Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Με ανώμαλους δεν μιλάω


 

Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χιούμορ. Και έτσι να νιώθετε, δικαίως, λειψοί. «Το μήνυμα είναι λίγο θολό, αλλά η ελευθερία σκέψης στο διαδίκτυο είναι ακόμα πιο απόλυτη αν σκεφτεί κανείς ότι είναι πλέον σίγουρο πως οι άνθρωποι έχουν πάψει να σκέφτονται».
 
Πρέπει να ομολογήσω στα γρήγορα δύο ανωμαλίες σχετικές με την ανάγνωση για να προχωρήσω αργότερα στα ουσιώδη. Μια εντελώς ανώμαλη αίσθηση με ταλαιπωρούσε ελαφρώς στην αρχή πριν εξαφανιστεί οριστικά κάπου στην σελίδα 80, που με έκανε να μην μπορώ να ξεχάσω ότι το βιβλίο είναι μια διανοητική κατασκευή. Σαφώς και είναι· όλα τα βιβλία είναι διανοητικές κατασκευές, το ξέρω, εκτός από μερικά που είναι αδιανόητες κατασκευές, όμως η αδυναμία μου να το ξεχάσω μου στερούσε κάτι από την χαρά της ανάγνωσης. Ίσως να έφταιγαν τα πολλά σύντομα κεφάλαια διαφορετικών χαρακτήρων που είχαν ως κοινό άξονα το ταραχώδες αεροπορικό ταξίδι Παρίσι-Νέα Υόρκη και προετοίμαζαν τον αναγνώστη για την μεγάλη ανατροπή που υποψιαζόταν αλλά δεν μπορούσε ακόμα να διακρίνει. Αυτή η νεφελώδης κατάσταση κράτησε λίγο και βγήκα και εγώ, όπως και το αεροπλάνο, από την μαυρίλα σε φωτεινό ουρανό μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου! 
 
Επίσης, έχοντας απόλυτη επίγνωση της βλασφημίας που επιχειρώ θα πω ότι το βιβλίο σε πολλά σημεία του μου έφερε στο μυαλό τον Πύντσον. Τίποτα ξεκάθαρα δεν μπορεί να φτάσει την μεγαλοσύνη του Πύντσον που αγαπάμε, όσοι τον αγαπάμε δηλαδή (4-5 max) αλλά σε πολύ αχνές γραμμές ο Τελιέ μού τον θύμισε και αυτό ενίσχυσε την απόλαυσή μου. Τα αρχικά κεφάλαια με τις σύντομες και βίαιες εναλλαγές πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων, το μεγάλο plot twist στα μισά του βιβλίου με τις συνωμοσιολογικές του συνδηλώσεις και το χάος του κόσμου, το αμερικανικό φόντο αλλά και η γλυκιά αγκαλιά σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο ταυτόχρονα, οι αμέτρητες αναφορές στην ποπ κουλτούρα, η γενική αίσθηση ότι όλα είναι χαώδη άλλα κάποιες αιχμές παρηγοριάς πάντα θα σχίζουν το ταλαιπωρημένο σαρκίο μας, οι φιλοσοφικές πινελιές σε μια πισίνα αμηχανίας αλλά και γέλιου το οποίο είναι και το μόνο που εν τέλει μας σώζει, έφεραν στο μυαλό μου τον μεγάλο Αμερικανό. Εντούτοις μην φοβάστε να διαβάσετε το βιβλίο του Τελιέ γιατί δεν γράφει καθόλου σαν τον Πύντσον – κανείς δεν μπορεί εξάλλου!
 
[…] «Και για εμάς τους άλλους, Βικτόρ Μιεζέλ, μπορείτε να κάνετε μια πρόβλεψη για το τι πρόκειται να συμβεί από δω και πέρα;»

«Τίποτα.» 

