Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

A portrait of the dancer as a young lady



Το περιτύλιγμα αρλεκινεύει ελαφρώς, δεν διαφωνώ. Η φωτογραφία εξωφύλλου φέρνει στο μυαλό περισσότερο τη Ζέλντα Φιτζέραλντ – που κάνει και μικρό πέρασμα από το βιβλίο – ή μοιάζει με αφίσα από το «Πρόγευμα στο Τίφαννυς». Ο δε υπότιτλος κινείται πολύ στα ρηχά λες προέρχεται από τις «Οικογενειακές ιστορίες» με αποτέλεσμα να προσπαθείς να φανταστείς ποιοι δευτεροκλασάτοι Έλληνες ηθοποιοί θα έπαιζαν τον Τζόυς και τον Μπέκετ. Ο τίτλος το ίδιο – αν και το περιεχόμενο τον δικαιώνει απόλυτα, σε σημείο να τον θεωρώ μέχρι και ευφυή. «“Πώς ξεκινάει η τρέλα, Σάντι;” Έπιασα πάλι τον μικρό κλόουν, έτριψα τον αντίχειρά μου στη ριγέ του φόρμα, τον κράτησα μέσα στη χούφτα μου». Η ζωή είναι ένα μεγάλο τσίρκο και δυστυχώς για πολύ καιρό δεν ξέρεις ποιον ρόλο σου επιφυλάσσει. Όταν όμως μπαίνεις στον χορό πρέπει να χορέψεις, και ενίοτε αποδεικνύεται οδυνηρά ακατόρθωτο ακόμα και για τις ιδιοφυΐες του είδους.  
 
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο ελάττωμά του∙ οι χαρακτήρες του βιβλίου, κυρίως ο Τζέημς Τζόυς και ο Σάμιουελ Μπέκετ, είναι τόσο σπουδαίοι και τόσο αυτομυθοποιημένοι μέσα από την πορεία της ζωής και του έργου τους, που φαντάζομαι ότι η συγγραφέας δυσκολεύεται να τους μυθοποιήσει περαιτέρω και οι αναγνώστες από την άλλη, ίσως αρνούνται να τους απομυθοποιήσουν ελαφρά τη καρδία. Ωστόσο, η ιστορία ανήκει ολοκληρωτικά στη Λουτσία Τζόυς και η συγγραφέας έχει το δύσκολο έργο να καταφέρει τις λέξεις να μην προδώσουν την βασανισμένη της ύπαρξη. «Η γλώσσα μάς έχει προδώσει», είπε ξαφνικά ο Μπέκετ, σαν να ήξερε ακριβώς τι περνούσα. «Ένα μουσικό κομμάτι μπορεί να σε συγκινήσει στη στιγμή. Ακόμη και μέχρι δακρύων. Το ίδιο και ένας πίνακας. Κοίτα τι μπορεί να εκφραστεί με μια μόνο πινελιά. Όχι όμως με λέξεις. Οι λέξεις μάς έχουν προδώσει». Στο ιστορικό σημείωμα του τέλους η συγγραφέας δηλώνει ότι σχεδόν όλο το υλικό που αφορά την Λουτσία έχει καταστραφεί (επιστολές από και προς τον Μπέκετ, τα αρχεία του Γιουνγκ, κλπ) και έτσι πρέπει να φανταστεί εκείνη όλους τους διαλόγους και τις σκέψεις της Λουτσία. Αυτό όμως μπορεί να μην είναι και τόσο δύσκολο, γιατί η Λουτσία ίσως τελικά να είναι κόρη του πατέρα της, περισσότερο από όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, και η ιστορία της να είναι τόσο γνώριμη αλλά και τόσο ξεχωριστή συνάμα που αξίζει να εξιστορηθεί ξανά. Και ξανά. 
 
«“Πρέπει οπωσδήποτε να χορεύω κάθε μέρα, Μπάμπο. Κανείς δεν το καταλαβαίνει – πρέπει να χορεύω!” Ένιωσα ακόμα ένα κύμα θυμού. Γιατί αυτός, που πρέπει να γράφει κάθε μέρα, δεν καταλαβαίνει ότι εγώ πρέπει να χορεύω κάθε μέρα;». Αν θεωρήσουμε ότι η Λουτσία έχει να ξεφύγει μόνο από ένα δίχτυ (γιατί η θρησκεία δεν φαίνεται να επηρεάζει το Παρίσι της δεκαετίας του 1920 και η κοινωνία του μοιάζει πιο ανεκτική από εκείνη της Ιρλανδίας), ο κόπος που πρέπει να καταβάλει δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερος. Συν το δίχτυ του φύλου της. Η οικογένεια Τζόυς κατασπάραξε την Λουτσία και εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαλέξει την αυτοεξορία όπως ο πατέρας της∙ μόνο που κατέληξε σε άγονες ψυχικές ερημιές και στην απόλυτη ακινησία που τόσο μισούσε το χορευτικό της ένστικτο. «“Αυτό δεν έχει να κάνει με ρούχα ή χρήματα”, ψιθύρισα, ενώ ζάρωνα μπροστά στην επίδειξη της δύναμης της οργής της μαμάς και του πλήγματος του Μπάμπο. “Μάλιστα, και με τι έχει να κάνει λοιπόν;” Η μαμά ακούμπησε τα χέρια της στους γοφούς της και με αγριοκοίταξε. “Έχει να κάνει με μένα – με τη ζωή μου. Την… την… την ανεξαρτησία μου. Θέλω να χορεύω».  
 
 
Η Άναμπελ Αμπς τοποθετεί την ιστορία της μεταξύ 1928-1932 στο μποέμ Παρίσι – με κάποια εμβόλιμα χρονικά άλματα προς το ιατρείο του Καρλ Γιουνγκ της Ζυρίχης του 1934 – εκεί όπου ο Τζόυς είναι πασίγνωστος, οικονομικά ανεξάρτητος από τις χορηγίες που εξασφάλισε η φήμη του, και απορροφημένος στο Έργο εν προόδω που ετοιμάζει μυστικοπαθώς. Θεωρεί τη Λουτσία μούσα του έργου του και θέλει να του χορεύει ιδιωτικά για να τον εμπνέει (αργότερα η ίδια «είπε στα ξαδέρφια της ότι εκείνη ήταν το αντικείμενο και η μούσα για όλα τα μέρη της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν, που πραγματευόταν τον έρωτα, τον χορό και την τρέλα»)∙ η μάνα της δεν θέλει να χορεύει σπίτι αλλά το προτιμά από το να χορεύει στις σκηνές του Παρισιού πράγμα που έκαναν προφανώς για εκείνη μόνο οι τσούλες. Επίσης, θέλει βοήθεια με τον Τζόυς και την προχωρημένη τύφλωσή του. Εξαιτίας της τύφλωσης, ο Τζόυς χρειάζεται και την βοήθεια ανθρώπων που γνωρίζουν και εκτιμούν βαθύτατα το έργο του και όχι των Κολάκων και γλειφτών, κατά τη Λουτσία, που απλώς τον συνοδεύουν στα ακριβά εστιατόρια. Ένας τέτοιος πολύτιμος βοηθός υπήρξε και ο νεαρός Μπέκετ. Η Λουτσία από την άλλη, ανερχόμενη χορεύτρια του Παρισιού με ιδιοφυές ταλέντο ήθελε μόνο να χορεύει και να γίνει η καλλιτέχνης που πίστευε ότι ήταν. Αλλά το πορτραίτο της έμεινε ημιτελές, και αυτό είναι οδυνηρό για όποιον το νιώθει. Αγκιστρωμένη στα δίχτυα μιας οικογένειας που ο πατέρας της την ήθελε για μούσα του (ο Γιουνγκ, κατά την ψυχαναλυτική συνήθεια της εποχής, επέμενε ότι κάποιο σεξουαλικό μυστικό κάλυπτε την οικογένεια, που όμως δεν κατάφερε ποτέ να εκμαιεύσει) και η μητέρα της την προτιμούσε εσώκλειστη για να μην έχει να λέει η γειτονιά, η Λουτσία έψαχνε τρόπους διεξόδου. Και ο γάμος ίσως φάνταζε μια κάποια λύση – καημένη Λουτσία, πού να ’ξερες! Ο Μπέκετ έμοιαζε ο πιο κοντινός σωτήρας της.  
 
Η κατάδυση στον ψυχισμό της Λουτσία που επιχειρεί η Άναμπελ Άμπς είναι υπέροχη εμπειρία, νιώθεις το πάθος της για ανεξαρτησία, για καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση και εν τέλει νιώθεις και το βάρος της απελπισίας της. Καθόλου φτηνιάρικο όπως ίσως θα περίμενε κανείς, καθόλου μελό, και απόλυτα ειλικρινές και γνήσιο. Βιβλιάρα από τις λίγες, που δείχνει πώς πρέπει να γράφεις σύγχρονη λογοτεχνία σήμερα χωρίς να νομίζεις ότι είσαι επίγονος του Τζόυς. Σοβαρευτείτε, ψωνάρες! Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την βιογραφία της Λουτσία που έγραψε η Carol Loeb Schloss «Lucia Joyce: To dance in the wake» και εγώ ανυπομονώ τρελά να εκδοθεί σύντομα και στα ελληνικά – λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα…! Το βιβλίο κυκλοφορεί από τα «Ελληνικά γράμματα» και αν έκανε μια πιο προσεκτική επιλογή στο εξώφυλλο και σε κάποιες λεπτομέρειες θα ήταν σούπερ – δεν με χάλασε, όπως προσπάθησα να εξηγήσω και στην αρχή, απλώς νιώθω ότι απομακρύνει κάποιους αναγνώστες που το περιεχόμενο του βιβλίου δεν θα το έκανε επ’ ουδενί. Η μετάφραση είναι της Μυρσίνης Γκανά και μου φάνηκε ότι χόρευε με ωραίο ρυθμό και σταθερά βήματα.  
 
[…] «Το μόνο πράγμα που επικυρώνουν όλοι, σύμφωνα με την αναφορά του πατέρα σας, είναι η απέχθειά σας για τον εγκλεισμό και τον περιορισμό». Ο δρ Γιουνγκ με κοιτάζει εξεταστικά πάνω από τα γυαλιά του, που έχουν γλιστρήσει χαμηλά στη μύτη του και πάλι.
«Είμαι χορεύτρια!» Είμαι ακόμα χορεύτρια; Είμαι ακόμα καλλιτέχνις; Είμαι το οτιδήποτε πλέον; Ένα έντομο; Μια φυλακισμένη… αυτό είμαι μόνο τώρα πια;  
 
Υ.Γ. 2666   «Η Λουτσία πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου 1982 (την παραμονή της γιορτής της Αγίας Λουκίας). Παρόλο που υπήρχε μια θέση για εκείνη στον οικογενειακό τάφο των Τζόις στο νεκροταφείο Φλούντερν της Ζυρίχης, διεκδίκησε τελικά την ανεξαρτησία της και επέλεξε ως τόπο ταφής της το νεκροταφείο Κίνγκσθορπ στο Νορθάμπτον».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».