Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

V for Pynchon

 
Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε, τα χέρια θα περάσουμε στους ώμους, παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε, ονόματα και βλέμματα και δρόμους. Έτσι είναι όπως τα λέει ο ποιητής! Η λογοτεχνία εδραιώνει ισχυρές φιλίες. Όσες σελίδες και αν διαβάσουμε, χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάμε. Και για μένα, αυτή η αλλαγή θέασης έγινε μέσα από τα βιβλία του Τόμας Πύντσον: μέσα από δρόμους παράνοιας, απορημένα βλέμματα, αστεία ονόματα και τραγουδάκια της κακιάς ώρας. Και έναν Λόγο που και ο ίδιος ο Θεός μόνο να μπεμπεκίσει μπορεί!

Είσαι φέρελπις συγγραφέας και σου κατεβαίνει στο κεφάλι να γράψεις το V., να είναι αυτό η πρώτη σου λογοτεχνική προσπάθεια. Πλάκα μας κάνεις; Πολλοί κριτικοί κατηγορούν τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς για αμετροέπεια, ότι προσπαθούν να στριμώξουν όσα περισσότερα μπορούν στο πρώτο τους βιβλίο, λες και φοβούνται ότι δε θα ξαναγράψουν άλλο. Ο Τόμας Πύντσον σκέφτηκε να πρωτοτυπήσει, δεν προσποιήθηκε ότι μπορεί να πει τα πάντα, αλλά είπε πράγματι, ή καλύτερα έγραψε, τα πάντα, με την μεγαλύτερη δυνατή αρτιότητα, έτσι ώστε οι αποσβολωμένοι κριτικοί να αναγκαστούν να απωλέσουν το μόνο «ενοχοποιητικό» χαρτί που είχαν στα χέρια τους.

Λατρεύω τα πρωτόλεια των μεγάλων συγγραφέων, είναι γεμάτα παρορμητικότητα, ενίοτε δισταγμούς, τεχνική ανεπάρκεια, γοητευτικές ατέλειες. Διαθέτουν επίσης και μια αναζωογονητική ελευθερία. Όπως σημειώνει και ο πάντα διορατικός Ίταλο Καλβίνο στο επίμετρο που έγραψε για το πρωτόλειό του, «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές», «... το πρώτο βιβλίο θα ήταν καλύτερα να μην το έγραφε κανείς. Όσο δεν έχεις γράψει το πρώτο σου βιβλίο, έχεις την ελευθερία να αρχίσεις˙ ελευθερία που μπορείς να χρησιμοποιήσεις μόνο μια φορά στη ζωή σου: το πρώτο βιβλίο ήδη σε καθορίζει, ενώ στην πραγματικότητα εσύ είσαι πολύ μακριά από το να καθοριστείς˙ κι αυτόν τον καθορισμό είσαι αναγκασμένος να τον κουβαλάς μαζί σου σε όλη σου τη ζωή, και να προσπαθείς να τον επιβεβαιώσεις ή να τον εμβαθύνεις ή να τον διορθώσεις ή να τον διαψεύσεις, αλλά χωρίς να μπορείς να τον αγνοήσεις». Από τις παραπάνω επιλογές, ο Πύντσον, όπως και πολλοί σπουδαίοι συγγραφείς (συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Καλβίνο), επιλέγει να τον εμβαθύνει. Βέβαια, το πρωτόλειο του ενός μπορεί να είναι το αριστούργημα του άλλου και αντιστρόφως. Ωστόσο, ασχέτως ποιότητας, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να τα διαβάζεις και να προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις. 
 
