Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου



Όσοι έχετε ένα σχετικό πάθος με το σκάκι, σίγουρα θα έχετε συναντήσει το όνομα του Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp), είτε σε φωτογραφίες όπου απεικονίζεται ο ίδιος να παίζει σκάκι είτε σε μερικές δημιουργίες του που έχουν ως θέμα το δημοφιλές αυτό παιχνίδι. Όσοι πάλι, έχετε πάθος με την λογοτεχνία, αν ανατρέξετε στο εξώφυλλο της “Σκακιστικής νουβέλας” από τις εκδόσεις Άγρα, θα ευτυχήσετε να κάνετε μια πρώτη γνωριμία μαζί του!



Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις που έδωσε ο Μαρσέλ Ντυσάν στον Πιερ Καμπάν (Pierre Cabanne) το 1966, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, παρατήρησα μία συχνότατη αναφορά σε φράσεις όπως: “ήταν διασκεδαστικό”, “με διασκέδασε πολύ”, “ήταν κάπως αδιάφορο”, “μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο”. Αυτές οι φράσεις περικλείουν την ηθική στάση του Μαρσέλ Ντυσάν, που κράτησε όλη του την ζωή, ένας από τους πλέον ευφυείς καλλιτέχνες του 20 αιώνα, σύμφωνα με την γνώμη του Αντρέ Μπρετόν. 
 

Jeune homme triste dans un train [Θλιμμένος νεαρός άντρας μέσα σ' ένα τρένο], 1911


Ξεκίνησε ως ζωγράφος την περίοδο του Φωβισμού και του Κυβισμού αλλά αποξενώθηκε γρήγορα από τα παραδοσιακά μέσα όταν κατάλαβε ότι όλη η ζωγραφική τέχνη αποτελούσε μια οπτική γλώσσα – τη γλώσσα του αμφιβληστροειδούς! Συμπορεύτηκε με τους Σουρεαλιστές, σε μια παράλληλη πορεία, οι οποίοι προσπάθησαν κάπως να ξεφύγουν από την αμφιβληστροειδή γλώσσα. 
 

Le Grand Verre [Το μεγάλο γυαλί], 1915-1923


Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ο Ντυσάν επινόησε έναν νέο τρόπο προσέγγισης, χρησιμοποιώντας το γυαλί ως επιφάνεια δημιουργίας αντί του μουσαμά, πάνω στον οποίο τα χρώματα ατονούν και βρομίζουν με το πέρασμα των χρόνων. “Το Μεγάλο Γυαλί ήταν μια άρνηση κάθε αισθητικής, με την συνηθισμένη έννοια της λέξης”.



Air de Paris [Αέρας Παρισιού], 1919
Ο Μαρσέλ Ντυσάν είναι περισσότερο γνωστός για τις δημιουργίες ready-made, βιομηχανικά έτοιμα προϊόντα όπου με κάποιες φράσεις ενσωματωμένες πάνω τους, “επιθυμεί την μεταφορά της σκέψης του θεατή σε άλλες σφαίρες που έχουν περισσότερη σχέση με τον λόγο”. Με εντυπωσίασαν πολύ οι φράσεις-λογοπαίγνια (αποτελέσματα των σουρεαλιστικών παιχνιδιών που πραγματοποιούνταν συχνά στις συναντήσεις των Σουρεαλιστών) που συνοδεύουν τα ready-mades, όπου πράγματι, ταξιδεύουν το θεατή σε άλλες νοητικές σφαίρες. Τα λογοπαίγνια λειτουργούν μόνο στην Γαλλική γλώσσα, αλλά υπάρχουν μέσα στο βιβλίο, πολλές επεξηγήσεις του μεταφραστή, όπου πετυχαίνει μια κάποια συνάφεια με την Ελληνική γλώσσα.



Why not Sneeze Rose Selavy? [Γιατί να μην φτερνιστείς ; η ζωή είναι ρόδινη], 1921
Ο Ντυσάν συνήθιζε να αναφέρεται στις δημιουργίες του με την λέξη “πράγματα”. Όπως ο ίδιος αναφέρει, η λέξη “art” προέρχεται από τα Σανσκριτικά και σημαίνει “κάνω”! Ο Μαρσέλ Ντυσάν έκανε πράγματα που τον διασκέδαζαν (γι' αυτό και οι τόσες αναφορές της λέξης “διασκεδάζω”), αδιαφορώντας (να και η έτερη λέξη!) για το νόημα που κανονικά θα έπρεπε να φωλιάζει στα έργα του. Δεν αποδεχόταν τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη ο οποίος είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι, που θεωρεί ότι οφείλει τον εαυτό του στο κοινό. Υπήρξε ένας αντι-καλλιτέχνης, βαθιά καλλιτεχνικός. “Προτιμώ να ζω, να αναπνέω, παρά να δουλεύω. Δεν θεωρώ ότι η δουλειά που έκανα θα έχει μια οποιαδήποτε σημασία από κοινωνική άποψη στο μέλλον. Επομένως, αν θέλετε, η τέχνη μου είναι να ζω˙ κάθε δευτερόλεπτο, κάθε ανάσα είναι έργο που δεν γράφεται πουθενά, που δεν είναι ούτε ορατό ούτε εγκεφαλικό. Είναι ένα είδος μόνιμης ευφορίας”. 
 



Η έκδοση της Άγρας είναι πολυτελής, με δεκάδες ιλουστρασιόν φωτογραφίες των “πραγμάτων” του Ντυσάν για τα οποία γίνεται λόγος στο κείμενο της συνέντευξης καθώς και επίμετρο, με επιλεγμένα κείμενα καλλιτεχνών από το κύκλο των Σουρεαλιστών. Μετά την ανάγνωση, αρκεί να πείτε, “Με διασκέδασε πολύ!” ή “Μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο!” Είναι σίγουρο ότι, ο Μαρσέλ Ντυσάν, θα συμφωνούσε με οποιαδήποτε από τις δύο γνώμες!

Υ.Γ. 2666 Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις Βολτίτσες. Το ready-made που παρουσιάζεται εκεί είναι δικής μου εμπνεύσεως και σκουριάζει με βραδύτητα στην αυλή μου. Έχω κάνει αμέτρητες κινήσεις με τα φλυτζανάκια του καφέ και τα ποτήρια του νερού. Ο Βασιλιάς έκαψε την γλώσσα του από τον ζεστό καφέ, η Βασίλισσα λέρωσε το θεσπέσιο φόρεμά της, οι Πύργοι στάθηκαν έκθαμβοι μπροστά στην επιβλητικότητα ενός μπουκαλιού με κρασί και τα άλογα ξεδίψασαν πάνω από το χείλος των ποτηριών. Η αναγνωστική παρτίδα χάνεται ή κερδίζεται με κάθε νέα αυγή. 

Σχόλια

  1. Το πιόνι, Κ. Καβάφης (1863- 1933)

    Πολλάκις βλέποντας να παίζουν σκάκι
    ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
    οπού σιγά, σιγά τον δρόμο βρίσκει
    και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
    Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
    οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ’ αρχίσουν
    η απολαύσεις του κ’ η αμοιβές του.
    Πολλαίς στον δρόμο κακουχίαις βρίσκει.
    Λόγχαις λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι·
    τα κάστρα το χτυπούν με ταις πλατειαίς των
    γραμμαίς· μέσα στα δυο τετράγωνά των
    γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
    με δόλο να το κάμουν να σκαλώση·
    κ’ εδώ κ’ εκεί με γωνιακή φοβέρα
    μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
    απ’ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.
    Αλλά γλυτώνει απ’ τους κινδύνους όλους
    και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
    Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
    στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
    τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!
    Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνη
    κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
    Για την βασίλισσα, που θα μας σώση,
    για να την αναστήση από τον τάφο
    ήλθε να πέση στου σκακιού τον άδη.

    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)





    Το Σκάκι, Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986)

    Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός, φρενιασμένη
    βασίλισσα, πύργος ευθύς, πολυμήχανος στρατιώτης
    απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
    ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.

    Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
    του παίχτη τους ρυθμίζει τη μοίρα,
    δεν ξέρουν πως μια τρομαχτική νομοτέλεια
    ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.

    Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
    (η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
    με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες.

    Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
    Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
    της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;

    (μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)





    Τ᾿ ἄλογο τοῦ σκακιοῦ

    «Προσεκτικὸ κι ἀσάλευτο, βουβὸ κι ἀφαιρεμένο,
    στὸ μαῦρο ἢ τ᾿ ἄσπρο, ὑπάκουο, πηδάει καὶ περιμένει.
    Στὸ μαῦρο ἢ τ᾿ ἄσπρο, ἀσάλευτο, βαθειὰ συλλογισμένο,
    τὸ σκυθρωπὸ κι ἀμίλητο παιχνίδι λογαριάζει.

    Μιὰ κίνηση, ἄλλη κίνηση, μιὰ σκέψη, κι ἄλλη σκέψη.
    Τριγύρω οἱ ξύλινοί του ἐχθροὶ κι οἱ ἐπίβουλοι σκοποί τους.
    Τὶ νὰ σκεφτεῖ, νὰ σοφιστεῖ καὶ τί νὰ λογαριάσει;
    Μὲς τὰ στενὰ τετράγωνα ἐσώθηκεν ἡ σκέψη
    κι ἔγινε πιὰ μονότονη καὶ γνώριμη ἡ ζωή του.

    Μιὰ κίνηση, ἄλλη κίνηση, μιὰ σκέψη, ἡ ἴδια σκέψη!
    Τὸ σιωπηλὸ παιχνίδι του μετρᾶ καὶ λογαριάζει,
    μὰ ὅμως τὸ ξέρει πὼς γραφτὸ σ᾿ ὅλη εἶναι τὴ ζωή του,
    νὰ ὁρμᾶ μέσα στοὺς ξύλινους ἐχθρούς του καὶ νὰ πέφτει,
    στὸ μαῦρο ἢ στ᾿ ἄσπρο, ἡρωικά, κοντὰ στὸ βασιλιά του».

    Μιχαήλ Στασινόπουλος



    ΥΓ. Ωραία η Σκακιστική νουβέλα.
    Νουβέλα για Scrabble έχει γραφτεί;

    ΥΓ451. Μην έχοντας άλλον τρόπο, διάλεξα την ποιητική οδό, για να σχολιάσω.
    https://www.youtube.com/watch?v=KUm9cWB5m1k

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα είπατε όλα! Δώσατε ματ με έναν υπέροχο συνδιασμό ποιημάτων!!

      Εγώ το μόνο που θα προσθέσω είναι το εξής: χρησιμοποιώντας ως όχημα το σκάκι, ένα σύμβολο με παγκόσμια γλώσσα, όλοι οι ποιητές φανέρωσαν με σαφή τρόπο την ποιητική τους δυναμική αλλά και την προσωπική τους κοσμοθεωρία -- ο Αναγνωστάκης με την αγωνιστικότητά του αλλά και την πικρία για τους χαμένους αγώνες, ο Μπόρχες με την εμμονή του με τον χρόνο και το όνειρο και ο Καβάφης με την λεπτότατη ειρωνεία του που συμπνυκώνει στο ταπεινό πιόνι μια ολάκερη ανθρώπινη ζωή (για τον Στασινόπουλο δεν έχω άποψη). Ειδικά το ποίημα του Καβάφη το λατρεύω... πόσο Καβαφικό!! :)

      Νουβέλα για το σκραμπλ δεν έχω κατά νου, νουβέλα με τίτλο Σκράμπλ όμως, έχω. Την συναντώ συνεχώς στο βιβλιοπωλείο (http://www.protoporia.gr/skrampl-p-261823.html) και τώρα που ξανακοιτάω το οπισθόφυλλο, γιατί να μην την αγοράσω για την πάρτη μου;; Πάντως, λατρεύω και το σκραμπλ -- αρκύ να πέζο με άτομα που ξαίρουν σοστά ελοινυκά!!

      Υ.Γ. 451 (αλήθεια πόσοι βαθμοί Κελσίου είναι;) Φυσικά, διαθέτετε και έναν άλλο τρόπο. Να μην σχολιάσετε καθόλου! Δε σας το προτείνω όμως, απλώς σας το υπενθυμίζω.

      Διαγραφή
  2. Και απορίες λύνουμε. Και μπρίκια κολλάμε, άμα λάχει.

