Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εδώ γελάμε

 
 
Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο. «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο». 
 
Είναι ίσως αλήθεια ότι ένα θεωρητικό βιβλίο για το χιούμορ δεν έχει πολλή πλάκα, όπως και ένα βιβλίο για τη θεωρία λογοτεχνίας μπορεί να μην έχει λογοτεχνική αξία ή ένα βιβλίο μαγειρικής να μην έχει ιδιαίτερη γεύση. Αλλά από όσα βιβλία για το χιούμορ έχω διαβάσει ετούτο είχε το περισσότερο, το πιο κατανοητό (είμαι θιασώτης της θεωρίας ότι το χιούμορ δεν χρειάζεται σώνει και ντε να είναι κατανοητό, πρέπει να στηρίζεται στις ασυνάφειες για να ευδοκιμεί αλλά πάντα παραδόξως και περιέργως οφείλει να παρουσιάζεται ακατανόητα κατανοητό, με τρόπους που εξηγεί καλύτερα ο συγγραφέας) και χρήσιμο. Ο Τέρι Ίγκλετον χωρίζει το βιβλίο του σε 5 κεφάλαια, όπου αναλύει αρχικά τις επικρατούσες θεωρίες για το γέλιο, τη μεθοδολογία του, την εξέλιξη του χιούμορ ιστορικά και ύστερα την σύνδεσή του καθώς και την δύναμη πυρός του σε αντιπαράθεση με την πολιτική, ευρύτερα.
 
[…] Η Αλένκα Ζουπάντσιτς, σε μια πρωτότυπη μελέτη της για την κωμωδία, αντιμετωπίζει τα αστεία ως μικρόκοσμους της «παράδοξης και ενδεχομενικής συγκρότησης του κόσμου μας». Τα αστεία φέρνουν στο προσκήνιο της συνείδησης την τυχαία, αθεμελίωτη φύση της κατανόησής μας. Είναι, κατά μία έννοια, η κρυμμένη αλήθεια της συμβολικής τάξης της γλώσσας, με την ορθολογική, φαινομενικά φυσική της εκδοχή της πραγματικότητας. Τα σημαίνοντα που συγκροτούν αυτή τη τάξη είναι στην πραγματικότητα αυθαίρετα σημάδια και ήχοι, και, προκειμένου να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτα, ασαφή και ελεύθερα, ώστε να συνδυάζονται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, ακόμη και παράλογους και εξωφρενικούς. Αυτά, λοιπόν, που παράγουν νόημα πρέπει επίσης λογικά να παράγουν και α-νόημα (nonsense). Το καθένα είναι αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη του άλλου. Η Ζουπάντσιτς κάνει λόγο για «καθολικό α-νόημα ως προϋπόθεση κάθε νοήματος».
 
Έχοντας χαρακτηριστεί ήδη αρκετές φορές σκατόψυχος για το χιούμορ μου, απάνθρωπο σκουλήκι που αντιμετωπίζει τους συνανθρώπους του ως μαριονέτες, κλπ, ένα έχω να δηλώσω ως φτωχή και μίζερη υπεράσπισή μου: πλάκα έκανα ρε παιδιά! Ναι ξέρω, αυτό το «πλάκα έκανα» γίνεται ολοένα και πιο κατακριτέο στον κόσμο μας, αλλά πρέπει κάποτε και οι δήμιοι να καταλάβουν πώς λειτουργεί πριν αφήσουν τα χέρια με το τσεκούρι να πέσει προς τα κάτω. «Η θεωρία της ανωτερότητας είναι ορθή ως προς το γεγονός ότι χαμογελάμε με τις ατέλειες των άλλων, αλλά σφάλλει στο σημείο που υποστηρίζει ότι αυτό συμβαίνει απλώς και μόνο επειδή μας αρέσει να τους κοιτάζουμε αφ’ υψηλού. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεγάλο μέρος του χιούμορ στηρίζεται στην προσβολή και την κακομεταχείριση».
 
Η μία θεωρία είναι αυτή της ανωτερότητας που αναφέρεται παραπάνω, και ενστερνίζεται και ο Μπερξόν, ότι τέλος πάντων αν τους συμπαθούμε όλους δεν θα γελάσουμε ποτέ. Η έτερη επικρατούσα είναι πιο ψυχαναλυτική, εκείνη της απελευθέρωσης, που λέει ότι σε έναν εύτακτο κόσμο γεμάτο συμβιβασμούς πρέπει να επιδιώκεται μια απελευθέρωση ψυχικής ενέργειας για να μην πάμε για τρέλες (ξέρετε πού). Μια αναρχία εκ μέρους εκείνου που προσπαθεί να καταβάλει το εγώ οδηγώντας το σε ψυχικές εκκενώσεις – χέσε μας ρε Φρόιντ, χριστουγεννιάτικο. Χοντρικά, τις ανέλυσα τις θεωρίες, το καταλάβατε φαντάζομαι!
 
«Ένα άλλο πρόβλημα με τη θεωρία της ασυνάφειας είναι ότι είναι περιγραφική και όχι ερμηνευτική. Μας λέει με τι γελάμε, όχι όμως γιατί συμβαίνει αυτό. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να συνδυάσουμε τη θεωρία της ασυνάφειας με τη θεωρία της απελευθέρωσης, η οποία είναι ερμηνευτική. Είδαμε ότι μερικοί θεωρητικοί συνδυάζουν τη θεωρία της ανωτερότητας με τη θεωρία της ασυνάφειας, ή την πρώτη με τη θεωρία της απελευθέρωσης, αλλά η απελευθέρωση και η ασυνάφεια φαίνεται πως αποτελούν τον πλέον γόνιμο συνδυασμό». Το κεφάλαιο με τις Ασυνάφειες, τελικά, είναι το λιγότερο μπερδεψιάρικο και το πιο διασκεδαστικό γιατί δείχνει τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους γελάμε και όχι τους πιθανούς λόγους. Το γέλιο μπορεί συχνά να είναι αβίαστο, το χιούμορ όμως ποτέ, απαιτεί δημιουργικότητα και επιμονή, και αντίστοιχη καλλιέργεια από τους δέκτες του – για αυτόν ακριβώς τον λόγο, αρκετοί ηλίθιοι δεν βρίσκουν το χιούμορ σου ιδιαίτερα έξυπνο! Σίγουρα, υπάρχουν ποιοτικές και αισθητικές διαβαθμίσεις, από το εντελώς χοντροκομμένο στο πλέον λεπτεπίλεπτο (humor shaming!) και ο καθένας βρίσκει αυτό που τον ικανοποιεί. Εδώ θα σταθώ στο πνεύμα – όχι των Χριστουγέννων, κάτι περισσότερο διαχρονικό – που γεννήθηκε μαζί με τους τζέντλεμεν αλλά ευτυχώς δεν πέθανε μαζί τους – oh dear, δεν υπάρχουν πια αληθινοί τζέντλεμεν. «Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ιδίως το πνεύμα αντιπροσωπεύει μια μικρή νίκη της νόησης επί της ύλης – μιας ευέλικτης δημιουργικής νοημοσύνης επί του ακατανόητου του κόσμου». Ίσως από τα λιγότερο πνευματώδη σημεία του βιβλίου όμως αναμφιβόλως από τα πιο ουσιώδη, κατά την γνώμη μου. 
 

Μία εξαιρετική μελέτη που αν την διάβαζα παλιότερα θα μου έδινε τα θεωρητικά όπλα που ίσως τότε να χρειαζόμουν – τώρα πια έχω βγει στο αντάρτικο∙ αυτοϋπονομευστής. Φυσικά αξίζει να την διαβάσετε όλοι γιατί είναι ευκολότερη από άλλες μελέτες γύρω από το χιούμορ και σίγουρα ευκολότερη από το ίδιο το χιούμορ. Υπέροχη έκδοση από το «Πεδίο», με ωραία μετάφραση από τον Γιώργο Μπαρουξή και με άκρως χριστουγεννιάτικο εξώφυλλο λίγο πριν μπει στον φούρνο – το μόνο που μένει να γίνει αφότου διαβάσετε το βιβλίο είναι να καταφέρετε και να το χωνέψετε!
 
[…] «Συνεπώς, οι απολαύσεις του πνεύματος είναι πολύπλοκες. Απολαμβάνουμε ταυτόχρονα την επιδεξιότητα ως προς τη μορφή, τη μαστοριά της εκτέλεσης, την οικονομία της συνοπτικής γλώσσας, το ελεύθερο παιχνίδι της νόησης, τις αντιστροφές, τις ανατροπές, τις εκπλήξεις και τις μετατοπίσεις του περιεχομένου, τη διανοητική ικανοποίηση επειδή κατανοήσαμε το αστείο και την έκθεση της προσωπικότητας που συνεπάγεται, ενώ η κακεντρέχεια, η αναίδεια ή η περιφρόνηση που μπορεί να κρύβονται πίσω από ένα ευφυολόγημα μας επιτρέπουν μια ορισμένη, έμμεση εκτόνωση. Επιπλέον, αισθανόμαστε μια σαδιστική ικανοποίηση βλέποντας τον στόχο του ευφυολογήματος (χριστουγεννιάτικου οικογενειακού τραπεζιού) να περιέρχεται σε στιγμιαία (διαρκή) αμηχανία».
 
Υ.Γ. 2666 Καλά Χριστούγεννα και καλά κρασιά (δεν κάνω πλάκα τώρα)! 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !