Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

A portrait of the dancer as a young lady



Το περιτύλιγμα αρλεκινεύει ελαφρώς, δεν διαφωνώ. Η φωτογραφία εξωφύλλου φέρνει στο μυαλό περισσότερο τη Ζέλντα Φιτζέραλντ – που κάνει και μικρό πέρασμα από το βιβλίο – ή μοιάζει με αφίσα από το «Πρόγευμα στο Τίφαννυς». Ο δε υπότιτλος κινείται πολύ στα ρηχά λες προέρχεται από τις «Οικογενειακές ιστορίες» με αποτέλεσμα να προσπαθείς να φανταστείς ποιοι δευτεροκλασάτοι Έλληνες ηθοποιοί θα έπαιζαν τον Τζόυς και τον Μπέκετ. Ο τίτλος το ίδιο – αν και το περιεχόμενο τον δικαιώνει απόλυτα, σε σημείο να τον θεωρώ μέχρι και ευφυή. «“Πώς ξεκινάει η τρέλα, Σάντι;” Έπιασα πάλι τον μικρό κλόουν, έτριψα τον αντίχειρά μου στη ριγέ του φόρμα, τον κράτησα μέσα στη χούφτα μου». Η ζωή είναι ένα μεγάλο τσίρκο και δυστυχώς για πολύ καιρό δεν ξέρεις ποιον ρόλο σου επιφυλάσσει. Όταν όμως μπαίνεις στον χορό πρέπει να χορέψεις, και ενίοτε αποδεικνύεται οδυνηρά ακατόρθωτο ακόμα και για τις ιδιοφυΐες του είδους.  
 
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο ελάττωμά του∙ οι χαρακτήρες του βιβλίου, κυρίως ο Τζέημς Τζόυς και ο Σάμιουελ Μπέκετ, είναι τόσο σπουδαίοι και τόσο αυτομυθοποιημένοι μέσα από την πορεία της ζωής και του έργου τους, που φαντάζομαι ότι η συγγραφέας δυσκολεύεται να τους μυθοποιήσει περαιτέρω και οι αναγνώστες από την άλλη, ίσως αρνούνται να τους απομυθοποιήσουν ελαφρά τη καρδία. Ωστόσο, η ιστορία ανήκει ολοκληρωτικά στη Λουτσία Τζόυς και η συγγραφέας έχει το δύσκολο έργο να καταφέρει τις λέξεις να μην προδώσουν την βασανισμένη της ύπαρξη. «Η γλώσσα μάς έχει προδώσει», είπε ξαφνικά ο Μπέκετ, σαν να ήξερε ακριβώς τι περνούσα. «Ένα μουσικό κομμάτι μπορεί να σε συγκινήσει στη στιγμή. Ακόμη και μέχρι δακρύων. Το ίδιο και ένας πίνακας. Κοίτα τι μπορεί να εκφραστεί με μια μόνο πινελιά. Όχι όμως με λέξεις. Οι λέξεις μάς έχουν προδώσει». Στο ιστορικό σημείωμα του τέλους η συγγραφέας δηλώνει ότι σχεδόν όλο το υλικό που αφορά την Λουτσία έχει καταστραφεί (επιστολές από και προς τον Μπέκετ, τα αρχεία του Γιουνγκ, κλπ) και έτσι πρέπει να φανταστεί εκείνη όλους τους διαλόγους και τις σκέψεις της Λουτσία. Αυτό όμως μπορεί να μην είναι και τόσο δύσκολο, γιατί η Λουτσία ίσως τελικά να είναι κόρη του πατέρα της, περισσότερο από όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, και η ιστορία της να είναι τόσο γνώριμη αλλά και τόσο ξεχωριστή συνάμα που αξίζει να εξιστορηθεί ξανά. Και ξανά. 
 
«“Πρέπει οπωσδήποτε να χορεύω κάθε μέρα, Μπάμπο. Κανείς δεν το καταλαβαίνει – πρέπει να χορεύω!” Ένιωσα ακόμα ένα κύμα θυμού. Γιατί αυτός, που πρέπει να γράφει κάθε μέρα, δεν καταλαβαίνει ότι εγώ πρέπει να χορεύω κάθε μέρα;». Αν θεωρήσουμε ότι η Λουτσία έχει να ξεφύγει μόνο από ένα δίχτυ (γιατί η θρησκεία δεν φαίνεται να επηρεάζει το Παρίσι της δεκαετίας του 1920 και η κοινωνία του μοιάζει πιο ανεκτική από εκείνη της Ιρλανδίας), ο κόπος που πρέπει να καταβάλει δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερος. Συν το δίχτυ του φύλου της. Η οικογένεια Τζόυς κατασπάραξε την Λουτσία και εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαλέξει την αυτοεξορία όπως ο πατέρας της∙ μόνο που κατέληξε σε άγονες ψυχικές ερημιές και στην απόλυτη ακινησία που τόσο μισούσε το χορευτικό της ένστικτο. «“Αυτό δεν έχει να κάνει με ρούχα ή χρήματα”, ψιθύρισα, ενώ ζάρωνα μπροστά στην επίδειξη της δύναμης της οργής της μαμάς και του πλήγματος του Μπάμπο. “Μάλιστα, και με τι έχει να κάνει λοιπόν;” Η μαμά ακούμπησε τα χέρια της στους γοφούς της και με αγριοκοίταξε. “Έχει να κάνει με μένα – με τη ζωή μου. Την… την… την ανεξαρτησία μου. Θέλω να χορεύω».  
 
 
Η Άναμπελ Αμπς τοποθετεί την ιστορία της μεταξύ 1928-1932 στο μποέμ Παρίσι – με κάποια εμβόλιμα χρονικά άλματα προς το ιατρείο του Καρλ Γιουνγκ της Ζυρίχης του 1934 – εκεί όπου ο Τζόυς είναι πασίγνωστος, οικονομικά ανεξάρτητος από τις χορηγίες που εξασφάλισε η φήμη του, και απορροφημένος στο Έργο εν προόδω που ετοιμάζει μυστικοπαθώς. Θεωρεί τη Λουτσία μούσα του έργου του και θέλει να του χορεύει ιδιωτικά για να τον εμπνέει (αργότερα η ίδια «είπε στα ξαδέρφια της ότι εκείνη ήταν το αντικείμενο και η μούσα για όλα τα μέρη της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν, που πραγματευόταν τον έρωτα, τον χορό και την τρέλα»)∙ η μάνα της δεν θέλει να χορεύει σπίτι αλλά το προτιμά από το να χορεύει στις σκηνές του Παρισιού πράγμα που έκαναν προφανώς για εκείνη μόνο οι τσούλες. Επίσης, θέλει βοήθεια με τον Τζόυς και την προχωρημένη τύφλωσή του. Εξαιτίας της τύφλωσης, ο Τζόυς χρειάζεται και την βοήθεια ανθρώπων που γνωρίζουν και εκτιμούν βαθύτατα το έργο του και όχι των Κολάκων και γλειφτών, κατά τη Λουτσία, που απλώς τον συνοδεύουν στα ακριβά εστιατόρια. Ένας τέτοιος πολύτιμος βοηθός υπήρξε και ο νεαρός Μπέκετ. Η Λουτσία από την άλλη, ανερχόμενη χορεύτρια του Παρισιού με ιδιοφυές ταλέντο ήθελε μόνο να χορεύει και να γίνει η καλλιτέχνης που πίστευε ότι ήταν. Αλλά το πορτραίτο της έμεινε ημιτελές, και αυτό είναι οδυνηρό για όποιον το νιώθει. Αγκιστρωμένη στα δίχτυα μιας οικογένειας που ο πατέρας της την ήθελε για μούσα του (ο Γιουνγκ, κατά την ψυχαναλυτική συνήθεια της εποχής, επέμενε ότι κάποιο σεξουαλικό μυστικό κάλυπτε την οικογένεια, που όμως δεν κατάφερε ποτέ να εκμαιεύσει) και η μητέρα της την προτιμούσε εσώκλειστη για να μην έχει να λέει η γειτονιά, η Λουτσία έψαχνε τρόπους διεξόδου. Και ο γάμος ίσως φάνταζε μια κάποια λύση – καημένη Λουτσία, πού να ’ξερες! Ο Μπέκετ έμοιαζε ο πιο κοντινός σωτήρας της.  
 
Η κατάδυση στον ψυχισμό της Λουτσία που επιχειρεί η Άναμπελ Άμπς είναι υπέροχη εμπειρία, νιώθεις το πάθος της για ανεξαρτησία, για καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση και εν τέλει νιώθεις και το βάρος της απελπισίας της. Καθόλου φτηνιάρικο όπως ίσως θα περίμενε κανείς, καθόλου μελό, και απόλυτα ειλικρινές και γνήσιο. Βιβλιάρα από τις λίγες, που δείχνει πώς πρέπει να γράφεις σύγχρονη λογοτεχνία σήμερα χωρίς να νομίζεις ότι είσαι επίγονος του Τζόυς. Σοβαρευτείτε, ψωνάρες! Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την βιογραφία της Λουτσία που έγραψε η Carol Loeb Schloss «Lucia Joyce: To dance in the wake» και εγώ ανυπομονώ τρελά να εκδοθεί σύντομα και στα ελληνικά – λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα…! Το βιβλίο κυκλοφορεί από τα «Ελληνικά γράμματα» και αν έκανε μια πιο προσεκτική επιλογή στο εξώφυλλο και σε κάποιες λεπτομέρειες θα ήταν σούπερ – δεν με χάλασε, όπως προσπάθησα να εξηγήσω και στην αρχή, απλώς νιώθω ότι απομακρύνει κάποιους αναγνώστες που το περιεχόμενο του βιβλίου δεν θα το έκανε επ’ ουδενί. Η μετάφραση είναι της Μυρσίνης Γκανά και μου φάνηκε ότι χόρευε με ωραίο ρυθμό και σταθερά βήματα.  
 
[…] «Το μόνο πράγμα που επικυρώνουν όλοι, σύμφωνα με την αναφορά του πατέρα σας, είναι η απέχθειά σας για τον εγκλεισμό και τον περιορισμό». Ο δρ Γιουνγκ με κοιτάζει εξεταστικά πάνω από τα γυαλιά του, που έχουν γλιστρήσει χαμηλά στη μύτη του και πάλι.
«Είμαι χορεύτρια!» Είμαι ακόμα χορεύτρια; Είμαι ακόμα καλλιτέχνις; Είμαι το οτιδήποτε πλέον; Ένα έντομο; Μια φυλακισμένη… αυτό είμαι μόνο τώρα πια;  
 
Υ.Γ. 2666   «Η Λουτσία πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου 1982 (την παραμονή της γιορτής της Αγίας Λουκίας). Παρόλο που υπήρχε μια θέση για εκείνη στον οικογενειακό τάφο των Τζόις στο νεκροταφείο Φλούντερν της Ζυρίχης, διεκδίκησε τελικά την ανεξαρτησία της και επέλεξε ως τόπο ταφής της το νεκροταφείο Κίνγκσθορπ στο Νορθάμπτον».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Down in Mexico

   Μπορεί ο Σαίξπηρ της αρχαιότητας – κατά τον Ουγκό – να ήταν ο Αισχύλος, αλλά ο Σαίξπηρ της σύγχρονης εποχής – κατά τον Μουζίλη – είναι ο Ντον Γουίνσλοου. Δεν υπάρχει ο τύπος. Συνεχίζει την παράδοση της λαϊκής λογοτεχνίας που νομίζαμε ότι είχε εκλείψει πια∙ και το κάνει να φαίνεται τόσο εύκολο και μαζί απόλυτα συναρπαστικό.  «Ο patron πρέπει να δίνει το παρών» είπε. «Αλλιώς αρχίζουν να σκέφτονται ότι δεν υπάρχει κανείς πίσω από την κουρτίνα».  «Τι;»  « Ο μάγος του Οζ . Δεν το έχεις δει;»  «Μπα, δεν νομίζω».  «Ένας πανίσχυρος μάγος κυβερνά ένα βασίλειο μόνο με τη φωνή του, πίσω από μια κουρτίνα» είπε ο Νούνιες. «Αλλά όταν τραβάνε την κουρτίνα, ανακαλύπτουν ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος».  Μα είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκέφτηκε ο Ρικ. Αφήστε τα παζάρια με μέτριους συγγραφείς και διαλέξτε την κουρτίνα ένα. 

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Μπάρτελμι και Σία

  Στις φετινές πανελλήνιες έπεσε θέμα στην έκθεση για την δημιουργικότητα στα σχολεία και μαζί ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου. Επιτέλους, τα παιδιά πήραν μια μυρωδιά από λογοτεχνική ναφθαλίνη∙ πολύ δημιουργικό. Αν πρέπει να υπάρχει αποκλειστικά κείμενο Έλληνα συγγραφέα, βάλε ένα διήγημα από την «Αναφορά περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα (όπως το εκπληκτικό «Η απόγνωση της μονάδας») και άσε τα παιδιά να υποστούν πολλαπλά κατάγματα της δημιουργικής φαντασίας τους. Τι πας και τους βάζεις Κυριακή στο χωριό ! Στην περίπτωση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξενόγλωσσος συγγραφέας ο Ντόναλντ Μπάρτελμι θα ήταν ο ιδανικός. Τουλάχιστον ας κρατήσουμε την κρεμάλα του υπέροχου εξωφύλλου με την οποία στραγγαλίζεται η δημιουργικότητα των παιδιών εδώ και χρόνια. «Ο κόσμος είναι ένας αγριότοπος, λέει, ο πολιτισμός μια τρέλα που καλλιεργούμε σε συμφωνία με τους άλλους. Ο ίδιος, στην ηλικία του, δεν εκπλήσσεται πια με τίποτα, αν και θα το ήθελε» .    

Silencio

Έχουμε δεν έχουμε μπάντα, μικρή σημασία έχει χωρίς τον μαέστρο επί σκηνής. Όσα πούμε και γράψουμε, ακούγονται εξόχως ξεκούρδιστα, αν όχι εντελώς κακόηχα και ενοχλητικά. «Στα Cahiers du Cinema, το 2017, ο Lynch αναφέρει πως “το να σκέφτεσαι τους θεατές όταν δημιουργείς δεν είναι καλό κατά την άποψή μου. Πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τι σε φτιάχνει. Αν μια ιδέα σού έρθει και δεν σε εξιτάρει, δεν τη χρησιμοποιείς. Αν είναι μια ιδέα που σε κάνει να ανατριχιάσεις, τότε προσπαθείς να την αποδώσεις όσο ακριβέστερα γίνεται . Ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα αυτές τις μέρες – αν σκέφτεσαι το κοινό του 2012, αυτό που θα κάνεις δεν θα έχει καμία αξία το 2017, απλούστατα γιατί θα είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Πρέπει να κάνεις χαρούμενο τον εαυτό σου και να ελπίζεις για το καλύτερο”» . Ας υψώσουμε λοιπόν ευγνώμονες τα χέρια προς εκείνον, και επειδή κάποιοι τα έχουμε τα χρονάκια μας, δεν αποκλείεται όντως να τα ξαναπούμε σε 25 χρόνια!

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Άκυρο

  Cancel culture or cancel future? Ιδού η νέα σαιξπηρική απορία. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα δύο μοιάζουν κάπως αλληλοεπικαλυπτόμενα και αλληλοαναιρούμενα την ίδια στιγμή. Χωρίς κουλτούρα δεν φαίνεται να έχει μέλλον ο άνθρωπος, καθώς και αν έχει μέλλον (με την έννοια της βίωσης και όχι μόνο της επιβίωσης) θα έχει αναπόφευκτα και κουλτούρα. Ταυτόχρονα όμως, και η ίδια η κουλτούρα πλέον δεν βιώνει σχεδόν ποτέ το μέλλον της . «Το μόνο μέλλον που μπορεί να προσφέρει με σιγουριά το κεφάλαιο είναι τεχνολογικό – μετράμε τον ιστορικό χρόνο όχι με βάση τις πολιτισμικές μεταβολές, αλλά με βάση τις τεχνολογικές αναβαθμίσεις, και βλέπουμε τα ίδια παλιά πράγματα σε οθόνες υψηλότερης ανάλυσης» . Ο Μαρκ Φίσερ που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε μέσα από « Το αλλόκοτο και το απόκοσμο » μας προσφέρει εδώ κάποια δοκίμια εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά και εμμέσως μας λέει να ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα, γιατί υπάρχει τίποτα πιο αλλόκοτο και απόκοσμο από τον καπιταλιστικό ρεαλισμό; Ας είμ...

Για τα σκουπίδια

  « Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες και ακτές! » έλεγε κάποτε ο καλός ο Γλάρος φορώντας στον λαιμό μια πλαστική σφυρίχτρα που πιθανότατα θα κατέληξε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να ζήσει ήσυχα τα υπόλοιπα 1200 χρόνια της. Μην φάτε, έχουμε γλάρο ! Για τα δικά μας προσωπικά σκουπίδια συνήθως έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, μας απασχολούν το πολύ 3 δευτερόλεπτα. «Η κατάσταση ήταν τόσο τραγελαφική, που ένας δημοσιογράφος δήλωσε το πεθαμένο χρυσόψαρό του ως επαγγελματία μεσίτη αποβλήτων, για να δει τι θα συμβεί. Εντός 4 λεπτών, ο Άλτζερνον το Χρυσόψαρο είχε λάβει, κανονικά και με τον νόμο, άδεια να μεταφέρει βρετανικά σκουπίδια» . Για όλα τα υπόλοιπα παγκόσμια σκουπίδια προτιμούμε να κάνουμε την πάπια!

Ένα μήλο την ημέρα

Εν αρχή ην ο λόγος του επιχειρηματία-δημιουργού∙ τι φρούτο κι αυτό! Επιχειρηματίας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Στην Ελλάδα, σίγουρα γεννιέσαι, το ξέρουν όλοι αυτό – μέχρι να πεθάνεις στην ψάθα (με ελάχιστη κατανάλωση 50 ευρώ… με συγχωρείτε, παρασύρθηκα σε λάθος συμπεράσματα). Ζήσε τον μύθο (του επιχειρηματία) στην Ελλάδα! «Ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας είναι ένα μιντιακό προϊόν, ένα πολιτιστικό εμπόρευμα διαμορφωμένο συλλογικά, από μια πλειάδα δρώντων που όλοι τους επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους» . Περισσότερο από μια ιδέα, όπως θα λέγαμε χαριτολογώντας, ο επιχειρηματίας που αναλύεται σε αυτό το δοκίμιο, είναι μια εικόνα, που την προσκυνούν οι πιστοί της χωρίς πολλές αντιρρήσεις – αν κάποιες φορές μάλιστα δακρύζει τεχνηέντως, τότε ακόμα πιο έντονο το αίσθημα εσωτερικής εγγύτητας (και εξωτερικής χρηματοδότησης). «Όπως και κάθε άλλη εταιρεία, η Apple δεν συνιστά εκ του μηδενός δημιουργία» . Κενοτομίες !   

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!