«Ορίστε;» 

«Τίποτα. Τίποτα δε θα αλλάξει. Θα ξυπνάμε το πρωί, θα πηγαίνουμε στη δουλειά επειδή θα ’μαστε πάντα αναγκασμένοι να πληρώνουμε το νοίκι, θα τρώμε, θα πίνουμε, θα κάνουμε έρωτα όπως πριν. Θα συνεχίσουμε να δρούμε σαν να ήμαστε πραγματικοί. Είμαστε τυφλοί μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να μας αποδείξει ότι κάνουμε λάθος. Είναι ανθρώπινο. Δεν είμαστε ορθολογικοί.»

 

Διάβασα το βιβλίο υπό την κατοχή μιας επίμονης και έντονης σκέψης. Εκδόθηκε μόλις πέρσι, το 2020 (Το θυμάστε ρε πούστηδες;) αλλά όσα περιγράφει φαίνεται να χρειάστηκαν μεγάλη έρευνα και είναι μάλλον απίθανο να ολοκληρώθηκαν μέσα σε έναν χρόνο. Παρακαλώ τον μεταφραστή του βιβλίου ή όποιον άλλον γνωρίζει να με διαφωτίσει για τον χρόνο γραφής του βιβλίου. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι παρόλο που το βιβλίο δεν είναι άμεσο (και κακόγουστο, όπως θα συμβεί με τα περισσότερα ανάλογα εγχειρήματα στο μέλλον!) λογοτεχνικό αποτέλεσμα της περιπέτειάς μας με την πανδημία καταλήγει να μιλάει για αυτήν πολύ καλύτερα και βαθύτερα, από ό,τι θα περίμενε κανείς από ένα βιβλίο που γράφτηκε υπό αυτό ειδικά το πρίσμα. Η ιστορία στην «Ανωμαλία» τοποθετείται κυρίως τον Μάρτιο 2021 και Ιούνιο 2021 και γίνεται μόνο μια μικρή αναφορά στην πανδημία του κορονοϊού που μάλλον προστέθηκε μεταγενέστερα, όμως όλα δείχνουν ότι ήταν σαν έτοιμο από καιρό το λογοτεχνικό εμβόλιο και απλώς το έβγαλαν τώρα για να τα κονομήσουν οι εκδοτικές πολυεθνικές! Όσοι το διαβάσετε προσπαθήστε να έχετε κατά νου και την πανδημία, και εκείνο το ανεκδιήγητο που λέγατε πέρσι, Ευκαιρία να βρω τον άλλον μου εαυτό… ε, αν τον βρείτε, να δω τι θα τον κάνετε, μα τον Θεό! «Κανείς δεν ζει τόσο πολύ ώστε να μάθει πόσο πολύ δεν ενδιαφέρεται κανείς για κανέναν». 


Για μία και μοναδική φορά σκέφτηκα να κάνω χοντρό σπόιλερ στην ανάρτησή μου πιστεύοντας ότι δε θα έχουν φοβερό πρόβλημα οι 35 αναγνώστες μου («Δε γνωρίζω πρόβλημα που να μπορεί ν’ αντισταθεί σε μια απουσία λύσης») αλλά μετά σκέφτηκα, Μην κάνεις τέτοιες μαλακίες γιατί μπορεί να μειωθούν και τα έσοδα μαζί με τους φόλοουερς και τελικά έκανα πίσω. Εξάλλου, οι προσεκτικοί αναγνώστες θα έχετε αναρωτηθεί ήδη από το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο που εμφανίζονται εις διπλούν, τι σκατά συμβαίνει με αυτό το βιβλίο και θα τρέξετε να το ανακαλύψετε. Εγώ αυτό που μπορώ να πω είναι ότι κάποιοι αναγνώστες ίσως λατρέψουν την αρχή και ξενερώσουν ελαφρώς με το plot twist και το αντίστροφο. Σίγουρα θα βρεθούν και κάποιοι, όπως εγώ, που θα τα λατρέψουν όλα. Ας πετάξω και μερικές λέξεις-κλειδιά και όσοι είναι να τσιμπήσετε θα τσιμπήσετε: Blade Runner, Matrix, Πιραντέλλο. Α, θυμίζει και λίγο το «Lost» τότε που απορούσαμε πώς γίνεται να εμφανίζεται πολική αρκούδα στο τροπικό νησί ενώ πριν από λίγες μέρες εδώ στη Θεσσαλονίκη εμφανίστηκε αγριογούρουνο στα παρτέρια της Αριστοτέλους, τίποτα απίθανο πια!

Όσες ομοιότητες και να έχει όμως με έργα της ποπ κουλτούρας, δεν είναι σε καμιά περίπτωση φτηνή απομίμηση. Ο Τελιέ έγραψε ένα καταπληκτικό βιβλίο, ευφάνταστο, με χιούμορ, που προβληματίζει και φιλοσοφεί, μακριά από ηλίθιους συναισθηματισμούς που σε κάνουν να δυσφορείς νύχτα και μέρα, σε εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, και σε όμορφη έκδοση από την «Opera» που είχε όμως την ανώμαλη έμπνευση να την ντύσει με λευκό απορροφητικό εξώφυλλο – το οποίο δεν είναι πια τίποτα από τα δύο! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; 


«Και μια καφετιέρα» συμπληρώνει ο Έιντριαν Μίλερ, «μια κανονική, που να φτιάχνει εσπρέσο». 

«Μη μας ζητάτε το ανέφικτο» στραβομουτσουνιάζει ο πτέραρχος. 

 


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Στα χαμένα

Ρε μπελά που βρήκα! Να είναι ένα βιβλίο σχετικά ευχάριστο, να έχει πράγματα που γενικά ταιριάζουν με το γενικότερο γούστο μου και εγώ να το αντιμετωπίζω σαν ταινία του Μπέλα Ταρ – τον ατελείωτο ένα πράμα. Είχε καιρό να μου συμβεί κάτι ανάλογο, σηκώνει και η επιστήμη τα χέρια της ψηλά! Έβαλα σφήνα την ανάγνωση για να προλάβω την ταινία του Λάνθιμου – την οποία κατάφερα να δω χθες, 17 Δεκεμβρίου, στην επίσημη πρεμιέρα της – και ακόμα να το τελειώσω. Λίγες σελίδες ακόμα που διαβάζονται παράλληλα με αυτές τις γραμμές που γράφονται. Τουλάχιστον η ταινία ήταν πολύ καλή και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου ήταν ακριβώς αυτό∙ ήξερες από την αρχή ότι θα γίνει μια καλή ταινία. Το βιβλίο πάλι, δεν ήξερε τι ήθελε να είναι, και μέσω ανομοιόμορφων αφηγήσεων, για μένα τουλάχιστον κατέληξε να είναι χάσιμο χρόνου. «Η πιο προφανής ανωμαλία της (…) είναι η απόλυτη έλλειψη οποιασδήποτε ανωμαλίας».

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει και πλέον δεν μπορείς να αφήσεις αυτό το καταπληκτικό βιβλίο από τα ηλιοψημένα χέρια σου∙ εγκαταλείψτε αυτό το κλισέ να βουλιάξει και να πνιγεί όπως του αξίζει. Νόμιζα ότι είχα αφήσει το «ναυτικό» μου παρελθόν ( Καββαδίας , Μέλβιλ , κλπ) σχεδόν οριστικά πίσω – χωρίς να σημαίνει ότι δε θα τους ξαναδιάβαζα για το μεγάλο λογοτεχνικό τους εκτόπισμα – και σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να αγοράσω το συγκεκριμένο βιβλίο, ειδικά όταν έχω τόσα άλλα αδιάβαστα στο αμπάρι. Όμως μου το έκαναν δώρο, το ξεκίνησα για κλείσιμο μιας κατά τ’ άλλα απάνεμης αναγνωστικής χρονιάς και ένα πελώριο κύμα μέσα στο μυαλό με ξαναχτύπησε με δριμύτητα. Στο μικρό εκδοτικό καράβι που είναι η χώρα μας και όλοι κοιτάνε ποιος θα φαγωθεί στην πορεία ( «Άκουσε κάποιους ναυαγούς να λένε ψιθυριστά πως έπρεπε να τραβήξουν κλήρο και “να θανατώσουν έναν άντρα για να σωθούν οι υπόλοιποι”» ) και εν μέσω μιας αποικιοκρατικής καταγραφής αναγνωστικών λιστών με αρκετή δόση μυθομανίας και εν είδει πρωτοχρονιάτ

