Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

To B. or not to B.?


Όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ρωτήθηκε κάποτε ποιο βιβλίο θα έπαιρνε μαζί του σ'ένα έρημο νησί, απάντησε: «Δεν έχει σημασία ποιο, αρκεί να είναι του Τρέηβεν». Καταλαβαίνω απόλυτα αυτή την θέση του Αϊνστάιν – και είναι σπανιότατες οι φορές που μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω απόλυτα τον Αϊνστάιν, οπότε αφήστε με να το χαρώ λίγο!
 
Με τον Τρέηβεν (B. Traven) συμβαίνει ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τον Μπολάνιο για τον οποίο μιλούσα πριν μερικές αναρτήσεις – με γοητεύει από τις πρώτες φράσεις. Όχι για τους ίδιους λόγους, αλλά σίγουρα με την ίδια ένταση. Ο Τρέηβεν λοιπόν υπήρξε ένας συγγραφέας-μυστήριο. Κράτησε μυστική την πραγματική του ταυτότητα ως το τέλος της ζωής του και έζησε έτσι όπως του υπαγόρευαν οι στέρεες ιδέες του. Ένας συγγραφέας, αν όχι επαναστατικός (στην γραφή του) σίγουρα επαναστάτης (στις ιδέες του). Όπως μας πληροφορεί το συντομότατο βιογραφικό, πρόκειται, σχεδόν σίγουρα πλέον, για τον επαναστάτη Ρετ Μαρούτ που πήρε μέρος στην βραχύβια Δημοκρατία των Συμβουλίων στην Βαυαρία το 1919. Πολωνικής καταγωγής Γερμανός συγγραφέας, καταδικάστηκε σε θάνατο για την δράση του και κατέφυγε στο Μεξικό όπου και πέθανε το 1969. Στις αναγνωστικές συνειδήσεις ο Τρέηβεν παραμένει τουλάχιστον ένας μεξικανός συγγραφέας (κυρίως λόγω της θεματολογίας των βιβλιων του) αν και στην ουσία, πρόκειται για μια παγκόσμια φωνή πέρα από γλωσσικά και ιδεολογικά σύνορα!

Στον κύκλο των “Μυθιστορημάτων της Ζούγκλας” αλλά και σε όσα βιβλία του κινούνται εκτός κύκλου, ο συγγραφέας κυριαρχείται από την επιθυμία του να αποτινάξει μέσω της γραφής την ταπεινωτική καταπίεση που υφίστανται οι άνθρωποι στα χέρια των εκάστοτε εξουσιαστών. Τα μυθιστορήματά του είναι εξόχως πολιτικά χωρίς όμως να σε χειραγωγούν με οποιονδήποτε τρόπο – στο τέλος τους, κατά έναν μαγικό τρόπο, θα στέκεσαι στην σωστή πλευρά και θα την έχεις επιλέξει εσύ. Το μυθιστόρημα τοποθετείται χρονικά λίγο πριν την έκρηξη της Μεξικανικής Επανάστασης όπου η κυριαρχία του Πορφύριο Ντίας αρχίζει να κλονίζεται και οι εργάτες γης αρχίζουν να συνειδητοποιούν την δεινή κατάσταση που υπέμεναν αγόγγυστα τόσα χρόνια. Ο Κάντιδο ένας καλοκάγαθος ινδιάνος που είναι ευχαριστημένος με το μικρό του χωράφι και τη θαλπερή του οικογενειακή εστία, στην προσπάθεια να σώσει την γυναίκα του έπειτα από μια κρίση οξείας σκωληκοειδητιδας, χρεώνεται ένα υπέρογκο ποσό που τον “σκλαβώνει” σε διετή απάνθρωπη εργασία στους καταυλισμούς υλοτομίας στα βάθη της ζούγκλας. Η γυναίκα του τελικά πεθαίνει και ο Κάντιδο μαζί με τα δυο μικρά παιδιά του, την αδερφή του Μοδέστα και δύο γουρουνάκια ξεκινάει για τα βάθη της Κόλασης, εκεί όπου τα ουρλιαχτά των κρεμασμένων είναι η μόνη μουσική!

Το μόνο που ζητούσαν από έναν πεόν ήταν τυφλή υπακοή, ακόμα και αν τον διέταζαν να πέσει στο νερό με μια πέτρα στο λαιμό. Ο δούλος έχει μόνο μια αρετή κι ένα μόνο δικαίωμα: να θεωρεί σαν ευαγγέλιο τα λόγια του αφεντικού του. Ο δούλος που δεν ασκεί αυτή την αρετή ούτε αυτό το δικαίωμα παραβαίνει τους κανόνες, και, σε αυτή την περίπτωση, ο φόνος ή ο βασανισμός του αποτελεί μια αξιέπαινη πράξη που ποτέ δεν ανταμείβεται όσο της αξίζει.

