Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εκδοτική επιτυχία


Σήμερα, η φράση «εκδοτική επιτυχία» είναι συνυφασμένη με την εμπορική επιτυχία. Με άλλα λόγια σημαίνει μόνο ότι, το τάδε βιβλίο  πουλάει (συνήθως ενάντια στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της έκδοσης ή και του ίδιου του περιεχομένου του). Σπανιότερα ίσως και να σημαίνει την ποιοτική καλαισθησία που διαθέτει ένας συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος χωρίς ωστόσο αυτή να επεκτείνεται απαραίτητα και στους τίτλους που επιλέγει.  Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία εκδοτικής επιτυχίας που στους περισσότερους περνά απαρατήρητη, όμως για μένα αποτέλεσε την λυδία λίθο της αναγνωστικής μου ωριμότητας και της οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Η τεράστια εκδοτική επιτυχία της Αστάρτης! Ένα κερδισμένο στοίχημα πέρα απ' όλα τα προγνωστικά. Όταν είμαστε στα πρώτα βήματα της αναγνωστικής μας ζωής έχουμε μπροστά μας έναν πελώριο κόσμο δυνατοτήτων. Έχουμε μεν τις κεραίες μας ανοιχτές, γεμάτες παράσιτα δε από την αχανή αναμετάδοση άγνωστών μας σημάτων! Όταν ανακαλύψουμε τους κλασικούς, κάπως ξεκαθαρίζει το τοπίο και νιώθουμε πιο σίγουροι. Ακολουθούμε για λίγο καιρό ακόμα μια διακειμενική πορεία που μας ευχαριστεί και μας γνωρίζει νέα σπουδαία κείμενα. Και μετά τι; Πώς θα γίνει η υπέρβαση σε κάτι πιο σύγχρονο, πιο πρωτότυπο, που θα σπάσει (ή θα ανανεώσει) τις «συμβάσεις» που εγκαθίδρυσε η κλασική λογοτεχνία; Στον κόσμο της υπερπληροφόρησης πια, αυτό είναι κάτι εύκολο. Προ ίντερνετ όμως, η διαδικασία αυτή είχε πολλή τύχη, πολύ ένστικτο και συνήθως δεν έδινε και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Παρατηρώντας με περιέργεια, σαν ένα υβρίδιο επιστήμονα και αναγνώστη, ανακάλυψα ότι η Αστάρτη δίνει πολύ καλά εργαστηριακά αποτελέσματα! Έκτοτε, την ακολουθώ με κλειστά μάτια και πάντοτε δικαιώνομαι. 

Κοιτάξτε τον εκδοτικό της κατάλογο και θα καταλάβετε αμέσως πόσα χρόνια μπροστά είναι αυτός ο εκδοτικός οίκος. Με αφορμή την κυκλοφορία δύο βιβλίων του Μασάντο Ντε Ασίς από  τις εκδόσεις Gutenberg (άλλη μια εκδοτική επιτυχία για τον ελληνικό χώρο. Η μια έκδοση κυκλοφόρησε στην υπερπολύτιμη σειρά Aldina, η άλλη επίκειται) δεν μπορούσα παρά ν' αναγνωρίσω ξανά την διορατικότητα της Αστάρτης και να ξανανιώσω το αίσθημα πηγαίας χαράς όταν ανακάλυψα το συγκεκριμένο βιβλίο. Για πάρα πολλούς αναγνώστες, τις εκδόσεις Αστάρτη ακολουθούν ο χαρακτηρισμός «καλτ» (δεν έχω καταλήξει αν αυτή η λέξη έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο), μια τυπογραφική ατημέλεια των κειμένων της, μια σειρά από αστεία ή και γελοία ακόμα εξώφυλλα, και πολλά άλλα. Όμως όσο φετιχιστής βιβλιόφιλος και να είναι κάποιος, δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα έβαζε το περιεχόμενο ενός βιβλίου πιο κάτω από τον «διάκοσμό» του! Η Αστάρτη σε κερδίζει απόλυτα με το περιεχόμενο των βιβλίων της – αν υπήρξες ένας φιλοπερίεργος αναγνώστης που δεν εντυπωσιαζόσουν από τις τρέχουσες μόδες ή ένας συγγραφέας που αναζητούσες διακαώς τις νέες λογοτεχνικές πρωτοτυπίες για να εμπλουτίσεις το φάσμα των μελλοντικών σου δυνατοτήτων, τότε ξέρεις για τι σπουδαίο εκδοτικό οίκο μιλάμε, και ενδεχομένως έχεις διαβάσει ήδη και το βιβλίο που σκοπεύω να παρουσιάσω, οπότε μην χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου μαζί μου.   

Κοιτώντας την ιστοσελίδα τους, συγκεκριμένα το ολιγόλογο σημείωμα που περιγράφει την εκδοτική τους παρουσία, αναφέρει το εξής: έφεραν πρώτες το ελληνικό κοινό σε επαφή με Έλληνες συγγραφείς που γνώρισαν εξαιρετική επιτυχία στη συνέχεια, και επίσης πρώτες εξέδωσαν στην Ελλάδα σημαντικά ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Μαρσέλ Αιμέ, Πασκάλ Μπρυκνέρ, Τζό Όρτον, Ντίνο Μπουτζάτι, Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ντομινικ Φερναντέζ, Μάρτιν Παζ, Μάλκομ Λόουρυ, Φρεντερίκ Μπεγκμπεντέ, Ιταλο Σβέβο, Ερνέστο Σάμπατο κ.α). Πολλά από αυτά τα αριστουργήματα επανεκδόθηκαν από άλλους εκδοτικούς οίκους και έγιναν, ας πούμε, πιο θελκτικά για τους περισσότερους αναγνώστες – εντούτοις δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Αστάρτη τα έφερε πρώτη στο φως και ίσως για να τιμήσουμε την προσφορά της θα έπρεπε να τα αγοράζουμε στην πρώτη εκέινη «καλτ» έκδοση, αφ'ενός σαν μια πράξη αναγνώρισης, αφ'ετέρου ως ηθικό και οικονομικό κίνητρο ώστε να συνεχίσει να προσφέρει βιβλία για ιδιαίτερους αναγνώστες, βιβλία για προχωρημένους αναγνώστες, όπως είναι και το μότο της. Παράξενο, αλλά μόλις τώρα συνειδητοποιώ το μότο των εκδόσεων και πόση ταύτιση λόγων και έργων αποπνέει. Αν το είχα στο μυαλό μου κάθε φορά που αγόραζα ένα βιβλίο, απλώς θα περίμενα να επαληθευτεί από την ανάγνωσή του. Τώρα, που το βλέπω ύστερα από τόσο επιτυχημένη εκδοτική πορεία (και αναγνωστική αγαλλίαση), αντιλαμβάνομαι πόσο συνείδητοποιημένος εκδοτικός οίκος υπήρξε από την αρχή. Σε μια πορεία 30 και πλέον χρόνων έκανε τα πιο παρακινδυνευμένα εκδοτικά πειράματα, όμως ούτε ένα δεν στάθηκε ικανό να τινάξει το εργαστήριο στον αέρα. Αν αναγραμματίσεις ελαφρώς την Αστάρτη, παίρνεις την λέξη «σταράτη» και αυτή είναι η μόνη ουσία που πρέπει να θυμάσαι! 



Ας περάσουμε όμως από την διευρυμένη έννοια της «εκδοτικής επιτυχίας» σε μια πιο ειδική, πιο μοδάτη έννοια, περισσότερο συμβατή με την ιντερνετική καθομιλουμένη, την έννοια «αυτό το βιβλίο πουλάει τρελά». Ακόμα και αν το βιβλίο του Ντε Ασίς (μη γελιόμαστε) δεν πουλάει τρελά, το σίγουρο είναι ότι, πουλάει τρέλα, και αυτό είναι ό,τι ευτυχέστερο μπορεί να προσφέρει σ' έναν αναγνώστη, ο σπουδαιότατος αυτός συγγραφέας. Πώς στο καλό γράφτηκε αυτό το βιβλίο το 1880; Τι έμπνευση! Δεν ξέρεις από πού να πιάσεις ένα τόσο μεγαλειώδες βιβλίο. Δε θα ήταν καθόλου υπερβολή ούτε ασέβεια αν λέγαμε οτί το βιβλίο αυτό διατηρεί ανάλογη αιώνια φρεσκάδα και εκκεντρικότητα με τον «Τρίστραμ Σάντι» του Λώρενς Στερν – το έχουν συγκρίνει με αυτό και νομίζω δικαιολογημένα. Σαφέστατα, ο Τρίστραμ Σάντι είναι αξεπέραστο διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όμως και το βιβλίο ετούτο του Ντε Ασίς διατηρεί μία αυτόφωτη μοναδικότητα μέσα στους αδηφάγους χρόνους.

Μορφή και περιεχόμενο κονταροχτυπιούνται σε ένα λογοτεχνικό πεδίο που βγάζει νικητή μόνο τον αναγνώστη. Η κεντρική ιδέα του Ντε Ασίς στηρίζεται στο γεγονός ότι το τέλος της ζωής των ανθρώπων, τους βρίσκει συνήθως χωρίς πλεονάσματα ή ελλείματα από τις περιπέτειες της ζωής, ένα ισολογισμένο τίποτα. Ωστόσο, ο ήρωάς μας κατάφερε να διακρίνει μία μικρή νίκη, ολότελα δική του, την τύχη να μην αποκτήσει απογόνους που θα διαιωνίσουν την ανθρώπινη δυστυχία. Πριν το απορρίψετε ως καταθλιπτικό μυθιστόρημα, θυμηθείτε το «συγγενές» βιβλίο του Στερν, ο οποίος είχε δώσει στον ήρωά του ένα όνομα συνώνυμο της θλίψης (=Τρίστραμ) αλλά για πείτε μου, σας είχε μελαγχολήσει καθόλου η ανάγνωσή του;; Το ίδιο καταφέρνει και ο Ντε Ασίς, βάζοντας τον ήρωά του Μπραζ Κούμπας στην αρχή του βιβλίου, να είναι κυριευμένος από μια έμμονη ιδέα, την εφεύρεση ενός αντικαταθλιπτικού έμπλαστρου που θα διώχνει την ανθρώπινη απελπισία!

[...] Ηδονή της δυστυχίας. Αποστήθισε αυτή την φράση, αναγνώστη. Φύλαξέ τη, βγάζε την κάπου κάπου και δοκίμασε να την μελετήσεις, και αν δεν καταφέρεις να την καταλάβεις, να ξέρεις ότι έχεις χάσει μια από τις πιο λεπτές συγκινήσεις που είναι ικανός να νιώσει ο άνθρωπος.



Εδώ πρέπει να πω δυο λόγια για τον τίτλο που επέλεξε η Αστάρτη για το βιβλίο. Τον βρίσκω πολύ εύστοχο και θεωρώ ότι αντανακλά την κεντρική ιδέα του κειμένου, την μικρή νίκη να μην αποκτήσεις μεταβιβαστές της ανθρώπινης δυστυχίας. Εντούτοις, ο τίτλος πρωτοτύπου είναι «Memorias postumas de Braz Cubas» (1880) όπου μαζί με το «Κίνκας Μπόρμπα» (1892) και «Ντομ Κασμούρο» (1900), αποτελούν μια αρκετά γνωστή τριλογία του Ντε Ασίς και ίσως δε θα έπρεπε να διαταραχθεί αυτή η σχέση. Αν μεταφραζόταν ως «Μεταθανάτια απομνημονεύματα του Μπραζ Κούμπας» θα ήταν ιδανικό και το απόλυτα σωστό – καθότι το βιβλίο ξεκινά με τον θανατό του Κούμπας και την εξιστόρηση της μόλις χαμένης ζωής του, από την άλλη πλευρά, του θανάτου. Μας αφηγείται, ένα φάντασμα δηλαδή. Η κεντρική αφήγηση του κειμένου αφορά την εξιστόρηση της παράνομης ερωτικής σχέσης μεταξύ του Κούμπας και της Βιργίλια, χωρίς όμως να αφήνει απ'έξω όλες τις εκφάνσεις που διαμορφώνουν την ζωή ενός ανθρώπου από την γέννηση έως τον θάνατό του. Και εδώ φαίνεται η σπουδαιότητα ενός μεγάλου συγγραφέα. Συχνά διαβάζω κριτικές για ελληνικά (κυρίως) και ξένα βιβλία, ότι εκφράζουν εντυπωσιακά όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης – κοινότυπη φράση αλλά και αρκετά ψωνίστικη, δε νομίζετε; Γιατί όταν τελικά τα διαβάσεις (κυρίως τα ελληνικά) διαπιστώνεις την πικρή αλήθεια, ότι οι συγγραφείς τους προσπαθούν να φέρουν τον κόσμο στα δικά τους στενά μέτρα πιστεύοντας επιπροσθέτως ότι αποτελούν και το ιδανικό πρότυπο, ενώ οι μεγάλοι συγγραφείς προσπαθούν με πολύ κόπο να διευρύνουν τον εαυτό τους ώστε να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο! Ο Ντε Ασίς το καταφέρνει μέσα σε μόλις 200 σελίδες. Ειρήσθω εν παρόδω, να πω ακόμα ότι «όλες οι εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης» δεν περιορίζονται κατ' ανάγκη στην ερωτική επιθυμία και στα παράγωγά της. Πήξαμε στις υγρές σελίδες ανοργασμικού λόγου!

Αυτά σχετικά με το περιεχόμενο. Η μορφή του βιβλίου αποτελεί το άλλο μισό της απόλαυσης. Μια κατηγορία που εξαπολύουμε συχνά προς την μεταμοντέρνα λογοτεχνία (ό,τι και αν σημαίνει «μεταμοντέρνα λογοτεχνία») είναι η αυτοαναφορική της διάθεση, μια επιθυμία για παιχνίδι με την ίδια την διαδικασία της γραφής εντός της αφήγησης. Κάποιοι δυσφορούν με αυτά τα κολπάκια και κάποιοι άλλοι τα βρίσκουν συναρπαστικά. Ο Ντε Ασίς λοιπόν παίζει αυτά τα κολπάκια στα δάχτυλα ήδη από το 1880, αποδίδοντας ένα αποτέλεσμα που συναρπάζει και τον πιο μεταμοντέρνο αναγνώστη. Κάνει συνεχείς αναφορές στον αναγνώστη, αλλά όχι με την συνήθη πρακτική των βιβλιων εκείνης της εποχής, της αποστασιοποίησης, αλλά με εκείνη της ενεργής συνδιάλεξης μαζί του, της ανακατασκευής των ιδεών, της μεταμόρφωσης του κειμένου. Μάλιστα, σε μερικά κεφάλαια φτάνει ακόμα και να «προοικονομήσει» τα λεκτικά παιχνιδιά του κινήματος Oulipo (ή και άλλων μεταμοντέρνων εκδοχών), όπως ας πούμε στο κεφάλαιο με τον «Αρχαίο διάλογο του Αδάμ και της Εύας», όπου είναι γραμμένο με τελίτσες και διάφορα σημεία στίξης να μας κάνουν να φανταζόμαστε την στιχομυθία (πχ. ....;.........!) ή το κεφάλαιο «Πώς δεν έγινα υπουργός», όπου υπάρχουν μόνο τελίτσες που μας αποκρύπτουν τον λόγο, ασχέτως αν ο συγγραφέας στην πορεία μας μισοεξηγεί τον λόγο κ.λπ. Αν αποκόψεις αυτά τα δύο κεφάλαια και προσθέσεις και κάποια ανάλογου ύφους, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα κείμενο του Oulipo όπου η κάθε ερμηνεία θα ποικίλει ανάλογα με τον αναγνώστη που την προσεγγίζει. 





[...] 71. Το μειονέκτημα αυτού του βιβλίου:

Άρχισα να μετανιώνω που ανέλαβα να γράψω αυτό το βιβλίο. Όχι ότι το βαριέμαι. Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω. Πραγματικά, είναι μια ευπρόσδεκτη διάσπαση της προσοχής μου από την αιωνιότητα. Το βιβλίο όμως είναι βαρετό, μυρίζει τάφο, ένα rigor mortis. Ένα σοβαρό λάθος, αν και σχετικά μικρό, γιατί το μεγάλο μειονέκτημα αυτού του βιβλίου είσαι εσύ αναγνώστη. Θέλεις να το ζήσεις γρήγορα, να φτάσεις στο τέλος, και το βιβλίο προχωράει με άνετα και αργά βήματα. Σου αρέσει η ευθεία, η σταθερή αφήγηση και ένα εύκολο στυλ, αλλά το βιβλίο αυτό και το στυλ μου είναι σαν ένα ζευγάρι μεθυσμένους. Τρικλίζουν δεξιά, αριστερά, ξεκινάνε και σταματάνε, μουρμουρίζουν, μουγκρίζουν, καγχάζουν, βλαστημούν το Θεό, γλιστράνε, παραπατάνε και πέφτουν...


Η σύμπραξη (εκκεντρικής) μορφής και (αρκετά κοινού) περιεχομένου γίνεται με τόση αρμονία που θα κάνει όλους τους αναγνώστες να το απολαύσουν ολοκληρωτικά. Η μετάφραση είναι της Λήδας Μοσχονά και είναι εξαιρετική. Στον πρόλογο της μεταφράστριας όταν γίνεται αναφορά στο «Ντομ Κασμούρο» υπάρχει υποσημείωση που λέει ότι θα εκδοθεί στο μέλλον από τις εκδόσεις Αστάρτη (ανάλογες υποσημειώσεις υπάρχουν και για άλλα βιβλία που εκδόθηκαν από την Αστάρτη). Δυστυχώς δεν εκδόθηκε ποτέ και αυτό είναι κρίμα γι'αυτές τις πρωτοπόρες εκδόσεις, για να το συνδέσω λίγο με την αρχή της ανάρτησης. Ωστόσο, διαθέτουμε τον «Επιτάφιο για ένα μικρό νικητή» και θα ήταν μεγάλη ευλογία αν στρέφατε την προσοχή σας προς αυτό. Όσον αφορά έμενα, με ένα χρονικό άλμα 136 χρόνων έφτασε στα χέρια μου και στρογγυλοκάθισε με άνεση στην 20άδα με τα καλύτερα βιβλία που διάβασα ποτέ μου.

[...] Το να διαλογίζεται κανείς μονάχος είναι συνηθισμένο πράγμα. Αν όμως επιθυμεί να νιώσει αληθινή, λεπτή ηδονή, θα πρέπει να απομονώνεται μέσα σ' ένα πέλαγος από χειρονομίες και λέξεις, από νεύρα και πάθη. Θα πρέπει να αυτοκηρρύσεται ξένος, απόμακρος και απρόσιτος. Το χειρότερο που μπορούν να του πουν όταν επιστρέφει στον εαυτό του – δηλαδή όταν επιστρέφει στους άλλους και όχι στον εαυτό του – είναι ότι κατέβηκε από τον φιλντισένιο πύργο του. Και τι άλλο είναι αυτός ο μυστικός και λαμπρός πύργος, από αρχιτεκτονική άποψη, παρά η περιφρονητική επιβεβαίωση της πνευματικής ελευθερίας κάποιου; Ευλογημένος ας είναι ο Κύριος, τι εντυπωσιακό τέλος για ένα κεφάλαιο!

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Κατερίνα, υποθέτω χαίρεσαι για την ανακάλυψη αυτού του βιβλίου του Ντε Ασίς. Αν πάλι χαίρεσαι και για την ανάρτησή μου, ακόμα καλύτερα. Όπως και να'χει, χαρά μου! :)

      Διαγραφή
  2. Κι εγώ χαίρομαι που ξετρυπώνεις καλά βιβλία (αγοράζω όλο και πιο επιλεκτικά και δύσκολα λόγω χρημάτων αλλά και γιατί έχω θυμώσει με το ασύδοτο πλασάρισμα των βιβλίων σαν προϊόντα μόδας και τίποτ΄άλλο.Απαξίωση της Λογοτεχνίας και περιφρόνηση του αναγνώστη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βιβή, σπανίως παρασύρομαι σε ατυχείς επιλογές. Μετά το φιάσκο του Βάσκεζ το φυσάω και δεν κρυώνει! Η πρακτική μου με τα σκουπίδια της λογοτεχνίας είναι ακριβώς η αντίθετη με εκείνη που διατηρώ απέναντι στα κανονικά σκουπίδια -- δεν τα ανακυκλώνω ποτέ!!

      Κράτα τα λεφτά σου γι'αυτό το διαμαντάκι του Ντε Ασίς. Δε ξέρω για την «Ελένα» αλλά το παραπάνω βιβλίο είναι λογοτεχνικό κόσμημα. Καλή συνέχεια.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.