Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Black Mirror



 

Ήθελα να γράψω από τους πρώτους για το βιβλίο του Άρνο Σμιτ για να μπορέσω να χρησιμοποιήσω αυτόν τον τίτλο στην ανάρτηση· γιατί τίποτα δεν μπορεί να με κινητοποιήσει καλύτερα («...μα σε τι ακρότητες μπορεί να παρασύρει τον ρήτορα η γλωσσική ευχέρειά του!») από ένα λογοπαίγνιο! Επιπροσθέτως, ήταν και μια καλή ευκαιρία να αναφερθώ ξανά σε αυτή την σειρά που για μένα αποτελεί μακράν την καλύτερη του 21ου αιώνα. Τώρα θα μου πείτε, έχει καμιά σχέση ο Σμιτ με το «Black Mirror»; Με μια γρήγορη ματιά, όχι. Όσο όμως κλωθογύριζα τα επεισόδια στο μυαλό μου, θυμήθηκα ένα συγκεκριμένο με τίτλο «Metalhead», κάπως αδικημένο από τους θεατές της σειράς, αλλά για μένα ένα από τα καλύτερα. Κάποιες πρώτες συγκρίσεις με το επεισόδιο είναι παραπάνω από εμφανείς. Από εκεί και πέρα, η ίδια η σειρά έχει μία σκωπτικότητα που σε σημεία μοιάζει επίτηδες άτεχνη και τραβηγμένη, μία αυτοϋπονόμευση, έναν εναργή αντισυμβατισμό και όλα αυτά, και περισσότερα, τηρουμένων των αναλογιών, τα βρήκα και στο βιβλίο του Σμιτ. «Ο Δαίμων: ευμενής και χρυσά γερμένος· θεότητα μετά πονηρού θιάσου που πλάστηκε και ξαμολήθηκε πίσω από έναν μακαρίως μαινόμενο: τέτοιος θέλω και εγώ να είμαι, μακαρίως μαινόμενος».

 

Υπάρχει ένας τύπος αναγνωστών που διατείνεται ότι η λογοτεχνία πρέπει να μιλάει με απλά λόγια και ότι δεν χρειάζεται, φέρνοντας συνήθως σαν παράδειγμα τον «Οδυσσέα» του Τζόυς, ολόκληρη μελέτη για να χαρείς ένα βιβλίο, στο διάολο τέτοια λογοτεχνία. Αν ανήκετε σε αυτή την κατηγορία καλό είναι να ξεκινήσετε νωρίς γιατί ο δρόμος προς την κόλαση δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Εγώ πάλι αγαπώ υπέρμετρα και τα ίδια τα δύσκολα κείμενα και τις πολλαπλές δυνατότητες ερμηνείας που ξεπηδούν από αυτά έτσι ώστε η συνεχής ανατροφοδότηση που προκύπτει να αυξάνει και την απόλαυσή μου. Εσείς οι αναγνώστες που μισείτε τα σπόιλερ θα δοκιμάσετε μία δυσάρεστη έκπληξη· γιατί όλο το οπισθόφυλλο είναι ένα ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΣΠΟΙΛΕΡ – εντελώς αθώο όπως κατά βάση είναι όλα τα σπόιλερ, αλλά για εσάς τους πιστούς ίσως να λαμβάνει και τις τερατώδεις διαστάσεις ενός Λεβιάθαν, τι να πω πια! Σε γενικές γραμμές λοιπόν, έχετε το στόρι και σας λείπει η λογοτεχνία. Αρκετοί βολεύεστε με αυτήν την συνθήκη, δεν κρίνω, οι υπόλοιποι όμως βυθιστείτε άφοβα στον κόσμο του Άρνο Σμιτ. Θα βγείτε… χειρότεροι άνθρωποι αλλά καλύτεροι αναγνώστες! «Και είπε την ιστορία της, βυθισμένη στην πολυθρόνα, δίχως μάτια φωσφορίζοντα κι άλλα τέτοια μαγικά (μόνο μια φορά έμπηξα φωνή: η Λίζα πήγε να νερώσει το ρούμι!)».

Νομίζω ότι το ιδιαίτερο και γοητευτικό αυτό βιβλίο το διακρίνουν και το συνοψίζουν οι «απότομες μεταπτώσεις από τον ποιητικό στον κυνικό τόνο» και αυτό προσωπικά με κέρδισε ολοκληρωτικά. Τώρα το πώς γίνονται αυτές οι μεταπτώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να το περιγράψω και θα σας παραπέμψω στο καταπληκτικό και βοηθητικό επίμετρο – η γνώμη μου είναι ότι μπορείτε να το διαβάσετε και στην αρχή, αλλά είπαμε, εγώ δεν πιστεύω στα σπόιλερ και λοιπούς ξεφτισμένους θεούς – του μεταφραστή του, Γιάννη Κοιλή, ο οποίος τον μελετά χρόνια, τον αγαπά χρόνια και μας τον έφερε εντέλει ολόλαμπρο στα χέρια μας, όχι μέσω Λαμίας, ως είθισται, αλλά μέσω… Ηρακλείου Κρήτης! Οι λάτρεις του Τζόυς θα αγαπήσετε το συγκεκριμένο βιβλίο, εξάλλου χρόνια κατηγορούσαν τον Σμιτ ως μιμητή του Τζόυς και ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα μέχρι που διάβασε τον Ιρλανδό και απέκτησε ιδέα και άρχισε να τον μιμείται με την ησυχία του αγνοώντας επιδεικτικά τις κακές γλώσσες του μισητού κόσμου. Η άτυπη τριλογία «Τα παιδιά του Νομποντάντυ» στην οποία ανήκουν και οι «Μαύροι καθρέφτες», κρύβουν στον τίτλο μια τζοϋσικής έμπνευσης λέξη, Nobodaddy, τα παιδιά δίχως πατέρα. Το βασικό κοινό του Σμιτ και του Τζόυς όμως είναι ότι και οι δύο υπήρξαν σπουδαίοι συγγραφείς και είναι και το μόνο που μας ενδιαφέρει. «Πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: για τον Σμιτ απαρτίζουν το δαιμονικό τρίπτυχο, τη σπορά του Λεβιάθαν που πνίγει στα σπάργανα τον ορθό λόγο: η μόνη δυνατότητα απάντησης είναι το σκεπτόμενο - και ως εκ τούτου αντιστεκόμενο – άτομο, τα Παιδιά του Νομποντάντυ!» 