Ο Πύντσον μέσα στο «ανώριμο» έργο καταλήγει να γράφει ένα έργο της πιο μεστής συγγραφικής του ωριμότητας. Αν είναι έτσι τα πρωτόλεια έργα των συγγραφέων, καλύτερα να περάσουμε μια θηλιά στο λαιμό μας! Ευτυχώς όμως, για όλους τους επίδοξους συγγραφείς, δεν είναι έτσι, ο Πύντσον είναι μια εξαίρεση. Μια εξαίρεση που μας θυμίζει ότι υπάρχουν και μερικοί ελάχιστοι συγγραφείς που δεν γίνονται, γεννιούνται. Στο V. δεν υπάρχουν οι τόσο πολλές εκρήξεις χιούμορ που συναντούμε στα υπόλοιπα βιβλία του (φυσικά, δεν λείπουν εντελώς), δεν υπάρχουν ούτε οι (άλλοτε σε αφθονία) εξαιρετικές μεταφορές της γλώσσας που σε αφήναν με το στόμα ανοιχτό, το βιβλίο όμως διαθέτει μια υπνωτιστική διάθεση (εμπλουτισμένη με μυστήριο και σασπένς) και μια συγγραφική σιγουριά που μόνο ένας 26χρονος μπορεί να μεταδώσει... τι λέω, Θεέ μου, και δεν χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο! Το βιβλίο, αν το κρίνεις από λογοτεχνικής απόψεως μοιάζει θεόπνευστο, αν λάβεις υπόψη και την ηλικία του συγγραφέα του, μοιάζει ολότελα σατανικό.

Ήδη από το πρώτο αυτό βιβλίο, φαίνονται όλα τα μοτίβα που θα ακολουθήσει και θα εξελίξει και στα υπόλοιπα. Ως αντιστάθμισμα στην πολυπλοκότητα των βιβλίων του, σου προσφέρει μία θαυμάσια αφηγηματική γλώσσα, πολύ γέλιο, τροφή για σκέψη και ένα πραγματολογικό δίκτυο αναφορών να έχεις να γκουγκλίζεις έως το θάνατό σου! Πολλοί αναγνώστες χάνονται μέσα στα τόσα ονόματα και θεωρούν αυτήν την παρέλαση ονομάτων μία εκκεντρικότητα του συγγραφέα, μια εύκολη λύση όταν τα βρίσκει σκούρα να αρχίσει να ξεφορτώνεται τους χαρακτήρες. Όμως εκεί κρύβεται όλη η μαγεία – πόσοι από μας δεν έχουν ξεφορτωθεί διάφορους χαρακτήρες στην πορεία της ζωής τους; Ή δεν τους ξαναβρήκαν μπροστά τους όταν πίστεψαν ότι τους είχαν ξεφορτωθεί για πάντα; Ο Πύντσον επιλέγει συνειδητά να μην εμβαθύνει στους χαρακτήρες (όποιοι και αν είναι αυτοί) και έτσι ο αναγνώστης δεν νιώθει καμία ταύτιση. Με τι να ταυτιστώ, αναρωτιέται, με τον ιερέα που προσηλυτίζει τους αρουραίους των υπονόμων, με την ποντικίνα που ονειρεύεται να γίνει μοναχή, με τον κυνηγό αλιγατόρων; Μέσα από αυτά τα σπαράγματα χαρακτήρων όμως, ο Πύντσον οικοδομεί ένα σύμπαν συμπαγές και ενοποιητικό, όπου όλοι βρίσκονται σε κοινή μοίρα, ανθρώπινες φωνές που συγκροτούν έναν κόσμο πολύ οικείο, που παρανοεί, ελπίζει, παλεύει, παραιτείται, αγωνιά, αγαπάει, μισεί, ζει και πεθαίνει. Μετά τις αναγνώσεις των βιβλίων του, βγαίνεις στο κόσμο και αναπηδάς από έκπληξη με την ταύτιση των χάρτινων χαρακτήρων και των ανθρώπων που περπατούν δίπλα σου. Μια διαδρομή με το λεωφορείο μπορεί να αποδειχθεί πρωτόγνωρη εμπειρία!
 