Στους καταυλισμούς υλοτομίας, νόμος είναι οι ιδιοκτήτες (τρία αδέρφια) και οι επιστάτες. Οι εργάτες χωρίζονται μόνο σε υπάκουους και κρεμασμένους (το αποτέλεσμα της ανυπακοής δηλαδή, η δικαιολογημένη αδυναμία των εργατών να ικανοποιήσουν τις παράλογες απαιτήσεις των ιδιοκτητών). Η τιμωρία είναι να κρεμιούνται ανάποδα στα δέντρα της ζούγκλας σε επίπονες στάσεις, με τα κόκκινα μυρμήγκια να γαζώνουν τα σώματά τους και τα σμήνη των κουνουπιών να μεταγγίζουν το αίμα τους!  Ο Τρέηβεν γράφει ένα σκληρό βιβλίο για τις ζωές αυτών των ανθρώπων χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα. Μια περιπετειώδης αφήγηση, κρεμασμένη και μπλεγμένη ωστόσο στα κλαδιά μιας σαρκοβόρας πραγματικότητας! Σιγά σιγά ευδοκιμεί ο ισχνός σπόρος της εξέγερσης και χάρη σε έναν εργάτη, πρώην δάσκαλο, που παλιότερα υπήρξε υποκινητής επαναστατικών ιδεών, θα ξεσπάσει ορμητική και θα συνθλίψει κυριολεκτικά... τα μεγάλα κεφάλια! 

 
Κανείς δε φαινόταν να αναρωτιέται τι θα συνέβαινε μετά από αυτή την ολοκληρωτική καταστροφή. Ακόμα και ο Μαρτίν Τρινιδάδ δεν είχε παρά μόνο μια αόριστη εικόνα για τα επακόλουθα.
 
Το τέλος του βιβλίου βρίσκει το εξεγερμένο καραβάνι να διασχίζει την αφιλόξενη ζούγκλα κατά την περίοδο των βροχών, με σκοπό να φτάσει στις ιδιοκτησίες των γαιοκτημόνων και να σώσει όλους τους εργάτες εγκαθιδρύοντας την επανάσταση. Εδώ βρίσκεται όλη η μαγεία του βιβλίου – ο Τρέηβεν βάζει την τελευταία τελεία λίγο πριν οι επαναστάτες συναντήσουν αναπόφευκτα τις δυνάμεις του στρατού ή της αστυνομίας (ίσως να περιγράφεται σε κάποιο άλλο βιβλίο των Μυθιστορημάτων της Ζούγκλας) και έτσι δεν μαθαίνουμε την κατάληξη της επανάστασης. Μέσα από τον χαρακτήρα του Μαρτίν Τρινιδάδ, του πρώην δασκάλου που πλέον έχει το προσωνύμιο “Καθηγητής”, ο Τρέηβεν “φιλοσοφεί” πάνω στην επανάσταση, τα κίνητρά της και τα απότελέσματά της. Κάποια στιγμή που το καραβάνι στρατοπεδεύει δίπλα σε ένα ράντσο, προσπαθεί να πείσει τους εργάτες του ράντσου να αποτινάξουν τα δεσμά τους και να ενωθούν μαζί τους. Εκείνοι, όταν σκοτώνουν τους επιστάτες του ράντσου, αρνούνται να φύγουν, λέγοντας ότι πλέον βρήκαν το κομμάτι γης που τους αναλογεί και τόσο καιρό επιθυμούσαν.


 
Οι επαναστάτες που θέλουν εξηγήσεις για τα κίνητρα της επανάστασης είναι ψευτοεπαναστάτες. Η πραγματική επανάσταση, αυτή που είναι ικανή ν' αλλάξει το σύστημα, βρίσκεται ριζωμένη στη ψυχή των αληθινών επαναστατών. Ο ειλικρινής επαναστάτης ποτέ δεν σκέφτεται το προσωπικό όφελος που θ' αποκομίσει από την επανάσταση. Θέλει απλώς ν' ανατρέψει το κοινωνικό σύστημα κάτω απ' το οποίο υποφέρει και βλέπει κι άλλους να υποφέρουν. Και για να το γκρεμίσει και να δει τις ιδέες που θεωρεί δίκαιες να πραγματώνονται, θυσιάζει τον εαυτό του και πεθαίνει.

 Τα βιβλία του Τρέηβεν είναι τροφή για σκέψη. Το συγκεκριμένο το απόλαυσα ιδιαίτερα γιατί μού έφερε στο μυαλό τις καταλήξεις των περισσότερων επαναστάσεων, πώς δηλαδή, καταλύεις έναν εξουσιαστικό μηχανισμό εγκαθιδρύοντας σχεδόν ασυνείδητα έναν δικό σου, ίσως και πιο σκληρό από τον πρώτο. Πώς, με το αίμα που γεννήθηκε η δική σου επανάσταση, θα φροντίσεις να καταπνίξεις τις επόμενες που θα σε αμφισβητήσουν. Αναπόφευκτα αναθυμήθηκα μία σχετική καλοκαιρινή συζήτηση που είχα με μια φίλη, ότι δεν μπορείς να έχεις ισότητα και ελευθερία ταυτόχρονα, αν έχεις ισότητα μοιραία δεν θα έχεις ελευθερία, αν έχεις ελευθερία δε θα έχεις ισότητα. Ίσως μια συζήτηση υπό το κράτος της ηλίασης και της καλοκαιρινής ραστώνης, που απηχεί από μακριά τις απόψεις του Μίλτον Φρίντμαν – μια συζήτηση ωστόσο, που μπλέχτηκε με την ανάγνωση του βιβλίου του Τρέηβεν και έφτιαξε ένα επαναστατικό μίγμα στο κεφάλι μου! 


 
Οι εκδόσεις Άρδην έφτιαξαν μια υπέροχη έκδοση με μια εξαιρετική μετάφραση της Αθανασίας Κοντοχρήστου. Το εξώφυλλο αποτελεί μια εύγλωττη περίληψη του βιβλίου, λεπτομέρεια του πίνακα του Ντιέγκο Ριβέρα, Η υποδούλωση των Ινδιάνων. Κι όμως, αυτό που ξεχωρίζει αναπάντεχα στην έκδοση αυτή, είναι το αυτί του οπισθόφυλλου όπου αναγράφονται όλες οι ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του Τρέηβεν! Έχω βαρεθεί να αντικρίζω εκδόσεις που γράφουν “... στις εκδόσεις μας, κυκλοφορούν τα εξής βίβλια του τάδε συγγραφέα...”. Λες και αναφέρονται σε λοβοτομημένους αναγνώστες που δε θα μπορέσουν να ανακαλύψουν τα υπόλοιπα βιβλία που κυκλοφορούν από άλλες εκδόσεις! Θέλει θάρρος να διαφημίζεις “προιόντα” αντίπαλων “εταιρειών” και αυτό, είναι ιδιαιτέρως εκτιμητέο.

Επιμένοντας θεματικά, ξεκίνησα τον φετινό Αύγουστο με το ονειρικό Πέδρο Πάραμο και τον τελείωσα με την ρεαλιστική αφήγηση του Μπ. Τρέηβεν. Δύο υπέροχες εκδοχές ατόφιας λογοτεχνίας. Να διαβάζετε Μπ. Τρέηβεν, για τις υπέροχες ιδέες του. Για να συνεχίσει να ζει.

Σχόλια

  1. Βιβλίο που σε αρπάζει από την πρώτη στιγμή, πώς να το αφήσεις! Όπως πολύ σωστά περιγράφεις είναι τροφή για σκέψη, διάβασα και το Μεγαλοβιομήχανο επίσης εξαιρετικό και επίκαιρο.
    Τα βρήκα δύσκολα τα βιβλία αλλά ευτυχώς που υπάρχει και το βιβλιοπωλείο "Το Κεντρί" στην Δ. Γούναρη στο Ναυαρίνο, στη Θεσσαλονίκη, ο κος Αντώνης κάνει το παν για να σου βρει ότι βιβλία του ζητήσεις.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Σουμέλα,

      απλά υπέροχος ο Τρέηβεν, δεν μετανιώνεις για κανένα βιβλίο του. Εξαιρετικότατος ο Μεγαλοβιομήχανος! Και το Πλοίο των νεκρών, επίσης. Αυτό κυκλοφορεί σχετικά εύκολα, αναζήτησέ το. Εγώ ψάχνω τον Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε, κάπου θα το εντοπίσω, είμαι σίγουρος.

      Ο κος Αντώνης που λες, είναι ένας τύπος με φουντωτό μαλλί που δούλευε στο Κεντρί; Τώρα πήγε στο Σαιξπηρικόν, αν λέμε τον ίδιο. Πριν ένα μήνα που πήγα Θεσσαλονίκη, το Κεντρί είχε μια κοπέλα, προφανώς υπάλληλος.

      Καλή συνέχεια!

      Διαγραφή
  2. Καλημέρα,
    Ο κύριος Αντώνης δεν έχει πια φουντωτό μαλί σου στέλνω ένα λινκ για να τον δεις.
    http://parallaximag.gr/thessaloniki/to-mikrotero-vivliopolio-tis-polis

    Καλό φθινόπωρο
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχα, όντως ο κύριος Αντώνης δεν έχει πια (φουντωτό) μαλλί!! Εγώ, εννοούσα τον Φράνκι που εμφανίζεται στην δεύτερη φωτογραφία. Ήταν το "δεξί χέρι" του κύριου Αντώνη (όπως λέει το άρθρο) αλλά όσες φορές περνούσα από κει πάντα αυτόν συναντούσα, έτσι που νόμιζα ότι είναι αυτός ο ιδιοκτήτης.

      Όπως και να'χει, σ' ευχαριστώ για το ωραίο άρθρο που μοιράστηκες. Αξίζει το βιβλιοπωλείο αυτό.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν