Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εκδοτική επιτυχία


Σήμερα, η φράση «εκδοτική επιτυχία» είναι συνυφασμένη με την εμπορική επιτυχία. Με άλλα λόγια σημαίνει μόνο ότι, το τάδε βιβλίο  πουλάει (συνήθως ενάντια στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της έκδοσης ή και του ίδιου του περιεχομένου του). Σπανιότερα ίσως και να σημαίνει την ποιοτική καλαισθησία που διαθέτει ένας συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος χωρίς ωστόσο αυτή να επεκτείνεται απαραίτητα και στους τίτλους που επιλέγει.  Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία εκδοτικής επιτυχίας που στους περισσότερους περνά απαρατήρητη, όμως για μένα αποτέλεσε την λυδία λίθο της αναγνωστικής μου ωριμότητας και της οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Η τεράστια εκδοτική επιτυχία της Αστάρτης! Ένα κερδισμένο στοίχημα πέρα απ' όλα τα προγνωστικά. Όταν είμαστε στα πρώτα βήματα της αναγνωστικής μας ζωής έχουμε μπροστά μας έναν πελώριο κόσμο δυνατοτήτων. Έχουμε μεν τις κεραίες μας ανοιχτές, γεμάτες παράσιτα δε από την αχανή αναμετάδοση άγνωστών μας σημάτων! Όταν ανακαλύψουμε τους κλασικούς, κάπως ξεκαθαρίζει το τοπίο και νιώθουμε πιο σίγουροι. Ακολουθούμε για λίγο καιρό ακόμα μια διακειμενική πορεία που μας ευχαριστεί και μας γνωρίζει νέα σπουδαία κείμενα. Και μετά τι; Πώς θα γίνει η υπέρβαση σε κάτι πιο σύγχρονο, πιο πρωτότυπο, που θα σπάσει (ή θα ανανεώσει) τις «συμβάσεις» που εγκαθίδρυσε η κλασική λογοτεχνία; Στον κόσμο της υπερπληροφόρησης πια, αυτό είναι κάτι εύκολο. Προ ίντερνετ όμως, η διαδικασία αυτή είχε πολλή τύχη, πολύ ένστικτο και συνήθως δεν έδινε και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Παρατηρώντας με περιέργεια, σαν ένα υβρίδιο επιστήμονα και αναγνώστη, ανακάλυψα ότι η Αστάρτη δίνει πολύ καλά εργαστηριακά αποτελέσματα! Έκτοτε, την ακολουθώ με κλειστά μάτια και πάντοτε δικαιώνομαι. 

Κοιτάξτε τον εκδοτικό της κατάλογο και θα καταλάβετε αμέσως πόσα χρόνια μπροστά είναι αυτός ο εκδοτικός οίκος. Με αφορμή την κυκλοφορία δύο βιβλίων του Μασάντο Ντε Ασίς από  τις εκδόσεις Gutenberg (άλλη μια εκδοτική επιτυχία για τον ελληνικό χώρο. Η μια έκδοση κυκλοφόρησε στην υπερπολύτιμη σειρά Aldina, η άλλη επίκειται) δεν μπορούσα παρά ν' αναγνωρίσω ξανά την διορατικότητα της Αστάρτης και να ξανανιώσω το αίσθημα πηγαίας χαράς όταν ανακάλυψα το συγκεκριμένο βιβλίο. Για πάρα πολλούς αναγνώστες, τις εκδόσεις Αστάρτη ακολουθούν ο χαρακτηρισμός «καλτ» (δεν έχω καταλήξει αν αυτή η λέξη έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο), μια τυπογραφική ατημέλεια των κειμένων της, μια σειρά από αστεία ή και γελοία ακόμα εξώφυλλα, και πολλά άλλα. Όμως όσο φετιχιστής βιβλιόφιλος και να είναι κάποιος, δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα έβαζε το περιεχόμενο ενός βιβλίου πιο κάτω από τον «διάκοσμό» του! Η Αστάρτη σε κερδίζει απόλυτα με το περιεχόμενο των βιβλίων της – αν υπήρξες ένας φιλοπερίεργος αναγνώστης που δεν εντυπωσιαζόσουν από τις τρέχουσες μόδες ή ένας συγγραφέας που αναζητούσες διακαώς τις νέες λογοτεχνικές πρωτοτυπίες για να εμπλουτίσεις το φάσμα των μελλοντικών σου δυνατοτήτων, τότε ξέρεις για τι σπουδαίο εκδοτικό οίκο μιλάμε, και ενδεχομένως έχεις διαβάσει ήδη και το βιβλίο που σκοπεύω να παρουσιάσω, οπότε μην χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου μαζί μου.   

