Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Φιλαράκι, μήπως έχεις ένα ευρώ;

 
Πολλές φορές έχουμε ακούσει αυτή την φράση και μερικοί από μας την έχουμε κιόλας παρωδήσει, παραβλέποντας εκουσίως το γεγονός ότι εκείνοι που την προφέρουν είναι ασθενείς βαρύτατης μορφής και το τελευταίο που θα περίμεναν από εμάς είναι η χλεύη και η απαξία μας. Όλα αυτά τα εκατομμύρια των ασθενών όμως, είναι η μικρή άκρη του παγόβουνου, σχεδόν όσο η λεπτή άκρη μιας βελόνας, μπροστά στον επιβλητικό και αιματοβαμμένο όγκο που υπάρχει από κάτω. Και γύρω από αυτό το παγόβουνο πλέουν με ασφάλεια χιλιάδες Τιτανικοί, ως σύμβολα καπιταλιστικής εξουσίας, που περισσότερο προστατεύονται από το παγόβουνο παρά κινδυνεύουν. Εκείνες που σίγουρα κινδυνεύουν να συγκρουστούν μαζί του, είναι οι σωστικές λέμβοι, γιατί στον κόσμο των ναρκωτικών δεν μπορεί, συνήθως, να σωθεί τίποτε. Οι πάγοι του ποτέ δεν λιώνουν.
 
Και η χώρα του, το Μεξικό, γη ποιητών και συγγραφέων -Οκτάβιο Πας, Χουάν Ρούλφο, Κάρλος Φουέντες, Έλενα Γκάρο, Χόρχε Βόλπι, Ροσάριο Καστεγιάνος, Λουίς Ουρέα, Έλμερ Μεντόσα, Αλφόνσο Ρέγιες-, γη ζωγράφων και γλυπτών -Ντιέγο Ριβέρα, Φρίντα Κάλο, Γκαμπριέλ Ορόσκο, Πάμπλο Ο' Χίγκινς, Χουάν Σοριάνο, Φρανσίσκο Γοΐτια-, χορευτριών -Γκιγιερμίνα Μπράβο, Γκλόρια και Νέλι Καμπομπέγιο, Χοσεφίνα Λαβάγιε, Άννα Μέριδα-, συνθετών -Κάρλος Τσάβες, Σιλβέστρε Ρεβουέλτας, Αγουστίν Λάρα, Μπλας Γκαλίντο-, αρχιτεκτόνων -Λουίς Μπαραγάν, Χουάν Ο' Γκόρμαν, Τατιάνα Μπιλμπάο, Μίτσελ Ροϊκίντ, Πέδρο Βάσκες-, υπέροχων σκηνοθετών -Φερνάντο ντε Φουέντες, Αλεχάντρο Ινιάριτου, Λουίς Μπουνιουέλ, Αλφόνσο Κουαρόν, Γκιγέργμο ντελ Τόρο-, ηθοποιών -Ντολόρες ντελ Ρίο, La Dona Μαρία Φέλιξ, Πέδρο Ινφάντε, Χόρχε Νεγρέτε, Σάλμα Χάγιεκ-, τώρα κάνει φίρμες τους «διάσημους» ναρκέμπορους, ψυχοπαθείς δολοφόνους, που η μοναδική τους συμβολή στον πολιτισμό είναι τα narcocorridos που τα τραγουδάνε κάτι ατάλαντοι κόλακες.
 
Τόπος του μυθιστορηματικού κόσμου, το Μεξικό· αλλά αυτό είναι και λίγο τυχαίο καθώς ο κόσμος των ναρκωτικών είναι κοινός τόπος και με ευκολία μπορεί να ανθίσει οπουδήποτε. Είναι πολύ εύκολο να καταλάβεις αν θα σου αρέσει το συγκεκριμένο βιβλίο. Έβλεπες την σειρά Narcos; Σου άρεσε; Πόσα αστέρια της έβαλες; Τα ίδια αστέρια θα βάλεις και στο βιβλίο. Τόσο ξεκάθαρο – όσο και η ανόθευτη κόκα. Παλιότερα είχα διαβάσει το βιβλίο του Σαβιάνο και είχα σοκαριστεί με τις αποκαλύψεις του και τον κύκλο βίας. Ταυτόχρονα είχα θαυμάσει την αφηγηματική δεινότητα του Σαβιάνο, η οποία όταν αποτίναζε το βάρος των αποκαλύψεων, γινόταν ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό βιβλίο. Εδώ, ο Ντον Γουίνσλοου, απαλλαγμένος από τις «αληθινές πληροφορίες» χτίζει από την αρχή και με μαεστρία έναν ασύλληπτα όμορφο μυθιστορηματικό κόσμο – έχει κάνει φοβερή έρευνα για τον κόσμο των ναρκωτικών και αυτό φαίνεται, αλλά αφήνει στον αναγνώστη και την «ανάσα» να σκεφτεί ότι ίσως όλα αυτά να είναι και ψέματα, μυθιστορίες, λογοτεχνία. Στον Σαβιάνο, διάβαζες με μια θηλιά συνεχώς περασμένη στο λαιμό σου.
 
