Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Με ανώμαλους δεν μιλάω


 

Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χιούμορ. Και έτσι να νιώθετε, δικαίως, λειψοί. «Το μήνυμα είναι λίγο θολό, αλλά η ελευθερία σκέψης στο διαδίκτυο είναι ακόμα πιο απόλυτη αν σκεφτεί κανείς ότι είναι πλέον σίγουρο πως οι άνθρωποι έχουν πάψει να σκέφτονται».
 
Πρέπει να ομολογήσω στα γρήγορα δύο ανωμαλίες σχετικές με την ανάγνωση για να προχωρήσω αργότερα στα ουσιώδη. Μια εντελώς ανώμαλη αίσθηση με ταλαιπωρούσε ελαφρώς στην αρχή πριν εξαφανιστεί οριστικά κάπου στην σελίδα 80, που με έκανε να μην μπορώ να ξεχάσω ότι το βιβλίο είναι μια διανοητική κατασκευή. Σαφώς και είναι· όλα τα βιβλία είναι διανοητικές κατασκευές, το ξέρω, εκτός από μερικά που είναι αδιανόητες κατασκευές, όμως η αδυναμία μου να το ξεχάσω μου στερούσε κάτι από την χαρά της ανάγνωσης. Ίσως να έφταιγαν τα πολλά σύντομα κεφάλαια διαφορετικών χαρακτήρων που είχαν ως κοινό άξονα το ταραχώδες αεροπορικό ταξίδι Παρίσι-Νέα Υόρκη και προετοίμαζαν τον αναγνώστη για την μεγάλη ανατροπή που υποψιαζόταν αλλά δεν μπορούσε ακόμα να διακρίνει. Αυτή η νεφελώδης κατάσταση κράτησε λίγο και βγήκα και εγώ, όπως και το αεροπλάνο, από την μαυρίλα σε φωτεινό ουρανό μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου! 
 
Επίσης, έχοντας απόλυτη επίγνωση της βλασφημίας που επιχειρώ θα πω ότι το βιβλίο σε πολλά σημεία του μου έφερε στο μυαλό τον Πύντσον. Τίποτα ξεκάθαρα δεν μπορεί να φτάσει την μεγαλοσύνη του Πύντσον που αγαπάμε, όσοι τον αγαπάμε δηλαδή (4-5 max) αλλά σε πολύ αχνές γραμμές ο Τελιέ μού τον θύμισε και αυτό ενίσχυσε την απόλαυσή μου. Τα αρχικά κεφάλαια με τις σύντομες και βίαιες εναλλαγές πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων, το μεγάλο plot twist στα μισά του βιβλίου με τις συνωμοσιολογικές του συνδηλώσεις και το χάος του κόσμου, το αμερικανικό φόντο αλλά και η γλυκιά αγκαλιά σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο ταυτόχρονα, οι αμέτρητες αναφορές στην ποπ κουλτούρα, η γενική αίσθηση ότι όλα είναι χαώδη άλλα κάποιες αιχμές παρηγοριάς πάντα θα σχίζουν το ταλαιπωρημένο σαρκίο μας, οι φιλοσοφικές πινελιές σε μια πισίνα αμηχανίας αλλά και γέλιου το οποίο είναι και το μόνο που εν τέλει μας σώζει, έφεραν στο μυαλό μου τον μεγάλο Αμερικανό. Εντούτοις μην φοβάστε να διαβάσετε το βιβλίο του Τελιέ γιατί δεν γράφει καθόλου σαν τον Πύντσον – κανείς δεν μπορεί εξάλλου!
 
[…] «Και για εμάς τους άλλους, Βικτόρ Μιεζέλ, μπορείτε να κάνετε μια πρόβλεψη για το τι πρόκειται να συμβεί από δω και πέρα;»

«Τίποτα.» 

«Ορίστε;» 

«Τίποτα. Τίποτα δε θα αλλάξει. Θα ξυπνάμε το πρωί, θα πηγαίνουμε στη δουλειά επειδή θα ’μαστε πάντα αναγκασμένοι να πληρώνουμε το νοίκι, θα τρώμε, θα πίνουμε, θα κάνουμε έρωτα όπως πριν. Θα συνεχίσουμε να δρούμε σαν να ήμαστε πραγματικοί. Είμαστε τυφλοί μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να μας αποδείξει ότι κάνουμε λάθος. Είναι ανθρώπινο. Δεν είμαστε ορθολογικοί.»

 

Διάβασα το βιβλίο υπό την κατοχή μιας επίμονης και έντονης σκέψης. Εκδόθηκε μόλις πέρσι, το 2020 (Το θυμάστε ρε πούστηδες;) αλλά όσα περιγράφει φαίνεται να χρειάστηκαν μεγάλη έρευνα και είναι μάλλον απίθανο να ολοκληρώθηκαν μέσα σε έναν χρόνο. Παρακαλώ τον μεταφραστή του βιβλίου ή όποιον άλλον γνωρίζει να με διαφωτίσει για τον χρόνο γραφής του βιβλίου. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι παρόλο που το βιβλίο δεν είναι άμεσο (και κακόγουστο, όπως θα συμβεί με τα περισσότερα ανάλογα εγχειρήματα στο μέλλον!) λογοτεχνικό αποτέλεσμα της περιπέτειάς μας με την πανδημία καταλήγει να μιλάει για αυτήν πολύ καλύτερα και βαθύτερα, από ό,τι θα περίμενε κανείς από ένα βιβλίο που γράφτηκε υπό αυτό ειδικά το πρίσμα. Η ιστορία στην «Ανωμαλία» τοποθετείται κυρίως τον Μάρτιο 2021 και Ιούνιο 2021 και γίνεται μόνο μια μικρή αναφορά στην πανδημία του κορονοϊού που μάλλον προστέθηκε μεταγενέστερα, όμως όλα δείχνουν ότι ήταν σαν έτοιμο από καιρό το λογοτεχνικό εμβόλιο και απλώς το έβγαλαν τώρα για να τα κονομήσουν οι εκδοτικές πολυεθνικές! Όσοι το διαβάσετε προσπαθήστε να έχετε κατά νου και την πανδημία, και εκείνο το ανεκδιήγητο που λέγατε πέρσι, Ευκαιρία να βρω τον άλλον μου εαυτό… ε, αν τον βρείτε, να δω τι θα τον κάνετε, μα τον Θεό! «Κανείς δεν ζει τόσο πολύ ώστε να μάθει πόσο πολύ δεν ενδιαφέρεται κανείς για κανέναν». 


Για μία και μοναδική φορά σκέφτηκα να κάνω χοντρό σπόιλερ στην ανάρτησή μου πιστεύοντας ότι δε θα έχουν φοβερό πρόβλημα οι 35 αναγνώστες μου («Δε γνωρίζω πρόβλημα που να μπορεί ν’ αντισταθεί σε μια απουσία λύσης») αλλά μετά σκέφτηκα, Μην κάνεις τέτοιες μαλακίες γιατί μπορεί να μειωθούν και τα έσοδα μαζί με τους φόλοουερς και τελικά έκανα πίσω. Εξάλλου, οι προσεκτικοί αναγνώστες θα έχετε αναρωτηθεί ήδη από το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο που εμφανίζονται εις διπλούν, τι σκατά συμβαίνει με αυτό το βιβλίο και θα τρέξετε να το ανακαλύψετε. Εγώ αυτό που μπορώ να πω είναι ότι κάποιοι αναγνώστες ίσως λατρέψουν την αρχή και ξενερώσουν ελαφρώς με το plot twist και το αντίστροφο. Σίγουρα θα βρεθούν και κάποιοι, όπως εγώ, που θα τα λατρέψουν όλα. Ας πετάξω και μερικές λέξεις-κλειδιά και όσοι είναι να τσιμπήσετε θα τσιμπήσετε: Blade Runner, Matrix, Πιραντέλλο. Α, θυμίζει και λίγο το «Lost» τότε που απορούσαμε πώς γίνεται να εμφανίζεται πολική αρκούδα στο τροπικό νησί ενώ πριν από λίγες μέρες εδώ στη Θεσσαλονίκη εμφανίστηκε αγριογούρουνο στα παρτέρια της Αριστοτέλους, τίποτα απίθανο πια!

Όσες ομοιότητες και να έχει όμως με έργα της ποπ κουλτούρας, δεν είναι σε καμιά περίπτωση φτηνή απομίμηση. Ο Τελιέ έγραψε ένα καταπληκτικό βιβλίο, ευφάνταστο, με χιούμορ, που προβληματίζει και φιλοσοφεί, μακριά από ηλίθιους συναισθηματισμούς που σε κάνουν να δυσφορείς νύχτα και μέρα, σε εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, και σε όμορφη έκδοση από την «Opera» που είχε όμως την ανώμαλη έμπνευση να την ντύσει με λευκό απορροφητικό εξώφυλλο – το οποίο δεν είναι πια τίποτα από τα δύο! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; 


«Και μια καφετιέρα» συμπληρώνει ο Έιντριαν Μίλερ, «μια κανονική, που να φτιάχνει εσπρέσο». 

«Μη μας ζητάτε το ανέφικτο» στραβομουτσουνιάζει ο πτέραρχος. 

 


Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!