Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πού πα ρε τσομπάνη;


Αν σου αρέσει η Φάρμα των ζώων, ο Σον το πρόβατο και οι ειδήσεις της ελληνικής τηλεόρασης, εδώ είσαι, σταμάτα. Τσσσπππρρρρ! Για να πω την αλήθεια όμως, ούτε εγώ κινήθηκα προς αυτό το βιβλίο με την θέλησή μου (δείξτε μου έναν που μπορεί να κινηθεί με την θέλησή του!), αλλά σαν το ζώο έτρεξα πίσω από τις μελωδίες του ποιμένα Πύντσον – «Μια καταπληκτική τρελή κωμωδία δοσμένη με το πιο σοβαρό ύφος, αυτή η ματιά στην αθέατη πλευρά της δουλειάς με σύμβαση έργου διαθέτει την ακαταμάχητη δύναμη της μαγικής λέξης, που ίσως τελικά αποδειχτεί παρακινδυνευμένο να την προφέρει κανείς μεγαλοφώνως» – που με μάντρωσε στα χωράφια της καλής λογοτεχνίας και άφησε τον εργάτη Μιλς να αρμέξει με επιμονή, όσο περισσότερη διανοητική απόλαυση μπορούσε, από το μυαλό μου.
 
Και μιας και είπα «εργάτη» επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από το βιογραφικό του συγγραφέα – κάτι που δεν θα έκανα σε καμία άλλη περίπτωση. Γεννημένος στο Μπέρμινχαμ πριν από σαράντα πέντε χρόνια, μεγαλωμένος στο Μπρίστολ, πρώην οδηγός τρακτέρ, πρώην εργάτης περιφράξεων, και μέχρι πρότινος οδηγός του λεωφορείου 159 της διαδρομής Μπρίξτον-Όξφορντ Σέρκους, ο Μάγκνους Μιλς δηλώνει φανατικός θαυμαστής των παμπ, λάτρης των Μπητλς και της ροκ και θαυμαστής του Κόνραντ και του Πίντερ. Το πρώτο του βιβλίο, Το μάντρωμα των ζώων, ήταν υποψήφιο για το βραβείο Μπούκερ (1998), έχει πουλήσει τριάντα χιλιάδες αντίτυπα στην Αγγλία και έχει μεταφραστεί σε δεκαέξι γλώσσες. Ήδη κυκλοφορεί το δεύτερο έργο του, All quiet on the Orient Express (Ουδέν νεώτερο από το Όριεντ Εξπρές) (1999) καθώς και μια συλλογή διηγημάτων του. Εργάζεται ως κηπουρός. Πολλοί συγγραφείς αναγκάστηκαν στην ζωή τους να κάνουν βαρετές δουλειές ή σκληρές ή και τα δύο για να τα βγάλουν πέρα, αλλά ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δεν είχαν την έπαρση απέναντι σε αυτές τις δουλειές και τους ανθρώπους που τις εκτελούσαν. Μια φάση τύπου, «Εγώ ανήκω σε πολύ ανώτερη πνευματική σφαίρα από σένα, παρόλο που και οι δυο ατυχώς (κυρίως για μένα) κάνουμε την ίδια δουλειά. Ας μοιραστούμε το κολατσιό σου, τώρα»! 
 

 
Ένας συγγραφέας που αντιμετώπισε τους βιοπαλαιστές όπως τους άξιζε, ήταν ο Μπουκόφσκι. Ποτέ δεν είχε την έπαρση του διανοούμενου απέναντί τους, αντιθέτως, όλη του την χολή την ξερνούσε ακριβώς πάνω στο σωρό των επηρμένων διανοούμενων, μέλος των οποίων δεν υπήρξε ποτέ, ασχέτως αν κάποιοι θεώρησαν ότι ήταν ένας από αυτούς! Ένας ακόμα συγγραφέας που εκτίμησε βαθιά τους απλούς εργάτες είναι ο Πύντσον (η εκτίμησή του προς το έργο του Μιλς ίσως να πηγάζει και από κει) χρησιμοποιώντας πάμπολλους εργάτες στα βιβλία του και χρωματίζοντάς τους πάντα με τα πιο ζωντανά και θαλπερά χρώματα. Ένας τρίτος, που από δω και μπρος θα μνημονεύω, θα είναι και ο Μιλς. Ο βασικός λόγος που παρεκκλίνω είναι γιατί θυμήθηκα κάτι ανεκδιήγητους διανοούμενους που συχνάζουν στο facebook (στο φυτώριο ανισορροπίας, όπως θα έλεγε και ο Πέτερ Εστερχάζυ) και διατείνονται με στόμφο ότι δεν μπορεί να μιλάει για πνευματικά θέματα ένας αγρότης ή ένας φορτηγατζής ή ένας υδραυλικός. Εγώ θα χρησιμοποιήσω από τα προαναφερθέντα επαγγέλματα, το πιο προσφιλές σε μένα και θα πω, χαλάρωσε λιγάκι, τα αγγούρια τα έχουμε για να δροσιζόμαστε. Και κρίμα τα μυαλά που κουβαλάς! Τέρμα το διάλειμμα, πίσω στη δουλειά. 
 
