Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιμένουμε ιταλικά

 
Συνεχίζοντας ακάθεκτος την επέλαση στην ιταλική λογοτεχνία, μια όψιμη αναγνωστική αγάπη, πλην του πρώιμου και παντοτινού έρωτα που ακούει στο όνομα Καλβίνο, ήρθε η σειρά του Ίταλο Σβέβο. Καλός άνθρωπος και ακόμα καλύτερος συγγραφέας, καλλιτεχνικά αγνοημένος ωστόσο στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, έμπλεξε με κακές ιρλανδικές παρέες, και είδε ξαφνικά την συγγραφική του πορεία να τρέχει ιλιγγιωδώς προς την επιτυχία όταν ένα αυτοκινητικό δυστύχημα – μια φάρσα επιτυχημένη! – ανέκοψε και τερμάτισε την σύντομη ζωή του χωρίς όμως να καταφέρει το ίδιο και με την φήμη του. Κάντε ένα τελευταίο τσιγάρο, ν' αρχίσουμε!
 
Επιστήθιος φίλος του Τζέημς Τζόυς... και οι φίλοι των φίλων μου, δυο φορές φίλοι μου! Όμως και άσπονδος φίλος των Ελλήνων μεταφραστών του και εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν. Θα χυθεί αίμα! Γνωστοί και φίλοι με είχαν προειδοποιήσει παντοιοτρόπως ότι ο Σβέβο δεν ευτύχησε στις ελληνικές μεταφράσεις του – σχεδόν κατ' αναλογία με τις συγγραφικές του προσπάθειες – και έπρεπε να ωριμάσει το πράμα για να δούμε οι αναγνώστες άσπρη μέρα. Πριν λίγες μέρες έγινε γνωστό ότι το αριστούργημα του Σβέβο, «Η συνείδηση του Ζήνωνα» επιτέλους βρήκε τη φωνή του μέσω της σπουδαίας μεταφράστριας Έφης Καλλιφατίδη και θα στεγαστεί από τους πλέον ανερχόμενους στον εκδοτικό κλάδο, Αντίποδες. [Τώρα θα πω τον καημό μου. Σχεδόν όλοι οι αναγνώστες έχουμε έναν μεταφραστή κατά νου που τον ακολουθούμε και τον εμπιστευόμαστε για διαφορετικούς λόγους. Για μένα αυτός ο μεταφραστής είναι η Έφη Καλλιφατίδη. Δε ξέρω πώς ξεκίνησε όλο αυτό, νομίζω με «Το σπίτι με τα εφτά αετώματα» του Χώθορν και συνεχίστηκε με τον «Τρίστραμ Σάντι» του Στερν. Πέρα από τις εξαιρετικές μεταφράσεις της, κάπως με τραβούσε και το ίδιο το όνομα γραμμένο στο εξώφυλλο. Από τότε, κάθε φορά που βλέπω το όνομά της στη θέση του μεταφραστή, επεξεργάζομαι σοβαρά και το ίδιο το βιβλίο ακόμα και αν η πρώτη μου εντύπωση ήταν να το προσπεράσω αδιάφορα. Εκτός όμως από εκείνα του Έκο. Η σχέση μου μαζί του τελείωσε στο «Όνομα του Ρόδου». Δεν ακούω τίποτα, σσστ! Δε θέλω ΟΥ-μπέρτο!]. Περιμένοντας λοιπόν τον συνειδητοποιημένο Ζήνωνα, έμαθα ότι ο μόνος μεταφραστής που σεβάστηκε τις ιδιομορφίες του Ίταλο Σβέβο είναι ο Γιάννης Παππάς και έτσι λοιπόν, ξεκινώ το σύντομο αισθηματικό ταξίδι με την λογοτεχνική του διάνοια από αυτή τη συλλογή διηγημάτων.
 
Προσόν ενός καλού συγγραφέα είναι η παρατηρητικότητα – και ενός μοντερνιστή συγγραφέα η παρατηρητικότητα των ψυχικών διακυμάνσεων. Ο Σβέβο έχει μια ασύλληπτη συλλογή τέτοιων παρατηρήσεων στο ενεργητικό του. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί γοητεύτηκε τόσο πολύ ο Τζόυς όταν τον πρωτοδιάβασε. Έχει όμως και μία απλή, σχεδόν «φτωχή» γλώσσα· πώς να ενωθούν αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία; Γίνεται; Κι όμως! Η συναρμογή των ψυχικών λεπτότατων παρατηρήσεων με την απλή γλώσσα πραγματοποιείται με έναν αλλόκοτα υποχθόνιο, μυστικιστικό τρόπο. Δύσκολα πιστεύεις ότι ο Ίταλο Σβέβο ανήκει στους μοντερνιστές συγγραφείς της εποχής του Τζόυς, κυρίως γιατί όπου ακούς «μοντερνισμός» περιμένεις με μαθηματική ακρίβεια, γλωσσικές καινοτομίες και ακροβασίες, διακριτές και εξαιρετικά ενοχλητικές κατά την ανάγνωση. Εδώ, απουσιάζει η γλωσσική εκζήτηση. 
 
[...] Η πιο χαρούμενη έκφραση της φύσης: στα πουλάκια ακόμα κι ο φόβος δεν είναι πράσινος και αποτροπιαστικός, όπως στον άνθρωπο, και αυτό όχι επειδή κρύβεται κάτω από τα φτερά τους – αφού άλλωστε γίνεται φανερός – αλλά επειδή δεν αλλοιώνει καθόλου την κομψή τους φύση. Αντίθετα, πρέπει να πιστέψουμε ότι το μυαλουδάκι τους δεν γνωρίζει καν το φόβο· το σήμα κινδύνου δίνεται από την όραση και την ακοή, και μέσα στη βιασύνη περνά κατευθείαν στα φτερά. Τι μεγαλείο: ένα άφοβο μυαλουδάκι μέσα σ' έναν οργανισμό σε κατάσταση πανικού!
 
Δεν πρέπει όμως να αφήσετε να σας μπερδέψει η απλότητα της γραφής γιατί τότε το βάθος και το πλέγμα των σκέψεων του συγγραφέα, θα σας αιχμαλωτίσει με ευκολία – και σε έναν μη πεπαιδευμένο αναγνώστη αυτό θα φανεί σαν μαρτύριο ενώ σε έναν πεπαιδευμένο σαν ένα ταξίδι με όλα τα έξοδα πληρωμένα! Τα διηγήματα του Σβέβο είναι γεμάτα λεπτή ειρωνεία, χιούμορ και (κυρίως) αυτοσαρκασμό. Ο συγγραφέας που αγνοήθηκε συγγραφικά σχεδόν εώς το τέλος της ζωής του (αλλά το αντιμετώπισε με μία στάση που εντυπωσιάζει και διδάσκει) αυτοσαρκάζει τα βάσανά του με κάθε ευκαιρία. Επίσης, ένα αγαπημένο θέμα του Σβέβο είναι τα γηρατειά, εννοούμενων όχι από βιολογική άποψη (ηλικία) αλλά ως κατάσταση, ως στάση θεωρητική απέναντι στην ύπαρξη και τα πολλαπλά της προβλήματα, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο Ναυτίλος.
 
Ο Ίταλο Σβέβο είχε εντυπωσιαστεί και από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ (εν αντιθέσει με τον Τζόυς που τις απεχθανόταν, κατά δήλωσή του, και τις απέφευγε για μεγάλο μέρος της ζωής του – παρά την επιμονή κάποιων κριτικών να συνδέουν τον εσωτερικό μονόλογο του Τζόυς με τις θεωρίες του Φρόυντ), κυρίως με εκείνες που είχαν σχέση με τα όνειρα, έτσι, βλέπουμε με κάθε πρόφαση μέσα στα διηγήματά του να περιγράφονται διάφορα όνειρα των ηρώων. Μια συγγραφική πρακτική που πλέον, κάθε σχολή δημιουργικής γραφής που σέβεται τον εαυτό της σου λέει να αποφεύγεις: «ΜΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΕ ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΑΣ». Εντούτοις, όταν είσαι ο Σβέβο και το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να γράφεις... ονειρικά, πού είναι το κακό; 
 

 
[...] Πόσο εκφραστικά είναι τα κτίσματα των ονείρων! Ίσως πουν – και θα έχουν δίκιο – ότι είναι έτσι για να μπορεί εύκολα αυτός που τα σχεδίασε να καταλάβει ότι είναι δικά του. Το εκπληκτικό όμως είναι ότι ο αρχιτέκτονάς τους δεν ξέρει ότι τα έφτιαξε και δεν το θυμάται, ακόμα και ξύπνιος, και στρέφοντας τη σκέψη πίσω, στον κόσμο απ' όπου έρχεται, όπου οι κατασκευές ξεπηδούν με τόσην ευκολία, μπορεί να εκπλαγεί, γιατί εκεί όλα γίνονται κατανοητά χωρίς την ανάγκη ούτε μιας λέξης.
 
Η μετάφραση του Γιάννη Παππά είναι εξαιρετική. Πίσω από την απλότητα της γραφής του Σβέβο αντιλαμβάνομαι όλο το κρυφό δαιδαλώδες νοηματικό πλέγμα και αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητα επιτυχία της μετάφρασης. Ο Ίταλο Σβέβο δεν είναι επ' ουδενί απλός συγγραφέας και η συγκεκριμένη μετάφραση το επιβεβαιώνει με επιτυχία. Καμιά φορά, παρορμήσεις που έχουν αφετηρία τη συγκίνηση, στο άκουσμα μιας καθαρής, ανεπιτήδευτης φωνής, έχουν μια δικαίωση, έστω κι αν το αποτέλεσμα είναι ατελές, σημειώνει ο μεταφραστής στο πρόλογό του. Θα συμφωνήσω πως, όταν πας να μεταφράσεις έναν συγγραφέα κινούμενος από ατόφια αγάπη για το ταλέντο του και την ευαισθησία του, τότε σχεδόν πάντα, το αποτέλεσμα βγαίνει εξαιρετικό. Η επικοινωνία με τον άνθρωπο που γράφει, μέσα από ένα κείμενό του, σε κάνει ενίοτε να ξεχάσεις τον συγγραφέα. Αυτό είναι, όπως νομίζω, η επιτυχία και το χάρισμα του Ίταλο Σβέβο, χάρισμα που για μένα έχουν οι συγγραφείς που με συγκίνησαν και πάντοτε με συντροφεύουν.
 
Η έκδοση από τις εκδόσεις «Πορεία» είναι πολύ όμορφη, τόσο που σκέφτομαι, πόσοι εκδοτικοί οίκοι υπάρχουν γύρω μας που βγάζουν υπέροχες εκδόσεις και σπανίως φτάνουν στα χέρια μας; Η συγκεκριμένη έχει ένα εξώφυλλο με απαλό μωβ χρώμα και μία υφή που θυμίζει βελούδο ή τέλος πάντων, κάτι εξίσου απαλό, δε ξέρω τι ακριβώς είναι! Κάτι τέτοιο θα περίμενες, ας πούμε, από μια συλλεκτική έκδοση, που βεβαίως θα πλήρωνες και αναλόγως. Επίσης, το χαρτί είναι ποιοτικό και βαρύ και ταιριάζει απόλυτα με την γραφή του Σβέβο. Πολύ την χάρηκα αυτή την έκδοση! 
 
«Το ξέρεις ότι είσαι ένας παραγνωρισμένος συγγραφέας;» του είχε πει ο Τζόυς όταν διάβασε τα βιβλία του. Και επειδή στην λογοτεχνία υπάρχει, ενδεχομένως, περισσότερη δικαιοσύνη από οπουδήποτε αλλού... το μέλλον τον αναγνώρισε και τον κατέταξε μεταξύ των πιο γοητευτικών συγγραφέων του 20ου αιώνα. Ψέματα;
 
Υ.Γ. 2666    Η σπουδαία λογοτεχνία είναι – και ταυτόχρονα δεν είναι – μεγάλο ψέμα!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .