Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Viva Las Vegas


 
Δυο χρόνια τώρα ποντάρουμε στην πανδημία και χαΐρι δεν είδαμε. Όπως συμβαίνει και στα καζίνα, οι πολλοί δεν ξέρουν την τύφλα τους (ενώ ισχυρίζονται ότι είναι ειδικοί!) και επιπλέον ποντάρουν διαρκώς στην τύχη τους (που σπανίως είναι καλή) ενώ οι λίγοι που ξέρουν πώς παίζεται το παιχνίδι, ποντάρουν πάντα στους άλλους – και την άγνοιά τους. Στη θεωρία παιγνίων όλοι καλοί είμαστε (θεωρητικά πάντα), στην πράξη δεν μας βγαίνουν τα νούμερα – απόψε τουλάχιστον ποντάρετε πάνω από τις 35000, σίγουρα κερδίζει (τις εντυπώσεις). […] «26. Επειδή το σύνολο των νούμερων της ρουλέτας είναι το 666, ο διαβόητος δαιμονικός αριθμός του Θηρίου της Αποκαλύψεως, μερικοί, όπως ο Χ.Ψ., τον εξορκίζουν με τον σταυρό, που αποτελείται από την μεσαία κολόνα και την τραβέρσα 10-11-12. Εάν τα στοιχήματά του είναι επί μακρόν ανεπιτυχή, ενισχύει την οριζόντια δοκό του σταυρού με την τραβέρσα 13-14-15∙ και, εάν πάλι εξακολουθήσει να χάνει, κάνει τον σταυρό του και φεύγει! 
 
Όταν κερδίζει, κάνει τον σταυρό του και πάλι».
 
Όταν πριν από πολλά χρόνια είχα διαβάσει το υπέροχο βιβλίο του Αντώνη Σουρούνη «Ο Χορός των Ρόδων» είχα ενθουσιαστεί γιατί εκτός των άλλων προτερημάτων του είχε καταφέρει να μου μεταδώσει μια ανέμελη και ανάλαφρη όψη των ενδότερων ενός καζίνου. Χωρίς βέβαια να λείπουν οι προσωπικές τραγωδίες που στεγάζονται εντός του, ένιωθα ότι βγάζει στην επιφάνεια τον εθισμό των παικτών στην πιο γκροτέσκα εκδοχή τους. Αρκετές φορές έχω πειστεί ότι θα μπορούσα να ήμουν και εγώ ένας τέτοιος (μ)εθισμένος παίκτης (αν είχα τα λεφτά ή την επιδεξιότητα του Τζόυς στον δανεισμό) γιατί με έλκει έντονα αυτός ο κόσμος – και τα τζάμπα ποτά και φαγητά στο καζίνο! Θα κατέθετα και εκεί την πιο αστεία περσόνα μου περιμένοντας να αποκομίσω κάποιο ισχνό όφελος αν και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο – γιατί όπως συμβαίνει και στη ζωή, η περιρρέουσα δύσθυμη κατάσταση σού απονεκρώνει κάθε χαρά, τουλάχιστον μέχρι να βρεις κουράγιο για το επόμενο ποντάρισμα.
 
Έτσι, όταν βρήκα το βιβλίο του Ηρακλή Λογοθέτη «Σημειώσεις από τη ρουλέτα» έπαιξα τα ρέστα μου και το αγόρασα – τρόπος του λέγειν, 3 ευρώ το βρήκα. Με έναν ενδεικτικό του περιεχομένου και τιμιότατο υπότιτλο, «για όλους και για κανέναν», το βιβλίο χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, σε προσκαλεί με χαρά στα δύο πρώτα μέρη και σε πετάει όξω με τις κλωτσιές στα δύο τελευταία. Στο παιχνίδι της ανάγνωσης (όπως και της γραφής) πρέπει να ξέρεις ή να έχεις το ένστικτο να αποχωρείς εγκαίρως. Εδώ, η γραφή των δύο τελευταίων μερών δεν είναι περιττή αλλά η ανάγνωσή τους, για πολλούς αναγνώστες, ίσως ναι – μονά ή ζυγά, ο καθένας ποντάρει για λογαριασμό του. «Η ογκούμενη προσδοκία ακόμα μεγαλύτερου κέρδους σέρνει το χορό μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται να βαδίζουν στην πανωλεθρία οραματιζόμενοι θριάμβους»
 


Το πρώτο μέρος είναι το καλωσόρισμά μας στην Αίθουσα των Στεναγμών και η θυσία μας μπροστά στο μηχανικό ζώο που γουργουρίζει στο κέντρο της, τη ρουλέτα. Ο συγγραφέας μάς ξεναγεί εκεί μέσα με όπλα την εναργή του παρατηρητικότητα και την κατά αρκετά διαστήματα υψηλή λογοτεχνία του (παρά την κάποια οίηση στην γραφή που διέκρινα αλλά που δεν έφτασε να με ενοχλήσει ανεπανόρθωτα). Το δεύτερο μέρος είναι συνέχεια του πρώτου, με την διαφορά ότι την υψηλή λογοτεχνία την δανείζεται από άλλους που έχουν γράψει στα έργα τους για τα καζίνα και τη ρουλέτα, ιδιαιτέρως και ποικιλοτρόπως. Ζέμπαλντ, Γιούνγκερ, Μαίτερλινκ, Πύντσον, Μαλρώ, Ντοστογιέφσκι, έπαιξαν και είτε κέρδισαν είτε έχασαν – λογοτεχνικά και μη.
 
[…] «Ένας πρώην γκαλερίστας αναλύει τον μανιώδη και εκστατικό τρόπο με τον οποίο έπαιζε μερόνυχτα ολόκληρα ο Φράνσις Μπέικον. Συνδέει μάλιστα τη θεματική του σφαγείου που χαρακτηρίζει αυτόν τον ανατόμο της φρίκης με το χασάπικο της ρουλέτας που, εξαιρώντας το κρέας, παίρνει από τους πελάτες μόνο τα κόκαλα».
 
Το τρίτο μέρος του βιβλίου μοιάζει σαν ύστερα από απανωτά χαμόγελα της τύχης, εκείνη ξαφνικά να παγώνει, μαζί και το χαμόγελό σου, και όσο η χασούρα της απόλαυσης που γεννούσε ένα μέχρι πρότινος ευφρόσυνο βιβλίο συνεχίζεται, αναρωτιέσαι πώς θα ξεφύγεις από αυτή την κατάσταση στην οποία έχεις βρεθεί, με τις λιγότερες απώλειες. Ο Ηρακλής Λογοθέτης συνθέτει εκεί μια θεωρία των παιγνίων γύρω από τη ρουλέτα, «Προλεγόμενα σε μια μελλοντική θεωρία της ρουλέτας» την ονομάζει, και οι ορισμοί και οι περιπλεγμένες θεωρίες έχουν την τιμητική τους. Ο συγγραφέας προκρίνει εδώ τη μεθοδικότητα απέναντι στο (επιφανειακά) ευχάριστο χάος των προηγούμενων κομματιών, έτσι φρόντισε να είσαι μεθοδικός ή τουλάχιστον να δείχνεις ότι δεν είσαι καθόλου, για να περάσεις σχετικά καλά με αυτό το μέρος. «Η προγραμματική έλλειψη μεθοδικότητας συνιστά, και αυτή, μια μέθοδο: γιατί, φυσικά, προοπτικώς θεωρούμενο, κάθε απρόοπτο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε μικρής διάρκειας παιχνίδι – ή να μην εμφανιστεί». 
 


Το τέταρτο μέρος (παράρτημα περισσότερο) είναι 37, όσα και τα νούμερα της ρουλέτας, επιτόπιες παρατηρήσεις του συγγραφέα και των τρόπων και των αποτελεσμάτων που φέρνουν κάποιοι συγκεκριμένοι παίκτες που έχει βάλει στο στόχαστρο. Νομίζω ότι αυτό το κεφάλαιο θα έπρεπε να προηγείται της θεωρίας των παιγνίων έτσι ώστε ο αναγνώστης να αντιληφθεί και να χωνέψει την σταδιακή μετάβαση από την λογοτεχνία της αρχής σε κάτι πιο εξειδικευμένο που αναλύεται στα επόμενη μέρη. Μικρό μειονέκτημα αυτού του τέταρτου μέρους είναι το γεγονός ότι επειδή ο αναγνώστης δεν έχει μπροστά του τον «χάρτη» της ρουλέτας και της διάταξης των νούμερων δεν μπορεί να παρακολουθήσει τα πονταρίσματα που κάνουν τα υπό παρατήρηση υποκείμενα στην προσπάθειά τους να κερδίσουν. Μια εκτύπωση του «χάρτη» θα έλυνε διαμιάς το όποιο πρόβλημα – ήδη η μισή απεικόνισή του στο εξώφυλλο, διώχνει το μισό άγχος του αναγνώστη, ήταν τόσο απλό.
 
Η γενική έκδοση της «Sestina» είναι πολύ καλή και αν σας κεντρίζει η αψυχολόγητη ψυχολογία του παίκτη μπορείτε να αναζητήσετε το βιβλίο, σίγουρα θα βρείτε κάποιες όμορφες ιδέες. Εγώ κρατώ την πυκνή και πλούσια σε μεταφορές γλώσσα του συγγραφέα (με επιφύλαξη, για την οίηση που αρνείται κάποιες φορές να μετουσιωθεί σε ποίηση) και ίσως διαβάσω και κάποιο άλλο βιβλίο του στο ριψοκίνδυνο μέλλον.
 
«Η πρόληψη, ως αρρώστια ερασιτεχνική, ξεφεύγει από κάθε επαγγελματική θεραπεία».
 
Υ.Γ. 2022 Όπως έχετε παρατηρήσει για τα υστερόγραφα χρησιμοποιώ το 2666 και μόνο πριν από την αλλαγή του χρόνου το αλλάζω με την νέα χρονολογία. Τίποτα τυχαίο! Σωστά μαντέψατε, έτσι χτίζεται η φήμη ενός κριτικού στην Ελλάδα – στα ψέματα. Καλή χρονιά, λοιπόν… όλα στο κόκκινο, μην τα βλέπετε μαύρα! 😊 
 
 
Σημ.: Αν δεν σας αρέσουν οι ZZ Top, για εσάς του λαϊκούς υπάρχει και ο Θέμης Αδαμαντίδης. 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !