Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Παραφορισμοί


 
Μου αρέσουν πολύ οι αφορισμοί ως λογοτεχνικό είδος (θα γράψω σχετικά σε προσεχή ανάρτηση) και κυρίως αγαπώ μέχρι παραφοράς εκείνους του Γκέοργκ Κρίστοφ Λίχτενμπεργκ. Το όνομα του μπλογκ οφείλεται σε έναν δικό του, μέρος του τρόπου που σκέφτομαι οφείλεται σε αυτόν, και παρόλο που έχω ομολογουμένως εγκεφαλικά κεραυνοβοληθεί ελπίζω να μην εμφανίσω παράξενα σχήματα και στο σώμα μου εξαιτίας του! Παλιότερα είχαν κυκλοφορήσει δύο μικρές συλλογές με αφορισμούς από τις εκδόσεις «Στιγμή» και πριν από λίγο καιρό εντελώς αναπάντεχα – κεραυνός εν αιθρία – μια μεγαλύτερης έκ(σ)τασης από τον «Κέδρο». Νίτσε, Βιτγκενστάιν, Γκαίτε, Κιρκεγκώρ, Σοπενχάουερ, κ.α. πίνανε νερό στο όνομά του και το ίδιο κάνω και εγώ χρόνια τώρα – ενίοτε και με οινοπνευματώδη∙ αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα, μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Λίχτενμπεργκ. Ακολουθεί περήφανη παρέλαση που δεν έδειξαν οι τηλεοράσεις!
 
«Όταν δεν σε βρουν εκεί που νομίζουν ότι πρέπει να ψάξουν, δεν σε ανακαλύπτουν».
 
«Χάρη στην ευστροφία του, χρησιμοποιούσε οτιδήποτε ως μέτρο για να συγκρίνει δυο πράγματα».
 
«Εκείνος που γνωρίζει τη φύση του ξέρει πόσο δύσκολο είναι να αφηγείται εμπειρίες χωρίς να αφήνει την κρίση του να επεμβαίνει».
 
«Δεν είναι παράξενο πως, όταν το κοινό μάς χειροκροτεί, το θεωρούμε ικανό, ενώ, όταν μας επικρίνει, το θεωρούμε ανίκανο να κρίνει τα έργα του πνεύματος;»
 
«Εφόσον η ορθότητα της κρίσης μας δεν βασίζεται στις απόψεις των άλλων, αλλά στη δική μας εμπειρία και γνώση, το ερώτημα είναι πώς να εξασφαλίσουμε έναν πλούτο γνώσης. Μελετώντας την ιστορία ή, καλύτερα, περιορίζοντας τις επαφές μας;»
 
«Ένα αθώο αγοράκι φανταζόταν τον γάμο σαν τραμπάλα, όπου όταν ο ένας ανεβαίνει ο άλλος κατεβαίνει. Το φαντάστηκε αυτό, αν και δεν είχε δει ποτέ έναν γαμπρό και μια νύφη πάνω σε τραμπάλα».
 
«Να σκεφτώ κάτι που, όταν το ακούν, θα πεθαίνουν στα γέλια».
 
«Το καλό ή άσχημο γράψιμο δεν κρύβονται, όμως κανένας δεν μπορεί να διαπιστώσει αν είναι η σοφία ή η άγνοια που σε κάνουν να μην γράφεις».
 
«Κανένα έργο, και προπάντων κανένα έργο της λογοτεχνίας, δεν πρέπει να δείχνει την προσπάθεια που καταβλήθηκε για να γραφτεί. Ο συγγραφέας οφείλει να σκορπίζει στα κεφάλαιά του υπαινιγμούς, ώστε οι αναγνώστες του να νομίζουν ότι έχει ακόμα χιλιάδες ιδέες να τους πετάξει».
 
«Δεν απαιτεί ταλέντο το να γράφεις έτσι ώστε να δυσκολεύονται να σε καταλάβουν».
 
«Οι πλάκες από σοκολάτα και αρσενικό, πάνω στις οποίες είναι γραμμένοι οι νόμοι». 
 
https://stackoverflow.com/questions/31375025/how-would-one-begin-to-write-code-to-generate-lichtenberg-figures-lightning-fra

«Όσο αναλύουμε λογικά μια γλώσσα τόσο πιο δύσκολα τη μαθαίνουμε. Πολλά στη γλώσσα που μιλάμε άπταιστα οφείλονται στο ένστικτο και όχι στη λογική».
 
«Ήταν τόσο λογικός που δεν είχε σχεδόν καμία χρησιμότητα».
 
«Η εξέλιξη οδηγεί στη λεπτότητα. Παλαιότερα, η μουσική ήταν θόρυβος, η σάτιρα χάχανο, και αυτόν που σήμερα του λέμε «με συγχωρείτε» κάποτε τον χτυπούσαμε κατακέφαλα».
 
«Αν ποτέ επέβαλλαν φόρο στη σκέψη, θα χρεοκοπούσε αμέσως».
 
«Το να γράφεις με ευαισθησία απαιτεί κάτι περισσότερο από δάκρυα και σεληνόφως».
 
«Για κάθε πράγμα μπορεί να ειπωθεί ένα ευφυολόγημα, υπέρ και κατά αυτού. Ο πνευματώδης μπορεί να αντικρούσει αυτό που μόλις είπα και να με κάνει να μετανιώσω που το είπα».
 
«Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν εχθρός του, ούτε φίλος του. Δεν τον έχω δει ούτε μια φορά στον ύπνο μου».
 
«Είμαι πεπεισμένος ότι δεν αγαπάμε μόνο τον εαυτό μας στο πρόσωπο των άλλων, αλλά και τον μισούμε».
 
«Σε μια τόσο περίπλοκη μηχανή όπως ο κόσμος, θεωρώ ότι, παρά τις μικρές εισφορές μας, όλοι παίζουμε σε μια λοταρία».
 
«Προτιμώ να διαβάσω αυτά που ο διάσημος συγγραφέας έχει διαγράψει παρά αυτά που έχει γράψει».
 
«Με δυσαρεστεί όταν αντιλαμβάνομαι ότι κάποιος με οικτίρει, με τη σημερινή έννοια του όρου. Να γιατί οι άνθρωποι όταν εξοργίζονται με κάποιον λένε «Είναι αξιολύπητος». Ο οίκτος είναι μορφή ελεημοσύνης∙ κάθε ελεημοσύνη προϋποθέτει ανάγκη από τη μια πλευρά και περίσσεια από την άλλη».
 
Τις προηγούμενες συλλογές τις είχα διαβάσει αμέτρητες φορές και είχα μάθει αρκετούς αφορισμούς απ έξω. Ωστόσο, δεν τις έχω εδώ μαζί μου και έτσι η μνήμη μου παρουσιάζεται εξασθενημένη και η σύγκριση σχεδόν αδύνατον να γίνει. Θεωρώ ότι η ανθολόγηση από τον Κώστα Νησιώτη για την έκδοση του «Κέδρου» έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν τις πρότερες συλλογές και έτσι δεν συμπεριέλαβε πολλούς διπλότυπους αφορισμούς πέρα από κάποιους πανέμορφους και απολύτως σημαντικούς που όσο και να τους διαβάσεις δεν τους βαριέσαι. Νοερά ανατρέχοντας θεωρώ ότι οι παλιότερες συλλογές είχαν ένα πιο στακάτο και παιχνιδιάρικο ύφος (τουλάχιστον σε κάποιους αφορισμούς), χωρίς όμως και σε αυτή την νέα συλλογή να χάνεται το νόημα και η ομορφιά της φράσης – ίσως να το βλέπω έτσι γιατί εκείνους διάβασα πρώτη φορά και αγάπησα τόσο πολύ. Φέρνω ένα παράδειγμα από έναν αφορισμό που αγαπώ. Ο τωρινός αφορισμός, «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: Αν το λίγο που έχεις να πεις δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο, προσπάθησε να το πεις λίγο πιο ιδιαίτερα», άλλοτε ήταν, «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: Αν το λιγουλάκι σου δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, λέγε το τουλάχιστον λιγουλάκι ιδιαίτερα»! Το νόημα είναι το ίδιο αλλά μάλλον θα συμφωνήσετε και εσείς ότι στην νέα εκδοχή λείπει κάτι από την τσαχπινιά και το μέτρο του λόγου που τον κάνει ιδιαίτερο – ο παλιός μεταφραστής το είπε λιγουλάκι ιδιαίτερα… άξιος μαθητής του Λίχτενμπεργκ!
 
Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι ο μεταφραστής Κώστας Νησιώτης έκανε καλή δουλειά και τέλος πάντων, σε έναν τόσο παιχνιδιάρη συγγραφέα όπως ο Λίχτενμπεργκ κάθε ανάλογος παιχνιδιάρης μεταφραστής θα έδινε λιγότερο ή περισσότερο παιχνιδιάρικο ύφος στη μετάφρασή του. Το νόημα της φιλοσοφίας του συγγραφέα όμως παραμένει ευκρινές και αδίστακτο. Και όπως και να ’χει ευχαριστώ τον μεταφραστή που το μετέφερε στην γλώσσα μου – έστω και με κάπως λιγότερα παιχνιδίσματα. Δεν διευκρινίζεται αν η μετάφραση έγινε από τα γερμανικά, αν και στο τέλος υπάρχει βιβλιογραφία που αναφέρει το γερμανικό πρωτότυπο, αγγλικές μεταφράσεις καθώς και τις ελληνικές εκδόσεις της «Στιγμής» (ξανακοιτώντας παρατήρησα ότι αναφέρει μόνο την μία, εκείνη με μεταφραστή τον Παναγιώτη Κονδύλη). Περιέχει ακόμα ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή καθώς και ένα ποίημά του Για τα γενέθλια του Λίχτενμπεργκ, στο τέλος. Η έκδοση του «Κέδρου» είναι μεγάλου σχήματος, με ελαφρύ χαρτί που θα δυσαρεστήσει κάποιους αναγνώστες και μαλακό εξώφυλλο. Προσωπικά δεν με χάλασε καθόλου αλλά έχω να δηλώσω πως όταν πρόκειται για αφορισμούς, και ειδικά του Λίχτενμπεργκ, μια στιβαρή έκδοση με χοντρό χαρτί και σκληρό εξώφυλλο που θα αντέχει σε συνεχείς αναγνώσεις, θα ήταν περισσότερο προτιμητέα. Αδιαφορώ όμως για τέτοιες μικρολεπτομέρειες. Άλλο είναι το θέμα μου: θα βγουν άλλοι αφορισμοί του, ωρέ αφορισμένοι; Μιλήστε!
 
«Νομίζεις ότι αναζητώ το παράξενο επειδή δεν γνωρίζω το ωραίο. Ακριβώς επειδή δεν γνωρίζεις ποιο είναι το ωραίο, αυτό που αναζητώ σου φαίνεται παράξενο».
 
«Είναι αδύνατον να διασχίσεις το πλήθος με τον πυρσό της αλήθειας δίχως να καψαλίσεις κάποιου τα γένια».
 
«Τίποτε δεν κρίνουμε πιο επιπόλαια από τον χαρακτήρα του άλλου. Έχω διαπιστώσει ότι οι αποκαλούμενοι κακοί κερδίζουν όταν τους γνωρίσεις καλύτερα. Αντιθέτως, οι καλοί χάνουν».
 
«Είναι πολλοί αυτοί που διαβάζουν για να μην σκέφτονται».
 
«Η τάση του ανθρώπου να δίνει σημασία στα ασήμαντα πράγματα έχει προκαλέσει πολλά σημαντικά». 
 
https://stackoverflow.com/questions/31375025/how-would-one-begin-to-write-code-to-generate-lichtenberg-figures-lightning-fra

«Εκείνοι που είναι ικανοί να παρατηρούν τον εαυτό τους χαίρονται όταν ανακαλύπτουν ένα ελάττωμα στον χαρακτήρα τους. Εκεί υπερέχει ο γνώστης».
 
«Εκεί όπου κάποτε ήταν τα σύνορα της επιστήμης τώρα είναι το κέντρο της».
 
«Θεωρούμε πως ό,τι φτιάχνεται έχει έναν σκοπό, όπως η αράχνη φτιάχνει τον ιστό της για να παγιδεύει μύγες. Όμως η αράχνη φτιάχνει τον ιστό της χωρίς να ξέρει αν υπάρχουν μύγες».
 
«Άραγε πώς έφτασε ο άνθρωπος στην έννοια της ελευθερίας; Ένα μεγάλο ερώτημα».
 
«Η φαντασία μου ξαφνιάζεται σαν άλογο και καλπάζει. Αυτή είναι μια ακριβής απεικόνιση της ευαισθησίας μου».
 
«Σε αυτό τον κόσμο περνάς καλύτερα μιλώντας για ωραίες περιπέτειες παρά για την αλήθεια».
 
«Αποφάσισα να στέλνω εντάλματα σύλληψης σε όσους οικειοποιούνται τις σκέψεις μου».
 
«Δεν δίνουμε σημασία στις λογοτεχνικές μεταφορές∙ ωστόσο, πιστεύω ότι μια καλή μεταφορά θα πρέπει να βάζει σε υποψίες την αστυνομία».
 
«Αχ, εκείνες οι καλές εποχές, όταν πίστευα ό,τι άκουγα!»
 
«Για πολλούς η δυσπιστία απέναντι σε κάτι βασίζεται στην τυφλή πίστη σε κάτι άλλο».
 
«Παλαιότερα συνήθιζαν, και ίσως το συνηθίζουν ακόμα, να προσθέτουν ως υπότιτλο σε ένα μυθιστόρημα τη φράση: μια αληθινή ιστορία. Αυτό ήταν ένα αφελές, ανώδυνο ψέμα, όμως το ότι η λέξη «μυθιστόρημα» παραλείπεται από πολλά πρόσφατα βιβλία ιστορίας δεν είναι διόλου αφελές».
 
«Όπου τα λογοπαίγνια αποτελούν ψυχαγωγία μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχει καλλιέργεια».
 
«Μια ζωή αξίζει να γραφτεί τρεις φορές: την πρώτη σαν να τη γράφει ένας φίλος, τη δεύτερη σαν να τη γράφει ένας εχθρός, και την τρίτη η αλήθεια».
 
«Ο Λίχτενμπεργκ ήταν κατά βάθος καλός, αλλά δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να το δείξει.
Το πιο μεγάλο σφάλμα μου, η αιτία για όλα τα βάσανά μου».


Υ.Γ. 2666 «Μην ψάχνεις για τάξη σε αυτό το μικρό βιβλίο μπλογκ. Η τάξη είναι κόρη της σκέψης, και οι εχθροί μου μου αφιερώνουν τόσο λίγη σκέψη που δεν βλέπω γιατί πρέπει να τους αφιερώσω κι εγώ».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!