D’ ye see him?

Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν. Ο Σύριζα πιο οπισθοδρομικός από ποτέ ετοιμάζεται για την νέα εποχή του, οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι κάνουν jump scares από κάθε γωνιά με το πιο creepy χαμόγελό τους και εσύ νιώθεις ότι θες να πας ξαφνικά και διακαώς για καφέ με έναν random συμμαθητή της Α' λυκείου παρά να ακούσεις το πρόγραμμά τους και οι καιροί νερό θα φέρουν πάλι στην βασανισμένη Θεσσαλία, έτσι λένε αυτοί που ξέρουν. Μόνο το «Βιβλιοκαφέ» του Πατριάρχη Φώτιου έκλεισε λόγω ανεξέλεγκτου πληθωρισμού – 4,20 ο διπλός εσπρέσο, πού πάμε ωρέ; Παρ’ όλα αυτά οι αναρτήσεις του παρέμειναν να θαλασσοδέρνονται στο ίντερνετ και μια δική μου έτυχε και ξεβράστηκε μπροστά μου . Πω πω μπόχα!! Δεν θέλω να την ακουμπήσω καν! Τέλος πάντων, εσείς μπορεί να βρείτε ότι διαθέτει ακόμα κάποιο ψαχνό. Αν όμως πιστεύετε ότι αλλάξατε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έστω και λίγο, δε θα έπρεπε να της ρίξετε ούτε ματιά!

DiFullness

Δε διαβάζω κόμιξ – η δήλωση αυτή είναι παρόμοια με το «Δεν έχω δει ποτέ Φιλαράκια » το 2023. Έχω διαβάσει μέσα στα χρόνια κάποια επιλεκτικά αλλά δεν μπορώ να πω ότι τα προτιμώ. Είναι ακριβό χόμπι, αρκετές φορές η ιστορία μου φαίνεται αδιάφορη και η εικονογράφηση φτωχή και γενικά θα έλεγα ότι δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου. Όμως εδώ είπα να κάνω μια εξαίρεση γιατί πίνω νερό στο όνομα του Χοντορόφσκι . Δεν ειν’ καλ’ αυτός ο άνθρωπος, πάει και τελείωσε. Αυτή η κριτική έχει σκοπό να θυμίζει κάπως δελτίο τύπου – τι παράξενο, αλήθεια, συνήθως στην Ελλάδα μας έμαθαν τα δελτία τύπου να θυμίζουν κάπως κριτικές! – τίποτα βαθύ και ευφάνταστο εδώ, εξάλλου η συνηθισμένη φαντασία χάνεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με μεγαλοφυΐες σαν εκείνες του Χοντορόφσκι και του Moebius. Όλοι οι πολιτισμένοι γαλαξίες γύρω μας έχουν φευγάτα κόμιξ σαν το Ινκάλ, εμείς σε καμιά βδομάδα θα έχουμε το κόμικ για τον Ζορμπά – και μετά απορούμε γιατί δεν κάνουμε εξωγαλαξιακή καριέρα.

Ο θάνατος σου πάει πολύ

Υπήρχε κάποτε εκείνη η σειρά ταινιών θρίλερ (νομίζω ακόμα υπάρχει, μα να μην ξέρουν πότε πρέπει να πεθαίνει μια ωραία ιδέα) με τον πιο εύστοχο, θεωρώ, ελληνικό τίτλο « Βλέπω τον θάνατό σου » όπου σε μία καθορισμένη λίστα ανθρώπων κάποιος έβλεπε το τελεσίδικο όραμα και έσπαγε την αλυσίδα θανάτου και το έργο τότε έπαιρνε τρομακτική κατεύθυνση. Χωρίς το σπλάτερ και με περισσότερη φαντασία και στοχασμό, η Μαρία Γιαγιάννου βλέπει τον θάνατό μας μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και συγκεκριμένα μέσα στο facebook – που είναι και το γηραιότερο μέσο, ok boomer! «Το νήπιο άκουσε την φράση “πρόσω ολοταχώς” ως “μπρος ολοταφώς”, ένα ολίσθημα που μαρτυρά την αμφισημία των πραγμάτων και της γλώσσας που τα αναπαριστά. Μπορεί εξίσου να σημαίνει “Μπρος όλο το φως” και “Μπρος όλα τάφος”» .

Μην περιμένετε και πολλά από το τέλος του κόσμου

Κάθε Πρωτοχρονιά, αφού έχει αποσοβηθεί κατά ένα μέρος του ο προκαταρκτικός οικογενειακός όλεθρος, επιστήμονες βρίσκουν την ώρα να μας ενημερώσουν πόσα δευτερόλεπτα κινήθηκε μπροστά (μην τρέφετε αυταπάτες ακόμα και όταν σας λένε ότι κινήθηκε και προς τα πίσω) το Ρολόι της Αποκάλυψης – δεν τελειώνει άλλο αυτή η Ιστορία! Ο κόσμος μας είναι γεμάτος από μικρά καταστροφικά τέλη, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της κυκλοφορίας, που σχεδόν πάντα είναι αδύνατο να αποτρέψεις και περισσότερο να αποφύγεις. Τι μένει στο τέλος, λοιπόν; Να τα απολαύσεις, μάλλον. Και ο πιο διασκεδαστικός τρόπος ήταν πάντοτε μέσω της τέχνης. «Με αυτά στο μυαλό της η κυρία Βαλασία έκλεινε τα μάτια της και παραδιδόταν στην αγκαλιά του ύπνου, γνωρίζοντας ότι το επόμενο πρωί, στις 05:30, θα ξυπνούσε από τον ήχο που θα παρήγαγε το ξυπνητήρι της, το οποίο της υπενθύμιζε σε καθημερινή βάση ότι η δημιουργία μιας καταστροφής είναι εξίσου σημαντική υπόθεση με την καταστροφή μιας δημιουργίας» . 

Η φάση είναι κρίντζι

  Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο» . Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί ! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!

Μισή εντροπία δική μου

  Το να διαβάζεις αδιαμεσολάβητα Πύντσον είναι ένας ανελέητος και μακράς διαρκείας διανοητικός καύσωνας για τον οποίο κανένα επικαιροποιημένο ή μη δοκίμιο δεν μπορεί να σε προειδοποιήσει επαρκώς∙ και το δοκίμιο του Θανάση Μήνα, παρά τις αρετές του, κάνει ακριβώς αυτό. Το συγκεκριμένο δοκίμιο στηρίζεται σε ένα δίπολο: το εξώφυλλο ανεβάζει ψηλά τις προσδοκίες του αναγνώστη και το τίμιο οπισθόφυλλο τις καταποντίζει – σύμφωνα με έναν απόκρυφο νόμο της θερμοδυναμικής που γνωρίζουν Εκείνοι και ίσως και Εγώ, το αποτέλεσμα τείνει τελικά προς την αταξία. Σχετικό χάος, συγυρισμένο ωστόσο!