«Το μάντρωμα των ζώων» είναι ένα παράξενα γοητευτικό ανάγνωσμα με έναν μυστήριο τρόπο που δεν έχω ξανασυναντήσει σε βιβλίο – η πλοκή του είναι αδιάφορη, το ύφος του (φαινομενικά) όχι κάτι το ιδιαίτερο, διαβάζεις και δεν ξέρεις πού θέλει να το πάει... αν θέλει να το πάει κάπου, με ένα τέλος χαμηλόφωνο και ξέπνοο, σαν καρδιογράφημα που εμφανίζει ευθεία γραμμή, όπως απαιτούσε ο προιστάμενος της εταιρείας να είναι οι πάσσαλοι στις περιφράξεις, πριν το σοκ του «μηρυκασμού» κάνει την καρδιά σου να χτυπήσει αλλόκοτα δυνατά! Όπως λέει και ο Άρης Μπερλής στον πρόλογό του (ο πρόλογος ας διαβαστεί σαν επίλογος): «Ο πλούτος της αφήγησης του Μιλς αναδεικνύεται από την ολιγάρκεια, την αξιοποίηση των ελάχιστων γλωσσικών πόρων που ο συγγραφέας αποφάσισε να χρησιμοποιήσει. Το αλάνθαστο ύφος του αντανακλά την ακρίβεια και σιγουριά μιας αταλάντευτης στάσης, ενός συγκεκριμένου ήθους – ύφος “ανέκφραστο”, απόλυτα ελεγχόμενο, στο κατώφλι του ξεκαρδιστικού γέλιου, αλλά χωρίς ποτέ να το διαβαίνει».
 
Ο Ταμ και ο Ρίτσι είναι δυο εργάτες περιφράξεων που μετά την δουλειά επιθυμούν να κατεβάζουν μπύρες στις τοπικές παμπ. Λουφαδόροι εκ πεποιθήσεως αλλά ταυτόχρονα και εργατικοί, ειδικά όταν τους βλέπουν οι ανωτέροι τους, κάνουν την δουλειά τους χωρίς πολλά πολλά. Παρέα με τον νεοπροσληφθέντα επιστάτη (ο ανώνυμος αφηγητής) αναλαμβάνουν συνεχώς όλο και μεγαλύτερες περιφράξεις, κάνοντας την εταιρεία για την οποία δουλεύουν να ανθεί και να ευημερεί. Όλο το βιβλίο πάει κάπως έτσι, περιφράξεις, παμπ, περιφράξεις, και έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να αναρωτιέται, κανονικά εγώ τώρα θα έπρεπε να βαριέμαι έτσι;, γιατί όμως δεν συμβαίνει αυτό, συνεχίζω την ανάγνωση με όλο και περισσότερη απόλαυση! Αυτό ίσως οφείλεται, στην ακαταμάχητη δύναμη της μαγικής λέξης που ίσως αποδειχτεί παρακινδυνευμένο να την προφέρει κανείς μεγαλοφώνως, όπως μας συμβουλεύει ο πάντα καχύποπτος και συνωμοσιολόγος Πύντσον!
 
Το βιβλίο διαθέτει μια εμφανή αλληγορική διάθεση – ο ίδιος ο τίτλος του, καθώς και το ολίγον ασαφές αλλά ταυτόχρονα εξοργιστικά σαφές, τέλος του, ενισχύουν αυτή την άποψη. Ήδη ο Μπερλής, μέσα στην μικρή έκταση του προλόγου του μάς προσφέρει ένα εκπληκτικό μίνι δοκίμιο πέρι αλληγορίας. Αλλά ανάμεσα στον αλληγορικό τίτλο και το αλληγορούμενο εξαγόμενο (που συνάγεται με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης) μεσολαβεί η αφήγηση μιας ιστορίας – απολαυστική, λιτή, άριστα οργανωμένη, ασυνήθιστη, με τρεις απροσδόκητες (όσο και πανομοιότυπες) τροπές της πλοκής, που διεγείρουν την αναγνωστική περιέργεια αλλά παραμένουν ιδιοφυώς εκκρεμείς, άλυτες.
 
Δεν θα βάλω κάποιο απόσπασμα από το βιβλίο, δεν χρειάζεται, δεν μπορώ, και ενδεχομένως δεν πρέπει! Θα πω μόνο ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό, η μετάφραση της έμπειρης Αθηνάς Δημητριάδου εξαιρετική, ο πρόλογος του Άρη Μπερλή εξαιρετικός, το εξώφυλλο εξαιρετικό και η έκδοση επίσης. Και να θυμάστε, σπουδαίοι κριτικοί, όπως ο Μπένγιαμιν και ο Πωλ ντε Μαν, υποστήριξαν ότι η αλληγορία δρα ακριβώς όπως η πιο ακριβή και λεπτή ποιότητα της λογοτεχνίας, η ειρωνεία. Και η ειρωνεία πεθαίνει τελευταία, ακόμα και μετά την ελπίδα. 
 
Υ.Γ. 2666  Για να μην πέσετε σε κάποιο σπόιλερ, μην διαβάσετε το κύριο άρθρο. Ανοίξτε ωστόσο το λινκ και διαβάστε την αριστερή στήλη για να καταλάβετε καλύτερα αυτό που σας έλεγα στην αρχή της ανάρτησης. Όταν το έγραφα δεν είχα γνώση του άρθρου, μου το έστειλε μέρες αργότερα, η καλή φίλη Rosa Mund. Βέβαια, μπορείτε άνετα να μην με πιστέψετε, όπως και γενικότερα μπορείτε να μην με πιστεύετε!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.