    232,7 βαθμούς Κελσίου – τόσο είναι στα καθ’ ημάς τα 451 Φάρεναϊτ.
    Τουτέστιν, 451 βαθμοί Φαρενάιτ – περίπου 233 βαθμοί Κελσίου. (Λένε οι επαΐοντες των μετατροπών).

    [Ήγουν, τουτέστι, δηλαδή, με άλλα λόγια, ήτοι
    η Αφροδίτη είσαι συ, εσ’ είσ’ η Αφροδίτη.
    ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ]

    ΥΓ.1934 (Αλμπέρτο Μοράβια)
    Είστε για μια παρτίδα σκραμπλ με άρηστα αιλινηκά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν γνώριζα το βιβλίο του Μοράβια, ευχαριστώ για την πληροφορία. Έχω διαβάσει μόνο "Τα διηγήματα που σκόρπισαν στον δρόμο" τα οποία βρήκα θαυμάσια. Κάτι στον Μοράβια μού αρέσει πολύ. Και κυρίως το όνομά του, δεν ξέρω πόσο συνηθισμένο είναι το όνομα ''Αλμπέρτο Μοράβια" στην χώρα του, όμως μοιάζει ιδιαζόντως λογοτεχνικό, σχεδόν ψευδώνυμο (μωρέ λες;).

      Πώς θα παίξουμε σκραμπλ; Για πείτε. Όσο να πεις, δεν μπορείς να παίξεις δια αλληλογραφίας, όπως θα συνέβαινε αν επιλέγατε το σκάκι (πέρα και πίσω από την πλάκα, αυτό το σκάκι δια αλληλογραφίας μού φάνταζε πάντα πολύ χρονοβόρο αλλά και ιδιαίτερα ελκυστικό σαν ιδέα -- τώρα με το διαδίκτυο, καταποντίστηκε).

      Διαγραφή
    2. Σωστά μαντέψατε. Alberto Moravia, ψευδώνυμο του Alberto Pincherle.
      Έχω διαβάσει από παλιά το "Εγώ κι αυτός", που το είχα βρει ευρηματικό και έξυπνο και μετά ακολούθησε το πολύ ενδιαφέρον "1934", έτος γέννησης αγαπημένου μου προσώπου, και τέλος "Ο άνθρωπος που κοιτάζει". Στον κινηματογράφο έχω δει την "Περιφρόνηση" (Γκοντάρ) και τον "Κομφορμιστή" (Μπερτολούτσι) βασισμένα στα ομώνυμα βιβλία του.

      Η ερώτηση για το σκραμπλ ήταν ρητορική. Δεν έχω να προτείνω κάτι. Η αδερφή μου παίζει διαδικτυακό σκραμπλ παθιασμένα, αλλά υποθέτω ότι κάθε φορά έχει τυχαίους και όχι συγκεκριμένους αντιπάλους.

      Διαγραφή
    3. Τώρα που το λέτε, το επιβεβαίωσα και εγώ. Είναι ψευδώνυμο. Ίσως να το είχα διαβάσει και να μην το θυμόμουν. Όμως, κάθε φορά που βλέπω το όνομα "Αλμπέρτο Μοράβια" σκέφτομαι, τι ωραίο λογοτεχνικό ψευδώνυμο! Θέλω να διαβάσω τον Κομφορμιστή αλλά δεν με εμπνέουν πολύ οι εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Πάντως, χάρη σε σας, θα στρέψω ξανά το ενδιαφέρον μου προς αυτόν.

      Αν είναι κάποιος καλαίσθητος ιστότοπος και όχι μια πλατφόρμα τύπου zoo.gr, τότε θα έχει ενδιαφέρον. Όπως συμβαίνει και με το σκάκι, μπορείς να παίξεις και με συγκεκριμένους παίκτες, αρκεί να έχουν φτιάξει ηλεκτρονικό λογαριασμό. Αν δεν σας κάνει κόπο, ρωτήστε την αδερφή σας να μάθουμε λεπτομέρειες.

      Διαγραφή
  3. Σας αγαπάω και τους δυο!Ναι,για παίξτε ένα σκραμπλάκι,θα είστε φοβεροί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να παίξουμε όλοι μαζί! Άραγε Βιβή θα σου φτάνουν μόνο 7 γράμματα για να συνθέσεις λέξη; :-p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.