Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

DIE (BERN)HARD


Θα ξεκινήσω από το συμπέρασμα: αυτός ο συγγραφέας είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει! Υπάρχουν συγγραφείς που μας είναι αγαπητοί για διάφορους λόγους, που κατά περιόδους τους αποκαλούμε αγαπημένους χωρίς να θέλουμε να εξηγήσουμε περισσότερα. Οι “αγαπημένοι” ενέχουν και μια υποψία τρυφερότητας, όμως εκείνοι που πραγματικά συνταράσσουν τον κόσμο μας πρέπει να είναι ολίγον οχληροί, μισητοί και προσβλητικοί. Πάντοτε, μου προκαλούσε θυμηδία η φράση “Αυτός ο συγγραφέας άλλαξε την ζωή μου!”, ίσως γιατί άκουγα τα ονόματα των συγγραφέων και κατ' επέκταση σχημάτιζα εντελώς προκατειλημμένος, μια εντύπωση για την ζωή (που μόλις είχε αλλάξει!) του αναγνώστη. Γενικά, θεωρούσα την φράση κάπως υπερβολική, να συμβάλει στην αλλαγή της ζωής μου, ναι, αλλά να αποτελέσει το σημείο καμπής, το μέγα γεγονός, αυτό με ενοχλούσε, ένιωθα κάπως χειραγωγημένος, θλιβερή μαριονέτα, καταλαβαίνετε!


Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αν και συνέβαλε πιο δραστικά στην “αλλαγή”, γιατί όπως συνήθως λέγεται για τα εξελιγμένα αναλγητικά, ήταν διπλής δράσεως! Η περίπτωση Μπέρνχαρντ είναι ιδιάζουσα γιατί καταφέρνει να γίνει ενοχλητικός και με τον τρόπο γραφής του αλλά και με τα γραφόμενά του. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα εξωτερικά στοιχεία της γραφής του: ο λόγος του είναι τόσο χειμαρρώδης που θα σταματήσει μόνο στην τελευταία τελεία! Μην αυταπατάσαι, δεν ελέγχεις εσύ την ροή του λόγου, εκείνη σε ελέγχει, και αν νομίζεις ότι βγήκαμε για βαρκάδα, καλύτερα κατέβα πριν αρχίσει η ταραχή! Γι' αυτό εξάλλου και δεν χρειάζονται οι παράγραφοι! Η απουσία τους γίνεται οδυνηρά ενοχλητική όταν έρθει η ώρα να σταματήσεις την ανάγνωση για λόγους φυσικής αναγκαιότητας, θες να κοιμηθείς και το κείμενο σε περιπαίζει, γελάει μαζί σου, με την ανημπόρια σου, άντε στο διάολο, κρεμόμουν εξαντλημένος στην πρώτη τελεία της αριστερής σελίδας και έκλεινα το βιβλίο με θυμό. Τα βιβλία του έχουν εκατοντάδες επαναλήψεις λέξεων και ολόκληρων φράσεων, που προσδίδουν μια απίστευτη μουσικότητα και ρυθμό στο κείμενο, σχεδόν ακούς μουσική.

Σχεδόν όλα τα βιβλία είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έτσι ώστε έχεις την εντύπωση πως ό,τι λέγεται απηχεί τις απόψεις του ίδιου του συγγραφέα. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Μπέρνχαρντ σπάνια αναφέρει (μπορεί και καθόλου) το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα, νομίζοντας ότι δεν δανείζει φωνή σε κανέναν, απλώς κάθεται και μας αραδιάζει τα πιστεύω του! Αυτό μπορεί να είναι θανάσιμη παγίδα για άλλους συγγραφείς, στον Μπέρνχαρντ όμως είναι απαράμιλλα γοητευτικό. Τα αποσπάσματα που μπορείς να επιλέξεις είναι πάμπολλα, αν και καταλαβαίνεις αμέσως ότι, έτσι κολοβό καθώς είναι, χάνει μεγάλο μέρος της γοητείας που του πρόσφερε η συνεκτικότητα που είχε με το προηγούμενο κείμενο καθώς και εκείνη που θα έχει με το επόμενο. Επέλεξα ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου (μιλάω για τον "Αφανισμό", που διάβασα τελευταίο) γιατί το βρήκα επίκαιρο με την ηλίθια μόδα των selfie που επικρατεί τελευταία.



...περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούν. Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ' αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι. Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο. Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα. Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά. Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί. 

Η πλοκή των βιβλίων του είναι μηδαμινή, η γραφή και η ανάγνωσή τους είναι μόνο εγκεφαλική, οι εικόνες που δημιουργούνται είναι ελάχιστες. Ο Μπέρνχαρντ ασκεί μια έντονη κριτική προς πάσα κατεύθυνση, καθιερώνει μια πολεμική, συντάσσει ένα πολιτικοκοινωνικό μανιφέστο. Όπως ο Τζόυς τα έβαλε με την μισητή του Ιρλανδία, έτσι και ο Μπέρνχαρντ τα βάζει πρώτα με τα του (κάποτε αυτοκρατορικού) οίκου του για να μπορεί στην συνέχεια ανενόχλητος να τα βάλει με όλον τον κόσμο! Η Αυστρία και η μόνιμη κατάπτωσή της αποτελεί το μόνιμο θέμα του. Η οικουμενικότητα όμως των σκέψεών του θα αγγίξει πολλούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, και όχι μόνο τους Αυστριακούς, για τους οποίους εξάλλου, αμφιβάλλει αν μέσα στην αμβλύνοιά τους μπορούν να καταλάβουν το οτιδήποτε!

...ζούμε πάντοτε με την πλάνη ότι, όπως έχουμε εξελιχθεί εμείς, άσχετα προς τα πού, έχουν εξελιχθεί και οι άλλοι, μα αυτό είναι πλάνη, οι περισσότεροι έχουν μείνει στάσιμοι και δεν έχουν καθόλου εξελιχθεί, ούτε προς την μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι, έχουν μόνο γίνει γέροι και, με τούτο, στον ύψιστο βαθμό αδιάφοροι. Πιστεύουμε ότι θα αιφνιδιαστούμε από την εξέλιξη ενός ανθρώπου που έχουμε πολύ καιρό να τον δούμε, μα, όταν τον ξαναβλέπουμε, αιφνιδιαζόμαστε μόνο από το ότι δεν έχει εξελιχθεί καθόλου, από το ότι είναι μόνο κατά είκοσι χρόνια πιο γέρος και αντί να έχει καλή μορφή, έχει τώρα χοντρή κοιλιά και μεγάλα κακόγουστα δαχτυλίδια στα χοντρά δάχτυλα, που μας φαίνονταν κάποτε πολύ όμορφα.

Οι λέξεις που επαναλαμβάνονται με την μεγαλύτερη συχνότητα στα βιβλία του είναι η “ποταπότητα” και η “αμβλύνοια”, αμφότερες ενδεικτικές της κοσμοθεώρησής του. Ειδικά, η λέξη “αμβλύνοια” με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, είναι πιο δυνατή από τις συνώνυμες “ηλιθιότητα” και “βλακεία”, ίσως γιατί πια απαντάται ελάχιστα, και αποτελεί έξυπνη επιλογή του μεταφραστή, που λειτουργεί εξόχως ιδανικά μέσα στον λόγο του Μπέρνχαρντ. Πολλοί μεταφραστές έχουν συνδυαστεί στο μυαλό μας με τα κείμενα που έχουν μεταφράσει, ως οι μόνοι ικανοί και αρμόδιοι για μια τέτοια απαιτητική δουλειά. Ο Βασίλης Τομανάς είναι ένας τέτοιος μεταφραστής, διαβάζεις και αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι πέρα όλων των άλλων, αν μη τι άλλο και πάνω από όλα, απολαμβάνει πρώτος αυτός το κείμενο που μεταφράζει! 
 

Υπάρχει μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Τόμας Μπερνχαρντ να γλείφει ένα μικρό χωνάκι παγωτό. Αυτή η εικόνα είναι πολύ συνδηλωτική των γραπτών που έγραψε αυτός ο συγγραφέας. Το παγωτό, σύμβολο παιδικότητας, φανερώνει μια διάθεση να πει αλήθειες με την αφέλεια και την άγνοια που κουβαλά ένα μικρό παιδί, διατηρώντας όμως την πονηριά και την ειρωνεία ενός ενήλικα, που μας τις πετάει κατάμουτρα, ανενδοίαστα και ασταμάτητα, χωρίς να μπορούμε να του προσάψουμε τίποτε, όπως θα κάναμε απέναντι και σ' ένα παιδί.

Η ανάγνωση του Μπέρνχανρτ είναι δύσκολη, απαιτεί υπομονή και έντονη και συνεχή συνειδητότητα. Η γραφή του από την άλλη, είναι πυρωμένη, καίει συνειδήσεις, συναισθήματα και εν τέλει πυρπολεί τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το λέει και ο Μίλτος Πασχαλίδης σε κάποιο από τα τραγούδια του, αν δεν φαντάζεσαι φωτιές με κάρβουνα μην παίζεις.

Υ.Γ. 2666 Το κείμενο φιλοξενείται στο μπλογκ Διαβάζοντας, του οποίου η διαχειρίστρια παραμένει στον ύψιστο βαθμό και με την μεγαλύτερη συγκέντρωση, του προσβλητικού και αδυσώπητου και καινοτόμου, ναι, καινοτόμου συγγραφέα, Τόμας Μπέρνχαρντ, παραμένει στον ύψιστο βαθμό και με την μεγαλύτερη συγκέντρωση, θαυμάστριά του, έφη Μαραμπού! Στην "Διόρθωση" υπάρχει η εξής (σπουδαία) φράση: "Κάθε ιδέα και κάθε επιδίωξη μιας ιδέας μέσα μας είναι η ζωή, έφη Ρόιτχαμερ, η απουσία ιδεών είναι ο θάνατος".  Μπορεί οι σπειροειδείς ιδέες του Μπέρνχαρντ να σε πεθαίνουν μέχρι να τις διαβάσεις όμως στο τέλος νιώθεις πιο ζωντανός απ' ό,τι όταν ξεκίνησες, εκτός και αν στα μισά, αποφασίσεις να αυτοκτονήσεις, κάτι για το οποίο ο Τόμας Μπέρνχανρτ δε θα είχε καμιά αντίρρηση!!

Σχόλια

  1. Έχετε κάψει εγκέφαλο;
    Κόβετε φλέβες για δαύτον;
    Πίνετε νερό, (μπίρες, κρασί, ουίσκι) στ' όνομά του;
    Αρχίσατε να βλέπετε τον κόσμο με άλλα μάτια;

    Σας καταλαβαίνω, καθότι μπερνχαρντ-όπληκτη κι εγώ.
    (Σήμερα παράγγειλα έναν ακόμη Μπέρνχαρντ -τη δόση μου- μαζί με άλλα στην Πολιτεία.)
    Κάνουμε ένα κλαμπ αυστηρά για μπερνχαρντικούς τύπους;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μόλις ξέμεινα από τη δόση μου και φοβάμαι το επακόλουθο σύνδρομο στέρησης! Θα ανεφοδιάσω σύντομα όμως. Τι Μπέρνχαρντ πήρατε; Και ποια είναι και τα υπόλοιπα από Πολιτεία; Πείτε, να πάρουμε ιδέες (στη Διόρθωση υπάρχει ένα θαυμάσιο απόσπασμα του Τόμας που μιλάει, καλή ώρα, για τους εκμεταλλευτές ιδεών!), εκτός και αν είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδόμένα.

      Διαγραφή

  2. Αυτή ήταν η παραγγελία μου με κριτήριο (πάντα τις πολύ καλές) προσφορές:

    ΒΙΡΓΙΛΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ-Μπροχ
    ΠΑΛΙΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ // ΚΩΜΩΔΙΑ-Μπέρνχαρντ
    ΦΙΛΙΚΑ ΠΥΡΑ-Γεοσούα
    ΜΑΚΡΙΝΗ ΑΚΤΗ-Κάριλ
    Ο ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΟΥ-Κάθερ

    Η λίστα επιθυμιών περιέχει άλλα 143 βιβλία, μεταξύ των οποίων επιθυμώ διακαώς και αρκετή ποίηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κατ' αρχήν, για να μείνουμε στο θέμα μας, οι Παλιοί δάσκαλοι του Μπέρνχαρντ είναι όντως κωμωδία, διασκεδαστικότατο και σκαμπρόζικο! Το πρώτο που διάβασα και το λάτρεψα. Έχετε κατά νου, ότι αυτό το βιβλίο γράφτηκε μετά την Ξύλευση, η οποία είχε προκαλέσει τις διαμαρτυρίες ενός διάσημου μουσικού που αναγνώρισε τον εαυτό του στο βιβλίο. Έτσι, οι Παλιοί δάσκαλοι μοιάζουν σαν απάντηση του Μπέρνχαρντ προς όλους εκείνους που κρατούν την τέχνη πίσω και δεν την αφήνουν ελεύθερη να φέρει το νέο. Αυτές είναι δικές μου σκέψεις βλέποντας την εργογραφία και τη σειρά των βιβλίων, στο βιβλίο "Ο άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ". Για επαλήθευση, αναζητείστε κανένα έγκυρο άρθρο.

      Σχετικά με την παραγγελία σας, έχω να πω ότι το Βιργιλίου θάνατος είναι πολύ καλή κίνηση, καλώς το τσιμπήσατε εγκαίρως. Δύσκολο κείμενο, προσπάθησα ανεπιτυχώς να το διαβάσω, αλλά μέχρι το σημείο που είχα φτάσει το είχα λατρέψει. Η μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή είναι ιδιάζουσα και απ' ό,τι διάβασα έχει κατηγορηθεί ως ακατάλληλη ή ακατανόητη, όμως εγώ προσωπικά την βρήκα ιδιοφυέστατη και όταν διαβάσετε το βιβλίο θα καταλάβετε. Βέβαια, πρέπει να ξέρουμε και πώς ήταν γραμμένο το πρωτότυπο κείμενο.

      Για τα υπόλοιπα βιβλία δεν έχω γνώμη, αξιανάγνωστα να σας βγουν. Ποτέ δεν κατάλαβα τις λίστες! Εξάλλου, ένας καλός αναγνώστης θέλει να τα διαβάσει όλα!! Προς τι λοιπόν οι σημειώσεις; Το δικό μου καλάθι έχει μόλις 5 βιβλία από τα οποία, σκέφτομαι να διαγράψω ένα-δυο! Χαρά στο κουράγιο σας με 143 βιβλία!

      Διαγραφή
  3. Η "Ξύλευση" ήταν το πρώτο βιβλίο του Μπέρνχαρντ που διάβασα (και ερωτεύτηκα γραφή και γραφόμενα). Άρα, θέλω να δω την απάντησή του στο μουσικό.

    Χρόνια περίμενα την καλύτερη τιμή στο "Βιργιλίου θάνατος". Μιας και το χειμώνα διάβασα την τριλογία "Υπνοβάτες" του Μπροχ και καπάκι είδα και μια ενδιαφέρουσα θεατρική παράσταση πάνω στο πρώτο μέρος, είχε ήδη γίνει επιτακτική η ανάγκη για την ανάγνωσή του. Έχω διαβάσει τα σχετικά με την ιδιάζουσα μετάφραση του Κεντρωτή και με ιντριγκάρει το βιβλίο, όσο ιντριγκάρουν εσάς οι "Αόρατες πόλεις".
    Θα θέλατε να μου πείτε γιατί δεν ολοκληρώσατε την ανάγνωσή του;

    Ναι, είναι πολύ άρρωστη η λίστα (μου). Δείχνει μεγάλη (αναγνωστική) απληστία στην περίπτωσή μου. Και δεν κατεβαίνει ποτέ. Πάντα γύρω στα 140-150 κυμαίνεται. Ονειρεύομαι το πλήρωμα του χρόνου, όπου αφαιρώντας διαρκώς, θα φτάσω να επιθυμώ μ ό ν ο μια δεκάδα, άσχετα αν θέλω να διαβάσω όλα τα καλά βιβλία του κόσμου (ΟΛΑ, θέλω να τα ξέρω ό λ α / όχι γιατί είμαι κουτσομπόλα...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δοκίμασα την ανάγνωσή του δύο συνεχόμενους Ιούλιους(!), δεν ξέρω πώς έτυχε έτσι! Στην αρχή, το ξεκίνησα με χαρά, αλλά όταν άρχισαν να σφίγγουν οι ζέστες, η ανάγνωση έγινε δύσκολη. Είτε καλοκαίρι είτε όχι, η ανάγνωση έτσι και αλλιώς είναι δύσκολη, εφάμιλλη του δυσκολότερου Τζόυς, είναι εξάλλου εμφανείς οι ομοιότητες μεταξύ των. Η γλώσσα είναι εξαιρετικά μακροπερίοδη, η σκέψη του ήρωα (του Βιργίλιου) είναι και αυτή εξαντλητικά σπειροειδής και ο αναγνώστης πρέπει να διαθέσει μεγάλη υπομονή για να τα βγάλει πέρα. Πρόκειται όμως για σημαντικότατο κείμενο και η ελάχιστη ανάγνωση αποσπασμάτων αποπνέει μεγάλη γοητεία! Την τρίτη και φαρμακερή, πρέπει να το διαβάσω με σύνεση και επιμονή. Σίγουρα, θα φροντίσω να μην είναι καλοκαίρι :-)

      Διαγραφή
  4. Χθες βράδυ τελείωσα την ανάγνωση του πρώτου βιβλίου του Μπέρνχαρντ που έπιασα στα χέρια μου ("Πρόζα") και, ευτυχώς, στο τέλος διέκρινα το στοιχείο που με έκανε να θέλω να του δώσω και μια δεύτερη ευκαιρία - γιατί, δύο διηγήματα πριν το τέλος, είχα απογοητευτεί πολύ και ανυπομονούσα να τελειώσω το βιβλίο, να το βάλω στη βιβλιοθήκη και να ξεχάσω δια παντός τον συγγραφέα του. Και μετά άρχισε να περιγράφει ένα καταθλιπτικό-υπαρξιακό μούδιασμα τόσο ωραία, που, μολονότι διάβασα προσεκτικά την περιγραφή του, μετά από αρκετές σελίδες δε θυμόμουν τίποτα απολύτως : ένιωσα κάπως σαν να πήγα βόλτα σε ένα σκοτεινό δάσος και να χάθηκα. Κι άρχισα να τον εκτιμώ γι' αυτό. Τελείωσα, δε, με τον "μαραγκό" που με συγκίνησε ιδιαίτερα. Σκέφτομαι, το δεύτερο βιβλίο του που θα διαβάσω, μετά τα παραπάνω σχόλια, να είναι η "Ξύλευση". Ελπίζω να δω τότε τι είναι εκείνο που κάνει ορισμένους να τον έχουν σε τόση εκτίμηση. Χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα To love life for what it is (αναρωτιέμαι τι σκέψεις θα έκανε ο Μπέρνχαρντ για το ψευδώνυμό σου!)

      Η Πρόζα είναι μια καλή αρχή αλλά είναι η λάιτ εκδοχή του Μπέρνχαρντ. Λείπουν από κει μέσα οι συντακτικές ακροβασίες και η εξαντλητικότητα των σκέψεων. Αυτό το καταθλιπτικό-υπαρξιακό μούδιασμα που περιγράφεις, εντείνεται στα άλλα βιβλία του. Οι ήρωές του κινούνται στα όρια της τρέλας αλλά δεν τα ξεπερνούν ποτέ (ακόμα και αν πιστεύεις ότι θα έπρεπε να τα είχαν ξεπεράσει ήδη από τις πρώτες σελίδες). Ταυτίζεσαι σε πολλά σημεία με τις σκέψεις τους που εν τέλει δεν σου είναι τόσο ανοίκειες παρα το πεισιθάνατο περίβλημά τους. Η καταθλιπτική θεματολογία, παραδόξως, δεν σου γίνεται φορτική, αλλά στο τέλος καταφέρνει να σε ανακουφίσει με έναν ολότελα απροσδόκητο τρόπο.

      Στον αντίποδα, έχεις μια γραφή που δεν είναι διόλου υποτονική αλλά φτάνει στα όρια των αντοχών της. Με μια έξοχη μουσικότητα που μερικές στιγμές σε παρασύρει άθελά σου έξω από τις βαθυστόχαστες σκέψεις που αναλύονται σε όλη την έκταση των βιβλίων του. Τα βιβλία του είναι περισσότερο φιλοσοφικά δοκίμια, έχουν ελάχιστη πλοκή αλλά αυξημένη ουσία. Σε ένα επίπεδο λίγο πιο κάτω από το υψηλά φιλοσοφικό, οι σκέψεις του για την πολιτικοκοινωνική κατάσταση της χώρας του, θα σε κάνουν να γουρλώνεις τα μάτια σου με την απίστευτη ταύτιση που έχουν με την δικιά μας χώρα.

      Την Ξύλευση δεν την έχω διαβάσει, όμως αν συγγενεύει όπως υποθέτω με τους Παλιούς δασκάλους, θα βρεις εκεί μέσα μεταξύ άλλων και εύστοχη σάτιρα για τα καλλιτεχνικά τεκταινόμενα της Αυστρίας και θα διασκεδάσεις με τις ακρότητες των καλλιτεχνών! Ως φθηνότερη λύση σου προτείνω τους Φτηνοφαγάδες αν και θεωρώ ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να το άφηνες για λίγο αργότερα. Η Ξύλευση νομίζω, είναι η κατάλληλη συνέχεια. Δείξε ανοχή στις 40-50 πρώτες σελίδες με τις ατελείωτες επαναλήψεις και αγκυλώσεις του λόγου, είναι η φάρσα που πάντα επιφυλάσσει ο Μπέρνχαρντ για να αποτρέψει τους αδύναμους αναγνώστες, μετά το ύφος του αμβλύνεται και γίνεται ακαταμάχητο! Καλή δύναμη, σου εύχομαι!

      Ευχαριστώ για το σχόλιο.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.