Κοιτώντας την ιστοσελίδα τους, συγκεκριμένα το ολιγόλογο σημείωμα που περιγράφει την εκδοτική τους παρουσία, αναφέρει το εξής: έφεραν πρώτες το ελληνικό κοινό σε επαφή με Έλληνες συγγραφείς που γνώρισαν εξαιρετική επιτυχία στη συνέχεια, και επίσης πρώτες εξέδωσαν στην Ελλάδα σημαντικά ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Μαρσέλ Αιμέ, Πασκάλ Μπρυκνέρ, Τζό Όρτον, Ντίνο Μπουτζάτι, Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ντομινικ Φερναντέζ, Μάρτιν Παζ, Μάλκομ Λόουρυ, Φρεντερίκ Μπεγκμπεντέ, Ιταλο Σβέβο, Ερνέστο Σάμπατο κ.α). Πολλά από αυτά τα αριστουργήματα επανεκδόθηκαν από άλλους εκδοτικούς οίκους και έγιναν, ας πούμε, πιο θελκτικά για τους περισσότερους αναγνώστες – εντούτοις δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Αστάρτη τα έφερε πρώτη στο φως και ίσως για να τιμήσουμε την προσφορά της θα έπρεπε να τα αγοράζουμε στην πρώτη εκέινη «καλτ» έκδοση, αφ'ενός σαν μια πράξη αναγνώρισης, αφ'ετέρου ως ηθικό και οικονομικό κίνητρο ώστε να συνεχίσει να προσφέρει βιβλία για ιδιαίτερους αναγνώστες, βιβλία για προχωρημένους αναγνώστες, όπως είναι και το μότο της. Παράξενο, αλλά μόλις τώρα συνειδητοποιώ το μότο των εκδόσεων και πόση ταύτιση λόγων και έργων αποπνέει. Αν το είχα στο μυαλό μου κάθε φορά που αγόραζα ένα βιβλίο, απλώς θα περίμενα να επαληθευτεί από την ανάγνωσή του. Τώρα, που το βλέπω ύστερα από τόσο επιτυχημένη εκδοτική πορεία (και αναγνωστική αγαλλίαση), αντιλαμβάνομαι πόσο συνείδητοποιημένος εκδοτικός οίκος υπήρξε από την αρχή. Σε μια πορεία 30 και πλέον χρόνων έκανε τα πιο παρακινδυνευμένα εκδοτικά πειράματα, όμως ούτε ένα δεν στάθηκε ικανό να τινάξει το εργαστήριο στον αέρα. Αν αναγραμματίσεις ελαφρώς την Αστάρτη, παίρνεις την λέξη «σταράτη» και αυτή είναι η μόνη ουσία που πρέπει να θυμάσαι! 



Ας περάσουμε όμως από την διευρυμένη έννοια της «εκδοτικής επιτυχίας» σε μια πιο ειδική, πιο μοδάτη έννοια, περισσότερο συμβατή με την ιντερνετική καθομιλουμένη, την έννοια «αυτό το βιβλίο πουλάει τρελά». Ακόμα και αν το βιβλίο του Ντε Ασίς (μη γελιόμαστε) δεν πουλάει τρελά, το σίγουρο είναι ότι, πουλάει τρέλα, και αυτό είναι ό,τι ευτυχέστερο μπορεί να προσφέρει σ' έναν αναγνώστη, ο σπουδαιότατος αυτός συγγραφέας. Πώς στο καλό γράφτηκε αυτό το βιβλίο το 1880; Τι έμπνευση! Δεν ξέρεις από πού να πιάσεις ένα τόσο μεγαλειώδες βιβλίο. Δε θα ήταν καθόλου υπερβολή ούτε ασέβεια αν λέγαμε οτί το βιβλίο αυτό διατηρεί ανάλογη αιώνια φρεσκάδα και εκκεντρικότητα με τον «Τρίστραμ Σάντι» του Λώρενς Στερν – το έχουν συγκρίνει με αυτό και νομίζω δικαιολογημένα. Σαφέστατα, ο Τρίστραμ Σάντι είναι αξεπέραστο διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όμως και το βιβλίο ετούτο του Ντε Ασίς διατηρεί μία αυτόφωτη μοναδικότητα μέσα στους αδηφάγους χρόνους.

Μορφή και περιεχόμενο κονταροχτυπιούνται σε ένα λογοτεχνικό πεδίο που βγάζει νικητή μόνο τον αναγνώστη. Η κεντρική ιδέα του Ντε Ασίς στηρίζεται στο γεγονός ότι το τέλος της ζωής των ανθρώπων, τους βρίσκει συνήθως χωρίς πλεονάσματα ή ελλείματα από τις περιπέτειες της ζωής, ένα ισολογισμένο τίποτα. Ωστόσο, ο ήρωάς μας κατάφερε να διακρίνει μία μικρή νίκη, ολότελα δική του, την τύχη να μην αποκτήσει απογόνους που θα διαιωνίσουν την ανθρώπινη δυστυχία. Πριν το απορρίψετε ως καταθλιπτικό μυθιστόρημα, θυμηθείτε το «συγγενές» βιβλίο του Στερν, ο οποίος είχε δώσει στον ήρωά του ένα όνομα συνώνυμο της θλίψης (=Τρίστραμ) αλλά για πείτε μου, σας είχε μελαγχολήσει καθόλου η ανάγνωσή του;; Το ίδιο καταφέρνει και ο Ντε Ασίς, βάζοντας τον ήρωά του Μπραζ Κούμπας στην αρχή του βιβλίου, να είναι κυριευμένος από μια έμμονη ιδέα, την εφεύρεση ενός αντικαταθλιπτικού έμπλαστρου που θα διώχνει την ανθρώπινη απελπισία!

[...] Ηδονή της δυστυχίας. Αποστήθισε αυτή την φράση, αναγνώστη. Φύλαξέ τη, βγάζε την κάπου κάπου και δοκίμασε να την μελετήσεις, και αν δεν καταφέρεις να την καταλάβεις, να ξέρεις ότι έχεις χάσει μια από τις πιο λεπτές συγκινήσεις που είναι ικανός να νιώσει ο άνθρωπος.



Εδώ πρέπει να πω δυο λόγια για τον τίτλο που επέλεξε η Αστάρτη για το βιβλίο. Τον βρίσκω πολύ εύστοχο και θεωρώ ότι αντανακλά την κεντρική ιδέα του κειμένου, την μικρή νίκη να μην αποκτήσεις μεταβιβαστές της ανθρώπινης δυστυχίας. Εντούτοις, ο τίτλος πρωτοτύπου είναι «Memorias postumas de Braz Cubas» (1880) όπου μαζί με το «Κίνκας Μπόρμπα» (1892) και «Ντομ Κασμούρο» (1900), αποτελούν μια αρκετά γνωστή τριλογία του Ντε Ασίς και ίσως δε θα έπρεπε να διαταραχθεί αυτή η σχέση. Αν μεταφραζόταν ως «Μεταθανάτια απομνημονεύματα του Μπραζ Κούμπας» θα ήταν ιδανικό και το απόλυτα σωστό – καθότι το βιβλίο ξεκινά με τον θανατό του Κούμπας και την εξιστόρηση της μόλις χαμένης ζωής του, από την άλλη πλευρά, του θανάτου. Μας αφηγείται, ένα φάντασμα δηλαδή. Η κεντρική αφήγηση του κειμένου αφορά την εξιστόρηση της παράνομης ερωτικής σχέσης μεταξύ του Κούμπας και της Βιργίλια, χωρίς όμως να αφήνει απ'έξω όλες τις εκφάνσεις που διαμορφώνουν την ζωή ενός ανθρώπου από την γέννηση έως τον θάνατό του. Και εδώ φαίνεται η σπουδαιότητα ενός μεγάλου συγγραφέα. Συχνά διαβάζω κριτικές για ελληνικά (κυρίως) και ξένα βιβλία, ότι εκφράζουν εντυπωσιακά όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης – κοινότυπη φράση αλλά και αρκετά ψωνίστικη, δε νομίζετε; Γιατί όταν τελικά τα διαβάσεις (κυρίως τα ελληνικά) διαπιστώνεις την πικρή αλήθεια, ότι οι συγγραφείς τους προσπαθούν να φέρουν τον κόσμο στα δικά τους στενά μέτρα πιστεύοντας επιπροσθέτως ότι αποτελούν και το ιδανικό πρότυπο, ενώ οι μεγάλοι συγγραφείς προσπαθούν με πολύ κόπο να διευρύνουν τον εαυτό τους ώστε να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο! Ο Ντε Ασίς το καταφέρνει μέσα σε μόλις 200 σελίδες. Ειρήσθω εν παρόδω, να πω ακόμα ότι «όλες οι εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης» δεν περιορίζονται κατ' ανάγκη στην ερωτική επιθυμία και στα παράγωγά της. Πήξαμε στις υγρές σελίδες ανοργασμικού λόγου!

Αυτά σχετικά με το περιεχόμενο. Η μορφή του βιβλίου αποτελεί το άλλο μισό της απόλαυσης. Μια κατηγορία που εξαπολύουμε συχνά προς την μεταμοντέρνα λογοτεχνία (ό,τι και αν σημαίνει «μεταμοντέρνα λογοτεχνία») είναι η αυτοαναφορική της διάθεση, μια επιθυμία για παιχνίδι με την ίδια την διαδικασία της γραφής εντός της αφήγησης. Κάποιοι δυσφορούν με αυτά τα κολπάκια και κάποιοι άλλοι τα βρίσκουν συναρπαστικά. Ο Ντε Ασίς λοιπόν παίζει αυτά τα κολπάκια στα δάχτυλα ήδη από το 1880, αποδίδοντας ένα αποτέλεσμα που συναρπάζει και τον πιο μεταμοντέρνο αναγνώστη. Κάνει συνεχείς αναφορές στον αναγνώστη, αλλά όχι με την συνήθη πρακτική των βιβλιων εκείνης της εποχής, της αποστασιοποίησης, αλλά με εκείνη της ενεργής συνδιάλεξης μαζί του, της ανακατασκευής των ιδεών, της μεταμόρφωσης του κειμένου. Μάλιστα, σε μερικά κεφάλαια φτάνει ακόμα και να «προοικονομήσει» τα λεκτικά παιχνιδιά του κινήματος Oulipo (ή και άλλων μεταμοντέρνων εκδοχών), όπως ας πούμε στο κεφάλαιο με τον «Αρχαίο διάλογο του Αδάμ και της Εύας», όπου είναι γραμμένο με τελίτσες και διάφορα σημεία στίξης να μας κάνουν να φανταζόμαστε την στιχομυθία (πχ. ....;.........!) ή το κεφάλαιο «Πώς δεν έγινα υπουργός», όπου υπάρχουν μόνο τελίτσες που μας αποκρύπτουν τον λόγο, ασχέτως αν ο συγγραφέας στην πορεία μας μισοεξηγεί τον λόγο κ.λπ. Αν αποκόψεις αυτά τα δύο κεφάλαια και προσθέσεις και κάποια ανάλογου ύφους, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα κείμενο του Oulipo όπου η κάθε ερμηνεία θα ποικίλει ανάλογα με τον αναγνώστη που την προσεγγίζει. 





[...] 71. Το μειονέκτημα αυτού του βιβλίου:

Άρχισα να μετανιώνω που ανέλαβα να γράψω αυτό το βιβλίο. Όχι ότι το βαριέμαι. Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω. Πραγματικά, είναι μια ευπρόσδεκτη διάσπαση της προσοχής μου από την αιωνιότητα. Το βιβλίο όμως είναι βαρετό, μυρίζει τάφο, ένα rigor mortis. Ένα σοβαρό λάθος, αν και σχετικά μικρό, γιατί το μεγάλο μειονέκτημα αυτού του βιβλίου είσαι εσύ αναγνώστη. Θέλεις να το ζήσεις γρήγορα, να φτάσεις στο τέλος, και το βιβλίο προχωράει με άνετα και αργά βήματα. Σου αρέσει η ευθεία, η σταθερή αφήγηση και ένα εύκολο στυλ, αλλά το βιβλίο αυτό και το στυλ μου είναι σαν ένα ζευγάρι μεθυσμένους. Τρικλίζουν δεξιά, αριστερά, ξεκινάνε και σταματάνε, μουρμουρίζουν, μουγκρίζουν, καγχάζουν, βλαστημούν το Θεό, γλιστράνε, παραπατάνε και πέφτουν...


Η σύμπραξη (εκκεντρικής) μορφής και (αρκετά κοινού) περιεχομένου γίνεται με τόση αρμονία που θα κάνει όλους τους αναγνώστες να το απολαύσουν ολοκληρωτικά. Η μετάφραση είναι της Λήδας Μοσχονά και είναι εξαιρετική. Στον πρόλογο της μεταφράστριας όταν γίνεται αναφορά στο «Ντομ Κασμούρο» υπάρχει υποσημείωση που λέει ότι θα εκδοθεί στο μέλλον από τις εκδόσεις Αστάρτη (ανάλογες υποσημειώσεις υπάρχουν και για άλλα βιβλία που εκδόθηκαν από την Αστάρτη). Δυστυχώς δεν εκδόθηκε ποτέ και αυτό είναι κρίμα γι'αυτές τις πρωτοπόρες εκδόσεις, για να το συνδέσω λίγο με την αρχή της ανάρτησης. Ωστόσο, διαθέτουμε τον «Επιτάφιο για ένα μικρό νικητή» και θα ήταν μεγάλη ευλογία αν στρέφατε την προσοχή σας προς αυτό. Όσον αφορά έμενα, με ένα χρονικό άλμα 136 χρόνων έφτασε στα χέρια μου και στρογγυλοκάθισε με άνεση στην 20άδα με τα καλύτερα βιβλία που διάβασα ποτέ μου.

[...] Το να διαλογίζεται κανείς μονάχος είναι συνηθισμένο πράγμα. Αν όμως επιθυμεί να νιώσει αληθινή, λεπτή ηδονή, θα πρέπει να απομονώνεται μέσα σ' ένα πέλαγος από χειρονομίες και λέξεις, από νεύρα και πάθη. Θα πρέπει να αυτοκηρρύσεται ξένος, απόμακρος και απρόσιτος. Το χειρότερο που μπορούν να του πουν όταν επιστρέφει στον εαυτό του – δηλαδή όταν επιστρέφει στους άλλους και όχι στον εαυτό του – είναι ότι κατέβηκε από τον φιλντισένιο πύργο του. Και τι άλλο είναι αυτός ο μυστικός και λαμπρός πύργος, από αρχιτεκτονική άποψη, παρά η περιφρονητική επιβεβαίωση της πνευματικής ελευθερίας κάποιου; Ευλογημένος ας είναι ο Κύριος, τι εντυπωσιακό τέλος για ένα κεφάλαιο!

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Κατερίνα, υποθέτω χαίρεσαι για την ανακάλυψη αυτού του βιβλίου του Ντε Ασίς. Αν πάλι χαίρεσαι και για την ανάρτησή μου, ακόμα καλύτερα. Όπως και να'χει, χαρά μου! :)

      Διαγραφή
  2. Κι εγώ χαίρομαι που ξετρυπώνεις καλά βιβλία (αγοράζω όλο και πιο επιλεκτικά και δύσκολα λόγω χρημάτων αλλά και γιατί έχω θυμώσει με το ασύδοτο πλασάρισμα των βιβλίων σαν προϊόντα μόδας και τίποτ΄άλλο.Απαξίωση της Λογοτεχνίας και περιφρόνηση του αναγνώστη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βιβή, σπανίως παρασύρομαι σε ατυχείς επιλογές. Μετά το φιάσκο του Βάσκεζ το φυσάω και δεν κρυώνει! Η πρακτική μου με τα σκουπίδια της λογοτεχνίας είναι ακριβώς η αντίθετη με εκείνη που διατηρώ απέναντι στα κανονικά σκουπίδια -- δεν τα ανακυκλώνω ποτέ!!

      Κράτα τα λεφτά σου γι'αυτό το διαμαντάκι του Ντε Ασίς. Δε ξέρω για την «Ελένα» αλλά το παραπάνω βιβλίο είναι λογοτεχνικό κόσμημα. Καλή συνέχεια.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».