Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Viva Las Vegas


 
Δυο χρόνια τώρα ποντάρουμε στην πανδημία και χαΐρι δεν είδαμε. Όπως συμβαίνει και στα καζίνα, οι πολλοί δεν ξέρουν την τύφλα τους (ενώ ισχυρίζονται ότι είναι ειδικοί!) και επιπλέον ποντάρουν διαρκώς στην τύχη τους (που σπανίως είναι καλή) ενώ οι λίγοι που ξέρουν πώς παίζεται το παιχνίδι, ποντάρουν πάντα στους άλλους – και την άγνοιά τους. Στη θεωρία παιγνίων όλοι καλοί είμαστε (θεωρητικά πάντα), στην πράξη δεν μας βγαίνουν τα νούμερα – απόψε τουλάχιστον ποντάρετε πάνω από τις 35000, σίγουρα κερδίζει (τις εντυπώσεις). […] «26. Επειδή το σύνολο των νούμερων της ρουλέτας είναι το 666, ο διαβόητος δαιμονικός αριθμός του Θηρίου της Αποκαλύψεως, μερικοί, όπως ο Χ.Ψ., τον εξορκίζουν με τον σταυρό, που αποτελείται από την μεσαία κολόνα και την τραβέρσα 10-11-12. Εάν τα στοιχήματά του είναι επί μακρόν ανεπιτυχή, ενισχύει την οριζόντια δοκό του σταυρού με την τραβέρσα 13-14-15∙ και, εάν πάλι εξακολουθήσει να χάνει, κάνει τον σταυρό του και φεύγει! 
 
Όταν κερδίζει, κάνει τον σταυρό του και πάλι».
 
Όταν πριν από πολλά χρόνια είχα διαβάσει το υπέροχο βιβλίο του Αντώνη Σουρούνη «Ο Χορός των Ρόδων» είχα ενθουσιαστεί γιατί εκτός των άλλων προτερημάτων του είχε καταφέρει να μου μεταδώσει μια ανέμελη και ανάλαφρη όψη των ενδότερων ενός καζίνου. Χωρίς βέβαια να λείπουν οι προσωπικές τραγωδίες που στεγάζονται εντός του, ένιωθα ότι βγάζει στην επιφάνεια τον εθισμό των παικτών στην πιο γκροτέσκα εκδοχή τους. Αρκετές φορές έχω πειστεί ότι θα μπορούσα να ήμουν και εγώ ένας τέτοιος (μ)εθισμένος παίκτης (αν είχα τα λεφτά ή την επιδεξιότητα του Τζόυς στον δανεισμό) γιατί με έλκει έντονα αυτός ο κόσμος – και τα τζάμπα ποτά και φαγητά στο καζίνο! Θα κατέθετα και εκεί την πιο αστεία περσόνα μου περιμένοντας να αποκομίσω κάποιο ισχνό όφελος αν και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο – γιατί όπως συμβαίνει και στη ζωή, η περιρρέουσα δύσθυμη κατάσταση σού απονεκρώνει κάθε χαρά, τουλάχιστον μέχρι να βρεις κουράγιο για το επόμενο ποντάρισμα.
 
Έτσι, όταν βρήκα το βιβλίο του Ηρακλή Λογοθέτη «Σημειώσεις από τη ρουλέτα» έπαιξα τα ρέστα μου και το αγόρασα – τρόπος του λέγειν, 3 ευρώ το βρήκα. Με έναν ενδεικτικό του περιεχομένου και τιμιότατο υπότιτλο, «για όλους και για κανέναν», το βιβλίο χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, σε προσκαλεί με χαρά στα δύο πρώτα μέρη και σε πετάει όξω με τις κλωτσιές στα δύο τελευταία. Στο παιχνίδι της ανάγνωσης (όπως και της γραφής) πρέπει να ξέρεις ή να έχεις το ένστικτο να αποχωρείς εγκαίρως. Εδώ, η γραφή των δύο τελευταίων μερών δεν είναι περιττή αλλά η ανάγνωσή τους, για πολλούς αναγνώστες, ίσως ναι – μονά ή ζυγά, ο καθένας ποντάρει για λογαριασμό του. «Η ογκούμενη προσδοκία ακόμα μεγαλύτερου κέρδους σέρνει το χορό μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται να βαδίζουν στην πανωλεθρία οραματιζόμενοι θριάμβους»
 


Το πρώτο μέρος είναι το καλωσόρισμά μας στην Αίθουσα των Στεναγμών και η θυσία μας μπροστά στο μηχανικό ζώο που γουργουρίζει στο κέντρο της, τη ρουλέτα. Ο συγγραφέας μάς ξεναγεί εκεί μέσα με όπλα την εναργή του παρατηρητικότητα και την κατά αρκετά διαστήματα υψηλή λογοτεχνία του (παρά την κάποια οίηση στην γραφή που διέκρινα αλλά που δεν έφτασε να με ενοχλήσει ανεπανόρθωτα). Το δεύτερο μέρος είναι συνέχεια του πρώτου, με την διαφορά ότι την υψηλή λογοτεχνία την δανείζεται από άλλους που έχουν γράψει στα έργα τους για τα καζίνα και τη ρουλέτα, ιδιαιτέρως και ποικιλοτρόπως. Ζέμπαλντ, Γιούνγκερ, Μαίτερλινκ, Πύντσον, Μαλρώ, Ντοστογιέφσκι, έπαιξαν και είτε κέρδισαν είτε έχασαν – λογοτεχνικά και μη.
 
[…] «Ένας πρώην γκαλερίστας αναλύει τον μανιώδη και εκστατικό τρόπο με τον οποίο έπαιζε μερόνυχτα ολόκληρα ο Φράνσις Μπέικον. Συνδέει μάλιστα τη θεματική του σφαγείου που χαρακτηρίζει αυτόν τον ανατόμο της φρίκης με το χασάπικο της ρουλέτας που, εξαιρώντας το κρέας, παίρνει από τους πελάτες μόνο τα κόκαλα».
 
Το τρίτο μέρος του βιβλίου μοιάζει σαν ύστερα από απανωτά χαμόγελα της τύχης, εκείνη ξαφνικά να παγώνει, μαζί και το χαμόγελό σου, και όσο η χασούρα της απόλαυσης που γεννούσε ένα μέχρι πρότινος ευφρόσυνο βιβλίο συνεχίζεται, αναρωτιέσαι πώς θα ξεφύγεις από αυτή την κατάσταση στην οποία έχεις βρεθεί, με τις λιγότερες απώλειες. Ο Ηρακλής Λογοθέτης συνθέτει εκεί μια θεωρία των παιγνίων γύρω από τη ρουλέτα, «Προλεγόμενα σε μια μελλοντική θεωρία της ρουλέτας» την ονομάζει, και οι ορισμοί και οι περιπλεγμένες θεωρίες έχουν την τιμητική τους. Ο συγγραφέας προκρίνει εδώ τη μεθοδικότητα απέναντι στο (επιφανειακά) ευχάριστο χάος των προηγούμενων κομματιών, έτσι φρόντισε να είσαι μεθοδικός ή τουλάχιστον να δείχνεις ότι δεν είσαι καθόλου, για να περάσεις σχετικά καλά με αυτό το μέρος. «Η προγραμματική έλλειψη μεθοδικότητας συνιστά, και αυτή, μια μέθοδο: γιατί, φυσικά, προοπτικώς θεωρούμενο, κάθε απρόοπτο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε μικρής διάρκειας παιχνίδι – ή να μην εμφανιστεί». 
 


Το τέταρτο μέρος (παράρτημα περισσότερο) είναι 37, όσα και τα νούμερα της ρουλέτας, επιτόπιες παρατηρήσεις του συγγραφέα και των τρόπων και των αποτελεσμάτων που φέρνουν κάποιοι συγκεκριμένοι παίκτες που έχει βάλει στο στόχαστρο. Νομίζω ότι αυτό το κεφάλαιο θα έπρεπε να προηγείται της θεωρίας των παιγνίων έτσι ώστε ο αναγνώστης να αντιληφθεί και να χωνέψει την σταδιακή μετάβαση από την λογοτεχνία της αρχής σε κάτι πιο εξειδικευμένο που αναλύεται στα επόμενη μέρη. Μικρό μειονέκτημα αυτού του τέταρτου μέρους είναι το γεγονός ότι επειδή ο αναγνώστης δεν έχει μπροστά του τον «χάρτη» της ρουλέτας και της διάταξης των νούμερων δεν μπορεί να παρακολουθήσει τα πονταρίσματα που κάνουν τα υπό παρατήρηση υποκείμενα στην προσπάθειά τους να κερδίσουν. Μια εκτύπωση του «χάρτη» θα έλυνε διαμιάς το όποιο πρόβλημα – ήδη η μισή απεικόνισή του στο εξώφυλλο, διώχνει το μισό άγχος του αναγνώστη, ήταν τόσο απλό.
 
Η γενική έκδοση της «Sestina» είναι πολύ καλή και αν σας κεντρίζει η αψυχολόγητη ψυχολογία του παίκτη μπορείτε να αναζητήσετε το βιβλίο, σίγουρα θα βρείτε κάποιες όμορφες ιδέες. Εγώ κρατώ την πυκνή και πλούσια σε μεταφορές γλώσσα του συγγραφέα (με επιφύλαξη, για την οίηση που αρνείται κάποιες φορές να μετουσιωθεί σε ποίηση) και ίσως διαβάσω και κάποιο άλλο βιβλίο του στο ριψοκίνδυνο μέλλον.
 
«Η πρόληψη, ως αρρώστια ερασιτεχνική, ξεφεύγει από κάθε επαγγελματική θεραπεία».
 
Υ.Γ. 2022 Όπως έχετε παρατηρήσει για τα υστερόγραφα χρησιμοποιώ το 2666 και μόνο πριν από την αλλαγή του χρόνου το αλλάζω με την νέα χρονολογία. Τίποτα τυχαίο! Σωστά μαντέψατε, έτσι χτίζεται η φήμη ενός κριτικού στην Ελλάδα – στα ψέματα. Καλή χρονιά, λοιπόν… όλα στο κόκκινο, μην τα βλέπετε μαύρα! 😊 
 
 
Σημ.: Αν δεν σας αρέσουν οι ZZ Top, για εσάς του λαϊκούς υπάρχει και ο Θέμης Αδαμαντίδης. 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Οι αποσυνάγωγοι

  Το να γράφεις αλλόκοτη και παράδοξη λογοτεχνία δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν έχεις συμβιβαστεί με μια εντυπωσιοθηρική παράσταση και έχεις παγιδευτεί εντός της. Το πιο παράδοξο που συναντάς πλέον σε πολλά λογοτεχνικά έργα είναι ότι τους λείπει η λογοτεχνία! Η λεγόμενη παράδοξη λογοτεχνία συνήθως παίζει επικίνδυνα με τα όρια της γραφικότητας, που υποτίθεται ότι η άλλη, κοινή λογοτεχνία τα αποφεύγει… χαχαχα, μπα σε καλό μου. Κανείς δεν γλυτώνει από την γραφικότητα αν δεν ξέρει τον τρόπο να το πετύχει. Ταρώ ρίχνει και ο Χοντορόφσκι ταρώ και ο Χαϊκάλης, ποντάρετε σωστά τα λεφτά σας. Σχεδόν πάντα, είναι το ίδιο δύσκολο και ψυχοφθόρο να είσαι αποσυνάγωγος όσο και να είσαι επίτιμο μέλος της συναγωγής . «Νόμιζα πως είμαι αυτό που είμαι, αλλά στην πραγματικότητα είμαι ακόμα αυτό που ήμουν. Κι αυτό που ήμουν δεν ξέρω τι είναι. Ίσως κάποια μέρα το μάθω. Τότε θα είμαι αυτό που θα είμαι, αλλά δεν θα είμαι πια αυτό που είμαι τώρα. Και το να πάψω να είμαι αυτό που είμαι τώρα, με φοβίζει και με τρομάζε

Ο ακρωτηριασμός της Δύσης

    Όσο διάβαζα το βιβλίο μού ερχόταν στο μυαλό μια εντυπωσιακή φράση του Κούντερα που υπάρχει στο δοκίμιο «Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης» , καθώς και στις «Προδομένες διαθήκες» αν θυμάμαι καλά, που λέει ότι πλέον η ζωγραφική έγινε μια περιθωριακή τέχνη, ο κόσμος έπαψε να ενδιαφέρεται για αυτή όπως το έκανε όσο ζούσε ο Πικάσο και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναφέρουν έναν σύγχρονο ζωγράφο πια. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για το σκάκι και αν όλα πάνε καλά (και κατά διαόλου) και για οτιδήποτε άλλο. «Μαζί με τον Αλιέχιν, ένας κόσμος πέθαινε. Ο θάνατός του δεν αφορούσε μόνο το σκάκι. Ο Αλιέχιν υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας κλάσης παικτών χωρίς δάσκαλο, αριστοκρατών χωρίς βασιλιά, ατόμων χωρίς υποστήριξη, πνευματικών ανθρώπων χωρίς ιδεολογία, πολιτών χωρίς σύνορα, βασιλέων της φαντασίας, ανθρώπων ανένταχτων… Τώρα που δεν υπήρχε πια, ποιος θα έπαιζε;» Ας παίξουμε με τις λέξεις, για την ώρα. Οι λέξεις chess και chase ηχούν πολύ όμοια