Εντούτοις, η πολυπλοκότητα των βιβλίων του είναι όντως πολύπλοκη, δεν θα το αρνηθούμε! Δίνουν την εντύπωση ενός παζλ, λείπουν κομμάτια. Περισσότερο μου θυμίζουν ένα παιχνίδι που παίζαμε μικροί στις οθόνες αφής (τις παλιές, με τα κέρματα) όπου εμφανιζόταν μια μπερδεμένη φωτογραφία χωρισμένη σε τετράγωνα και εσύ μετακινώντας τα κομμάτια πάνω κάτω δεξιά αριστερά, προσπαθούσες να συναρμολογήσεις την εικόνα. Αυτή η αίσθηση είναι πολύ έντονη στα βιβλία του, στην αρχή δεν ξέρεις τι εικόνα βλέπεις, δεν έχεις ιδέα, μόνο προσπαθείς να απομνημονεύσεις τα ονόματα και να βρεις μερικές συνδέσεις αργότερα. Στην πορεία όταν καταφέρνεις να βγάλεις ένα νόημα νιώθεις ενθουσιασμένος! Μέχρι τότε όμως, ο Πύντσον φροντίζει να σε κρατά σε ένταση με την φαντασία του, με το χιούμορ του και τον όμορφο λόγο του. Αργότερα θα εμφανιστεί νέα θολή εικόνα (όταν ρίξεις άλλο κέρμα) και θα αρχίσει πάλι το παιχνίδι, ίσως να σου θυμίζει την προηγούμενη ίσως και όχι, δεν πρέπει να σε απασχολεί αυτό. Μην ψάχνεις την μεγάλη εικόνα όταν τελειώσεις το μυθιστόρημα, γιατί μάλλον θα απογοητευτείς. Μην ψάχνεις τον προορισμο γιατί δεν υπάρχει, αν ξεκινάς με τον προορισμό στο μυαλό σου, σίγουρα θα χαθείς στα μισά του δρόμου. Το βέβαιο είναι οτι τα βιβλία του Πύντσον είναι πολλαπλώς πολύπλοκα και δομημένα με έναν κώδικα και μια αρχιτεκτονική που έχει βαθύνοια και τελειότητα και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό από αναγνώστες που θέλουν να μένουν στην επιφάνεια των γεγονότων του βιβλίου.

Είναι σαν να ζεις μες στο καλειδοσκόπιο ενός παράφρονα. Αυτή είναι μια φράση κάπως φαντεζί, ακατανόητη και περιπαικτική. Όποιος μπορεί όμως να στοχαστεί πάνω σε αυτή την φράση, θα έχει πλησιάσει τον πυρήνα των βιβλίων του Πύντσον. Επειδή ο ενθουσιασμός που εκφράζω προς αυτόν (δεν παίρνω ποσοστά, αλήθεια λέω!), ενδέχεται να έχει παρασύρει πόλλους αναγνώστες να αγοράσουν τα βιβλία του και τώρα να τους έχει αναγκάσει να βγουν στον δρόμο με μια σφεντόνα στο χέρι και ακροβολισμένοι να περιμένουν πότε θα πετάξω από μπροστά τους, θα κάνω μια ύστατη προσπάθεια να σώσω το τομάρι μου. Για κάθε επίδοξο αναγνώστη του Πύντσον, προτείνω να διαβάσει την παραπάνω φράση ως μια αντικειμενική αλήθεια: θα άντεχε να ζει (έστω και για τον έναν μήνα που θα διαρκέσει η ανάγνωση) μες στο καλειδοσκόπιο ενός παράφρονα;
 


Μια άλλη σπουδαία φράση από το V. είναι η εξής: Ποιος είμαι εγώ για να γνωρίζω τα κίνητρά μου; Καλά, θα πείτε, 600+ σελίδες αναγννωστικού αχταρμά για δυο φρασούλες! Ναι για δυο «φρασούλες», εκ των οποίων η πρώτη εκφράζει την λογοτεχνική ιδιοφυία του συγγραφέα και η δεύτερη, την βαθύτατη ανθρώπινη ουσία του αναγνώστη. Δεν αρκεί κάποιος να σου απομονώσει τις δυο φρασούλες, πρέπει να παιδευτείς για να τις κατακτήσεις, γι' αυτό άλλωστε διαβάζουμε λογοτεχνία. Η μετάφραση είναι υποδειγματική και ανήκει στον Προκόπη Προκοπίδη, ο Πύντσον έχει προκόψει μεταφραστικά και αυτό είναι κάτι ευτυχές για τους Έλληνες αναγνώστες. Για μένα ο Τόμας Πύντσον είναι ο πιο ευφυής συγγραφέας από όλους τους ζωντανούς που έχω κατά νου και από πολλούς πεθαμένους επίσης. Έπιασε με άνεση τον παλμό του 20ου αιώνα και θα μείνει κλασικός τουλάχιστον για καμιά 200αριά χρόνια ακόμα. Ένας αναγνώστης της εποχής του Τολστόι που διάβαζε εκείνη την εποχή Τολστόι, δεν είχε στο μυαλό του ότι διάβαζε έναν κλασικό του μέλλοντος. Και εδώ που τα λέμε δε θα είχε και καμιά σημασία αν το μάθαινε. Όπως δεν σημαίνει τίποτα για μένα που διαβάζω Πύντσον τώρα που ακόμα ζει. Όμως, όσοι πιστεύετε ότι έχει μια ρομαντική χροιά η αβάσιμη αυτή υποψία, να νομίζεις δηλαδή ότι «ανακάλυψες» έναν μελλοντικό κλασικό πριν αυτός εδραιωθεί ως τέτοιος, τότε, προσπαθήστε να διαβάσετε Πύντσον, είναι μια συνωμοσιολογική παραδοξότητα που και εκείνος σίγουρα θα απολάμβανε!

Για το τέλος, το καίριο απόσπασμα που συμπνυκνώνει καθένα από τα βιβλία του, σαν επιμύθιο μιας γοητευτικής αφήγησης και επινίκειο μιας σπουδαίας γλώσσας, που αποδεικνύει ότι ο Πύντσον δεν είναι μόνο αυτό, αλλά είναι κυρίως αυτό, μια εκκωφαντική εκδήλωση παρηγοριάς. 
 
[...] Μια ακατοίκητη πόλη είναι διαφορετική. Διαφορετική απ' ό,τι θα μπορούσε να δει ένας «φυσιολογικός» παρατηρητής που περιπλανιέται στο σκοτάδι – το οποιοδήποτε σκοτάδι. Αποτελεί κοινό αμάρτημα όσων δεν έχουν πραγματικές ψυχές, όσων δεν έχουν φαντασία, να μην αρκούνται σ' αυτό που έχουν. Η ψυχαναγκαστική τους τάση να συναθροίζονται, ο παθολογικός τους φόβος μήπως μείνουν μόνοι, εκτείνεται πέρα από το κατώφλι του ύπνου˙ κι έτσι, όταν στρίβουν στη γωνία – όπως είμαστε όλοι μας αναγκασμένοι να κάνουμε, όπως το κάναμε στο παρελθόν και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε στο μέλλον, κάποιοι συχνότερα από τους υπόλοιπους – συνειδητοποιούν πως βρίσκονται στο δρόμο... Ξέρεις ποιο δρόμο εννοώ, παιδί μου. Το δρόμο του 20ου αιώνα, το δρόμο που σε κάποια μακρινή στροφή του μας περιμένει – έτσι ελπίζουμε – μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας. Χωρίς τίποτε να μας το εγγυάται. Βρισκόμαστε στη λανθασμένη άκρη του δρόμου, για λόγους που τους ξέρουν καλύτερα όσοι μας τοποθέτησαν εκεί. Αν μας τοποθέτησαν κάποιοι. Είναι πάντως ένας δρόμος που πρέπει να τον περπατήσουμε.
 
Υ.Γ. 2666   Η ανάρτηση πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ «Διαβάζοντας» και κλείνει μία σειρά αναρτήσεων σχετικών με τον Πύντσον. Είναι κάπως παράδοξο, αλλά η συγκεκριμένη πυντσονική ανάρτηση είναι από τις αγαπημένες μου (πάν' απ' όλα, μετριοφροσύνη!) και το βιβλίο, αν και πρωτόλειο, αποδεικνύεται για μένα, προιόντος του χρόνου, το πιο τρυφερό και ευαίσθητο.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .