρκώς για την δυσκολία που αντιμετώπιζε στην συγγραφή και εκφώνηση των ομιλιών του – δεν του κατέβαινε καμιά καλή ιδέα, και συνήθως τις άφηνε για την τελευταία στιγμή, καταλήγοντας να γράφει 1-2 σελίδες φιλοσοφικών και «σκοτεινών» στοχασμών, φόβος, πόνος, θάνατος, τα ξέρετε! Πάγωνε το αίμα των παρευρισκομένων!

[...] Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε, αλλά δεν είμαστε απολύτως τίποτα και δεν αξίζουμε τίποτα παραπάνω από το χάος. 
Ευχαριστώ ιδιαιτέρως εκ μέρους μου, αλλά και εν ονόματι των υπόλοιπων βραβευθέντων από την κριτική επιτροπή, όλους τους παρευρισκομένους.



Αυτές οι ομιλίες (υπάρχουν τρεις ομιλίες στο τέλος του βιβλίου), αποτέλεσμα ελλιπούς επεξεργασίας και «διανοητικής αμηχανίας», δείχνουν λιγότερο μπερνχαντικές (χωρίς ωστόσο και να είναι). Αν θέλετε να πάρετε μια γερή δόση Μπέρνχαρντ δεν έχετε παρά να διαβάσετε το κείμενό του που ρίχνει την αυλαία, το σχετικό με την παραίτησή του από την Ακαδημία Γλώσσας και Ποίησης. Σταχυολογώ υπεύθυνα:

[...] Αν και ένας μόνο ποιητής ή συγγραφέας είναι γελοίος και, αδιάφορο πού, με δυσκολία υποφερτός από την κοινωνία των ανθρώπων, τότε πόσο πιο γελοία και απαράδεκτη, είναι μια ολόκληρη ορδή συγγραφέων και ποιητών και άλλων που θεωρούν εαυτούς συγγραφείς και ποιητές, στοιβαγμένων στον ίδιο σωρό!
 
[...] Αλλά σ' αυτή την Επετηρίδα τυπώνονται κάθε φορά, και κάθε φορά μόνο τέτοια, κάτι λεγόμενα δοκίμια που έχουν αραχνιάσει πριν πάνε καν στον στοιχειοθέτη και που όπως είπαμε δεν έχουν καμία σχέση ούτε με γλώσσα ούτε με ποίηση ούτε με πνεύμα γενικά, επειδή βγαίνουν από γραφομηχανές που πάσχουν από χρόνια εμπλοκή, γραφομηχανές ανιαρών φαφλατάδων, ακέφαλων και ανεγκέφαλων που παριστάνουν ότι κάτι είναι. (...) Κρίμα που αυτή η Επετηρίς τυπώνεται σε ένα τόσο πολύτιμο χαρτί, εντελώς ακατάλληλο για να φουντώσει μέσα στη σόμπα μου στο Όλσντορφ.


 [...] Όταν πεθαίνει κάποιο μέλος της η Ακαδημία (Γλώσσας και Ποίησης!) του Ντάρμστατ δημοσιεύει πάντοτε αυτομάτως μια αγγελία θανάτου μέσα σε μαύρο πλαίσιο με ένα πανομοιότυπο πάντα κείμενο (για την γλώσσα και την ποίηση του οποίου μπορεί να διαφωνήσει κανείς). Μπορεί και να προλάβω να το ζήσω πριν πεθάνω, να στείλει η Ακαδημία μια αγγελία θανάτου όχι στην μνήμη κάποιου αξιότιμου μέλους της, αλλά στη δική της.

Η μετάφραση είναι αρκετά καλή και ανήκει στον Σπύρο Μοσκόβου. Αξίζει να διαβάσετε και αυτό το «παράταιρο» βιβλιαράκι για να μπορέσετε να σχηματίσετε σφαιρικότερη γνώμη αυτού του σπουδαιότατου συγγραφέα. Έτσι και αλλιώς κανείς δεν πρόκεται να σας δώσει βραβείο ανάγνωσης, εκτός ίσως από τον ίδιο σας τον εαυτό.

Τα πάντα θα είναι ξεκάθαρα, θα έχουν μια όλο και μεγαλύτερη και βαθύτερη διαύγεια, και τα πάντα θα είναι ψυχρά, με μια όλο και πιο αποτρόπαια παγωνιά. Στο μέλλον θα έχουμε τη γεύση μιας διαρκώς διαυγούς και διαρκώς παγερής ημέρας.
 
Υ.Γ. 2666  Καλό χειμώνα! Τα κεφάλια μέσα!

Σχόλια

  1. Βραβείο για την επιμονή στην ανάρτηση, όταν άλλοι (όπως εγώ) περί άλλα τυρβάζουν.


    Ένσταση: Τι "Καλό χειμώνα! Τα κεφάλια μέσα!";

    "Καλό καλοκαίρι!
    Κι’ ας φυσάει κι’ ας κάνει κρύο σήμερα…
    Ας ανοίγουνε τα σχολεία κι’ οι βιοπαλαιστές τα κεφάλια μέσα και πάλι.
    Εμείς δεν αναγνωρίζουμε τον χειμώνα. Ούτε τις διακοπές αναγνωρίζουμε. Μόνο το ταξίδι αναγνωρίζουμε, την ατελείωτη περιπλάνηση, την μπουόνα βεντούρα. Είμεθα «τουριστικά στοιχεία», που λέγαν κι’ οι παλιοί.
    ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βραβείο και σε σας για την επιμονή να βρίσκετε ένα ταιριαστό ποίημα για κάθε περίσταση (εντελώς όμως, σε βαθμό εντυπωσιασμού, του δικού μας όχι του δικού σας)!

      Το «καλό χειμώνα» πάσχιζε να ταιριάξει αρμονικά με την τελευταία «παγερή» φράση της ανάρτησης, όμως δεν τα κατάφερε καλά. Δεν έπρεπε να το βάλω στο υστερόγραφο αλλά να το κολλήσω μετά την φράση του Μπέρνχαρντ. Έτσι όπως το έγραψα μοιάζει σαν να ενστερίζομαι την ευχή για καλό χειμώνα, κάτι που δεν είναι και εντελώς ψέμα, εδώ που τα λέμε :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!