 


Το βιβλίο είναι διάσπαρτο με δυσνόητες αναφορές, με λεξιπλασίες (σαν ασθένεια διαβάζεται αυτό), με στριφνή στίξη, με χίλια δυο εμπόδια, αλλά ασκεί και τόσο απαράμιλλη γοητεία, σαν μαύρη μαγεία ένα πράγμα, βρε τον σατανά τον Σμιτ, «…ασκούμαι στην αμβλύνοια, δηλ. εξωτερικά· εντούτοις, τα χείλη της καρδιάς μου χαμογελούν αυτάρεσκα». Εξάλλου ένας βασικός λόγος που διαβάζω λογοτεχνία δεν είναι για να βρω απαντήσεις αλλά για να συνεχίσω να αναρωτιέμαι. Το έχω ξαναπεί με αφορμή πάλι τον ίδιο μεταφραστή και θα το επαναλάβω και εδώ, είναι μεγάλο πλεονέκτημα ο μεταφραστής ενός έργου να αγαπάει και να εκτιμάει βαθιά τους συγγραφείς που μεταφράζει. Η μετάφραση του Γιάννη Κοιλή είναι ανυπέρβλητη, και ίσως αποτελεί και τον κύριο λόγο που το αγόρασα, γιατί ειδάλλως ίσως φοβόμουν να αναμετρηθώ με τον Άρνο Σμιτ αν μου προσφερόταν σε άλλο περιτύλιγμα. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω το εξής «ατόπημα»· υπάρχουν αρκετές φράσεις στο έργο του Σμιτ, αγγλικές, γερμανικές, λατινικές, κλπ, που μένουν αμετάφραστες. Προσωπικά δεν με ενοχλεί αυτό, ενισχύει κάπως την συνολική γοητεία του έργου, το έχω πετύχει και σε άλλα βιβλία και γενικά δεν έχω πρόβλημα. Παρόλα αυτά, διαπίστωσα ότι όπου υπήρχαν αγγλικές φράσεις που κουτσοκαταλάβαινα, λάμβανα μια σχετική γνώση της ιστορίας (ακόμα και αν ήταν επουσιώδης) που χανόταν στα άλλα αποσπάσματα των οποίων δεν γνώριζα την γλώσσα. Και αναρωτιέμαι γιατί να μην μεταφράζονταν όλα και να υπήρχαν σε υποσημειώσεις ή με παραπομπές στο τέλος του βιβλίου; Όποιος μου πει, υπάρχει και το Google, ένα έχω να του πω: (μαύρο) Καθρεφτάκι!

Η έκδοση της «Κίχλης» πάντα στα γνωστά ποιοτικά της στάνταρ. Το βιβλίο συνοδεύεται από ωραίες οξυγραφίες του Eberhard Schlotter, φίλου του Άρνο Σμιτ. Επιτρέψτε μου, σας παρακαλώ, να τις νοθεύσω και με δυο εικόνες από το επεισόδιο του «Black Mirror» που θεωρώ ότι ταιριάζουν κάπως. Επίσης, ας γιορτάσουμε το πρώτο βιβλίο (που έπεσε τουλάχιστον στην αντίληψή μου) της «Κίχλης» ολότελα απαλλαγμένο από τον βραχνά του πολυτονικού – δεν θέλω να χαλάσω κανενός το αφήγημα, δεν είμαι τέτοιος χαρακτήρας, αλλά να σας πω και κάτι, μια χαρά διαβάζεται και στο μονοτονικό! Και για να αντισταθμίσω αυτό το αναπάντεχο πλεονέκτημα ας αναφέρω και ένα ατόπημα της έκδοσης – ναι, τελικά, είμαι μισάνθρωπος, πρόβλημα; – που εντοπίζεται στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου στις οποίες δεν παραπέμπει κανείς… Nobodaddy που λένε! Γιατί ρε παιδιά; Το είχα συναντήσει και στην «Θεία Κωμωδία» αν θυμάμαι καλά και είναι κάπως ενοχλητικό για μας τους ψυχαναγκαστικούς. Ναι μεν οι σημειώσεις όπως τονίζει και ο μεταφραστής είναι ήπιες αναφορές σε γερμανικά κείμενα που ίσως ο Έλληνας αναγνώστης δεν είναι εξοικειωμένος με αυτά αλλά δεν έχει σημασία, έπρεπε να φέρουν αριθμητική παραπομπή. Τέλος πάντων, αυτά τα ατοπήματα δεν είναι τίποτα μπροστά στο τεράστιο έργο του Άρνο Σμιτ. Αξίζει να το δοκιμάσετε. Ανοίξτε το μυαλό σας μέχρι να ανοίξουν τα μπαρ.

[…] «Μα πού είναι εκείνο το κράτος, το σύνταγμα του οποίου θα αρχίζει με την υπέροχη φράση: “Ο κόσμος είναι αρκετά μεγάλος, ώστε να μπορούμε να έχουμε όλοι άδικο!”;» 

 



Υ.Γ 2666  «Συνημμένον επιστρέφω τον Μεσσίαν».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.