Ξέχωρα από την αφηγηματική δεινότητα του εκάστοτε συγγραφέα, οι μυθιστορηματικοί ήρωες του κόσμου των ναρκωτικών κερδίζουν σχεδόν μόνοι τους την «αθανασία» τους – ασχέτως αν στην πραγματικότητα, πεθαίνουν σαν τις μύγες!! Μέσα στον καθένα τους συμπυκνώνεται ανάγλυφα αυτό που θα αποκαλούσαμε «Άνθρωπος», συνυπολογίζοντας ένα ακόμα πλεονέκτημα για τους αναγνώστες, δηλαδή ότι αυτοί οι ήρωες στερούνται βάθους άρα η πλοκή τρέχει σαν καταδίωξη και οι λέξεις πέφτουν σαν σφαίρες σε ενέδρα. Ευχαρίστως θα πιστεύαμε ότι απανταχού οι άνθρωποι διαθέτουν βάθος και εσωτερικό πλούτο, αλλά δυστυχώς, η πραγματικότητα έχει δείξει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ρηχοί και ειδικότερα όταν έχεις του σκασμού λεφτά ή σφαίρες (plata o plomo) δεν χρειάζεται να το σκεφτείς και παραπάνω! Φαντάζεστε έναν ναρκέμπορο με ηθικά διλήμματα; Αστείος, ε; Και νεκρός, με το καλημέρα σας! Όμως, εδώ, δεν γράφουμε παρωδία. Ίσως μια άλλη φορά. 
 
Το «Καρτέλ» είναι ένα πολύ πολύ πολύ σπουδαίο βιβλίο, όχι τόσο συγγραφικά – αν και η αφήγηση του Γουίνσλοου είναι υπέροχη, με δεκάδες ανατροπές και διασκεδαστικά ειρωνικό χιούμορ εν μέσω αιματοβαμμένων σελίδων – όσο κυρίως γιατί, μας δείχνει έναν κόσμο που αγνοούμε και (το χειρότερο) όταν τελικώς γνωρίσουμε μια πτυχή του, ύστερα συνεχίζουμε να τον αγνοούμε εκουσίως αυτή τη φορά. Η ζωή μας θα γινόταν αφόρητη αν έπρεπε σε κάθε μας βήμα να συλλογιζόμαστε σε βάθος τον αντίκτυπο που θα έχει η πιο κοινή μας πράξη. Δηλαδή, έχουμε πειστεί ασαφώς ότι τα πράγματα πολλές φορές δεν είναι έτσι όπως φαίνονται αλλά, δεν ξέρουμε στην ολότητά τους πώς φαίνονται, και ακόμα περισσότερο, πώς είναι! Αυτή την «αποκάλυψη» μού την μετάδωσε πρώτος μέσα από τα βιβλία του ο Ντον ΝτεΛίλλο (σίγουρα εδώ θα περιμένατε να πω ο Πύντσον!) όταν αναφέρθηκε εκτενώς στο θέμα της διαχείρισης των αποβλήτων, πού πάνε τα σκουπίδια μας όταν τα πετάμε; Αρκετές φορές σκέφτομαι τι διαδρομή θα ακολουθήσει το περιτύλιγμα ενος σνίκερς από την στιγμή που το πετάω, πού θα φτάσει, πόσο θα υποβαθμίσει τις ζωές κάποιων ανθρώπων που δε θα γνωρίσω ποτέ μου· μετά το δαγκώνω και σταματάω να σκέφτομαι μαλακίες, γιατί ομολογουμένως, δεν είμαι ο εαυτός μου όταν πεινάω!
 
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τα ναρκωτικά. Ένα γραμμάριο κοκαίνης ευαγγελίζεται την «ευτυχία» και κανείς δεν θέλει να σκέφτεται πόσοι νεκροί χρειάστηκαν για την παρασκευή του – αυτά είναι στενάχωρα πράγματα, πάψε να τα σκέφτεσαι 'mano, εμείς θέλουμε να «φτιαχτούμε». Όσο για την διαφθορά, ποιος είναι πιο διεφθαρμένος; Ο πωλητής ή ο αγοραστής; Και πόσο διεφθαρμένη είναι μια κοινωνία, όταν οι πολίτες της έχουν ανάγκη να φτιάχνονται για να ξεφεύγουν από την πραγματικότητά της, με κόστος την αιματοχυσία και τα δεινά των γειτόνων τους; Υπάρχουν όμως νεκροί και αυτό το σκληρό βιβλίο σχεδόν τους απαριθμεί έναν έναν, δεν σε αφήνει σε ησυχία, γιατί δεν πρέπει να εφησυχαστείς, πρέπει οι σελίδες του να γυρνάνε με κόπο και πόνο, πηγμένες από το αίμα αθώων (και μη) ανθρώπων. Οι θάνατοι που σχετίζονται με τα ναρκωτικά στο Μεξικό το 2010 έφτασαν τους δεκαπέντε χιλιάδες διακόσιους εβδομήντα τρεις.
Να λοιπόν, τι μετράμε τώρα, σκέφτεται ο Πάμπλο, αντί να μετράμε αντίστροφα μέχρι τα μεσάνυχτα.
Θανάτους μετράμε. 
 

 
Και όλοι αυτοί οι θάνατοι που περιγράφονται στο βιβλίο δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την χρήση ναρκωτικών, παρά μόνο με την διακίνησή τους!! Μοιάζει τελείως σουρεάλ, έτσι; Είναι πράγματι σουρεαλιστικό, όπως και τόσα άλλα στον κόσμο των ναρκωτικών· ωστόσο, κι αυτό, όπως και τόσα άλλα στον κόσμο των ναρκωτικών, είναι απολύτως ρεαλιστικό. Είναι δύσκολο να περιγράψεις τι συμβαίνει στις σελίδες αυτού του φοβερού βιβλίου. Το επιμύθιο του θα μπορούσε να είναι ότι δεν κουμαντάρουν οι άνθρωποι το καρτέλ, το καρτέλ κουμαντάρει τους ανθρώπους, αλλά δεν φτάνει να το ξέρεις, δεν φτάνει καθόλου, πρέπει να το αισθανθείς. Αν δεν το αισθανθείς, τότε δεν το ξέρεις κιόλας.
 
Όσοι έχετε διαβάσει το «2666» του Ρομπέρτο Μπολάνιο σίγουρα θα θυμάστε το περίφημο κεφάλαιό του, περίπου τετρακοσίων σελίδων, όπου περιγράφει κατεβατά φρικιαστικούς φόνους και βασανισμούς γυναικών, συνήθως φτωχών εργατριών στις μακιλαδόρες, στα εργοστάσια κοντά στα σύνορα του Μεξικού. Ένα απόσπασμα του «Καρτέλ» μου το θύμισε έντονα: Γνωρίστηκαν όταν ο Πάμπλο κάλυπτε το feminicidio* – έτσι το έλεγαν –, τις εξαφανίσεις και τις δολοφονίες εκατοντάδων νεαρών γυναικών.
Τριακόσιες ενενήντα, για την ακρίβεια, σκέφτεται ο Πάμπλο. Αυτές οι γυναίκες ήταν κυρίως εργάτριες στις μακιλαδόρες. Δεν θυμάμαι την χρονική περίοδο που τοποθετείται το κεφάλαιο του Μπολάνιο και αν συμπίπτει με τον χρόνο του Γουίνσλοου, όμως η σύμπτωση παραείναι ισχυρή για να την προσπεράσω, και εκτός των άλλων, ξεκαθαρίζει κάπως εκείνο το παράξενο αλλά τόσο γοητευτικό κεφάλαιο του Μπολάνιο. Στο σύμπαν του Γουίνσλοου, ο κύκλος της βίας παρουσιάζεται πιο «ορθολογικά» και γραμμικά, ενώ στον Μπολάνιο, τα περιστατικά που τα γνώριζε σε βάθος και κείνος, παρουσιάζονται περισσότερο πειραγμένα και μπερδεψιάρικα – χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι η γραφή του Μπολάνιο είναι υποδεέστερη, προς Θεού, φωτιά να πέσει να με κάψει! 
 
Το «Καρτέλ» διαβάζεται με κομμένη την ανάσα (αν κάτι σας φοβίσει σε αυτό το βιβλίο, σίγουρα το τελευταίο θα είναι ο όγκος του) και η θεσπέσια μετάφρασή του ενισχύει την απόλαυση. Νομίζω ότι αξίζει ένα εύγε και η επιμέλεια – πέντε έξι παροράματα κυρίως στις καταλήξεις μερικών λέξεων, δεν είναι ικανά να αμαυρώσουν την διαχείριση ενός τόσο απαιτητικού υλικού. Εύγε, λοιπόν. Κάτι που σημείωσα σχετικά με την μετάφραση αλλά στην ουσία δεν είναι λάθος, είναι όταν δημιουργείται μια τηλεφωνική γραμμή πληροφοριών με σκοπό να συλλέξουν ό,τι μπορεί να φανεί χρήσιμο στην σύλληψη του διαβόητου ναρκέμπορου. Η κυβέρνηση δημιούργησε τη Θερμή Τηλεφωνική Γραμμή Μπαρέρα... (κάτι σε Hot line, υποθέτω ότι θα έλεγε στο πρωτότυπο). Διαβάζεται λίγο παράξενα στα ελληνικά χωρίς, επαναλαμβάνω, να αποτελεί απαραίτητα και λάθος. Μεταξύ άλλων, προσφέρει και την ευχαρίστηση να φτιάξεις με το μυαλό σου διάφορες στιχομυθίες, όπως ας πούμε:  
-Θερμή Τηλεφωνική Γραμμή Μπαρέρα. Έχεις κάτι για μένα που θέλω απεγνωσμένα;
-Ναι, έχω σημαντικές πληροφορίες. Δεν μπορώ να τα κρατάω άλλο μέσα μου. Θέλω να τον γαμήσω τον πούστη!
 
Καθώς διαβάζετε το «Καρτέλ» ενδέχεται να σκεφτείτε ότι είναι κάπως αναληθοφανής τόση ωμή βία. Οι αμφιβολίες σας θα διαλυθούν μόλις κάνετε μια πρόχειρη αναζήτηση στις εικόνες του google, στο λήμμα «Mexico cartel» (πατήστε με δική σας ευθύνη!). Ας αναφέρω και δύο μπλογκ που συμβουλεύτηκε και ο ίδιος ο συγγραφέας για την έρευνά του, Borderland Beat και Insight Crime (εδώ είναι χαλαρά τα πράγματα, μη φοβάστε!), για να μάθετε περισσότερα για αυτό το μεγάλο πρόβλημα. Όμως, ας μην προτρέχουμε, όταν έχουμε στα χέρια μας ένα τόσο σημαντικό βιβλίο. Αυτό το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί, για να εκτιμηθεί κάπως καλύτερα η πολυπλοκότητα του κόσμου μας. Να διαβαστεί με καρδιά και μυαλό. Και να προσφερθεί σαν πολύτιμο δώρο. Σε μένα. Σε σας. Και σε άλλους. Σε χιλιάδες χιλιάδων άλλους: στους απρόσωπους και ανώνυμους του Μόρα, στους ένοχους και στους αθώους και σε εκείνους που βρίσκονται κάπου στο ενδιάμεσο, εκεί που ζούμε και πεθαίνουμε οι περισσότεροι, τυλιγμένοι στις αποχρώσεις του γκρίζου.
 

 
Υ.Γ. 2666 *Γυναικοκτονία: Νεολογισμός που περιγράφει ένα «νέο» εγκληματολογικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο το οποίο αφορά τις πιο ακραίες εκδηλώσεις σεξιστικής βίας από άντρες σε βάρος γυναικών, οι οποίες δολοφονήθηκαν επειδή παραβίασαν τον δήθεν προκαθορισμένο – βιολογικά και κοινωνικά – ρόλο τους ως... γυναίκες (Σ.τ.Μ)

Σχόλια

  1. Το Μεξικό πληρώνει τη δίψα της Αμερικής για ηρωίνη!

    http://tvxs.gr/news/kosmos/meksiko-kostos-tis-dipsas-tis-amerikis-gia-iroini

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δώρο στο καναν ?! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Λίγο λίγο, εξασφάλισα την δόση μου! Αναγνωστικό πρεζόνι.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .