Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

To B. or not to B.?


Όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ρωτήθηκε κάποτε ποιο βιβλίο θα έπαιρνε μαζί του σ'ένα έρημο νησί, απάντησε: «Δεν έχει σημασία ποιο, αρκεί να είναι του Τρέηβεν». Καταλαβαίνω απόλυτα αυτή την θέση του Αϊνστάιν – και είναι σπανιότατες οι φορές που μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω απόλυτα τον Αϊνστάιν, οπότε αφήστε με να το χαρώ λίγο!
 
Με τον Τρέηβεν (B. Traven) συμβαίνει ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τον Μπολάνιο για τον οποίο μιλούσα πριν μερικές αναρτήσεις – με γοητεύει από τις πρώτες φράσεις. Όχι για τους ίδιους λόγους, αλλά σίγουρα με την ίδια ένταση. Ο Τρέηβεν λοιπόν υπήρξε ένας συγγραφέας-μυστήριο. Κράτησε μυστική την πραγματική του ταυτότητα ως το τέλος της ζωής του και έζησε έτσι όπως του υπαγόρευαν οι στέρεες ιδέες του. Ένας συγγραφέας, αν όχι επαναστατικός (στην γραφή του) σίγουρα επαναστάτης (στις ιδέες του). Όπως μας πληροφορεί το συντομότατο βιογραφικό, πρόκειται, σχεδόν σίγουρα πλέον, για τον επαναστάτη Ρετ Μαρούτ που πήρε μέρος στην βραχύβια Δημοκρατία των Συμβουλίων στην Βαυαρία το 1919. Πολωνικής καταγωγής Γερμανός συγγραφέας, καταδικάστηκε σε θάνατο για την δράση του και κατέφυγε στο Μεξικό όπου και πέθανε το 1969. Στις αναγνωστικές συνειδήσεις ο Τρέηβεν παραμένει τουλάχιστον ένας μεξικανός συγγραφέας (κυρίως λόγω της θεματολογίας των βιβλιων του) αν και στην ουσία, πρόκειται για μια παγκόσμια φωνή πέρα από γλωσσικά και ιδεολογικά σύνορα!

Στον κύκλο των “Μυθιστορημάτων της Ζούγκλας” αλλά και σε όσα βιβλία του κινούνται εκτός κύκλου, ο συγγραφέας κυριαρχείται από την επιθυμία του να αποτινάξει μέσω της γραφής την ταπεινωτική καταπίεση που υφίστανται οι άνθρωποι στα χέρια των εκάστοτε εξουσιαστών. Τα μυθιστορήματά του είναι εξόχως πολιτικά χωρίς όμως να σε χειραγωγούν με οποιονδήποτε τρόπο – στο τέλος τους, κατά έναν μαγικό τρόπο, θα στέκεσαι στην σωστή πλευρά και θα την έχεις επιλέξει εσύ. Το μυθιστόρημα τοποθετείται χρονικά λίγο πριν την έκρηξη της Μεξικανικής Επανάστασης όπου η κυριαρχία του Πορφύριο Ντίας αρχίζει να κλονίζεται και οι εργάτες γης αρχίζουν να συνειδητοποιούν την δεινή κατάσταση που υπέμεναν αγόγγυστα τόσα χρόνια. Ο Κάντιδο ένας καλοκάγαθος ινδιάνος που είναι ευχαριστημένος με το μικρό του χωράφι και τη θαλπερή του οικογενειακή εστία, στην προσπάθεια να σώσει την γυναίκα του έπειτα από μια κρίση οξείας σκωληκοειδητιδας, χρεώνεται ένα υπέρογκο ποσό που τον “σκλαβώνει” σε διετή απάνθρωπη εργασία στους καταυλισμούς υλοτομίας στα βάθη της ζούγκλας. Η γυναίκα του τελικά πεθαίνει και ο Κάντιδο μαζί με τα δυο μικρά παιδιά του, την αδερφή του Μοδέστα και δύο γουρουνάκια ξεκινάει για τα βάθη της Κόλασης, εκεί όπου τα ουρλιαχτά των κρεμασμένων είναι η μόνη μουσική!

Το μόνο που ζητούσαν από έναν πεόν ήταν τυφλή υπακοή, ακόμα και αν τον διέταζαν να πέσει στο νερό με μια πέτρα στο λαιμό. Ο δούλος έχει μόνο μια αρετή κι ένα μόνο δικαίωμα: να θεωρεί σαν ευαγγέλιο τα λόγια του αφεντικού του. Ο δούλος που δεν ασκεί αυτή την αρετή ούτε αυτό το δικαίωμα παραβαίνει τους κανόνες, και, σε αυτή την περίπτωση, ο φόνος ή ο βασανισμός του αποτελεί μια αξιέπαινη πράξη που ποτέ δεν ανταμείβεται όσο της αξίζει.

Στους καταυλισμούς υλοτομίας, νόμος είναι οι ιδιοκτήτες (τρία αδέρφια) και οι επιστάτες. Οι εργάτες χωρίζονται μόνο σε υπάκουους και κρεμασμένους (το αποτέλεσμα της ανυπακοής δηλαδή, η δικαιολογημένη αδυναμία των εργατών να ικανοποιήσουν τις παράλογες απαιτήσεις των ιδιοκτητών). Η τιμωρία είναι να κρεμιούνται ανάποδα στα δέντρα της ζούγκλας σε επίπονες στάσεις, με τα κόκκινα μυρμήγκια να γαζώνουν τα σώματά τους και τα σμήνη των κουνουπιών να μεταγγίζουν το αίμα τους!  Ο Τρέηβεν γράφει ένα σκληρό βιβλίο για τις ζωές αυτών των ανθρώπων χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα. Μια περιπετειώδης αφήγηση, κρεμασμένη και μπλεγμένη ωστόσο στα κλαδιά μιας σαρκοβόρας πραγματικότητας! Σιγά σιγά ευδοκιμεί ο ισχνός σπόρος της εξέγερσης και χάρη σε έναν εργάτη, πρώην δάσκαλο, που παλιότερα υπήρξε υποκινητής επαναστατικών ιδεών, θα ξεσπάσει ορμητική και θα συνθλίψει κυριολεκτικά... τα μεγάλα κεφάλια! 

 
Κανείς δε φαινόταν να αναρωτιέται τι θα συνέβαινε μετά από αυτή την ολοκληρωτική καταστροφή. Ακόμα και ο Μαρτίν Τρινιδάδ δεν είχε παρά μόνο μια αόριστη εικόνα για τα επακόλουθα.
 
Το τέλος του βιβλίου βρίσκει το εξεγερμένο καραβάνι να διασχίζει την αφιλόξενη ζούγκλα κατά την περίοδο των βροχών, με σκοπό να φτάσει στις ιδιοκτησίες των γαιοκτημόνων και να σώσει όλους τους εργάτες εγκαθιδρύοντας την επανάσταση. Εδώ βρίσκεται όλη η μαγεία του βιβλίου – ο Τρέηβεν βάζει την τελευταία τελεία λίγο πριν οι επαναστάτες συναντήσουν αναπόφευκτα τις δυνάμεις του στρατού ή της αστυνομίας (ίσως να περιγράφεται σε κάποιο άλλο βιβλίο των Μυθιστορημάτων της Ζούγκλας) και έτσι δεν μαθαίνουμε την κατάληξη της επανάστασης. Μέσα από τον χαρακτήρα του Μαρτίν Τρινιδάδ, του πρώην δασκάλου που πλέον έχει το προσωνύμιο “Καθηγητής”, ο Τρέηβεν “φιλοσοφεί” πάνω στην επανάσταση, τα κίνητρά της και τα απότελέσματά της. Κάποια στιγμή που το καραβάνι στρατοπεδεύει δίπλα σε ένα ράντσο, προσπαθεί να πείσει τους εργάτες του ράντσου να αποτινάξουν τα δεσμά τους και να ενωθούν μαζί τους. Εκείνοι, όταν σκοτώνουν τους επιστάτες του ράντσου, αρνούνται να φύγουν, λέγοντας ότι πλέον βρήκαν το κομμάτι γης που τους αναλογεί και τόσο καιρό επιθυμούσαν.


 
Οι επαναστάτες που θέλουν εξηγήσεις για τα κίνητρα της επανάστασης είναι ψευτοεπαναστάτες. Η πραγματική επανάσταση, αυτή που είναι ικανή ν' αλλάξει το σύστημα, βρίσκεται ριζωμένη στη ψυχή των αληθινών επαναστατών. Ο ειλικρινής επαναστάτης ποτέ δεν σκέφτεται το προσωπικό όφελος που θ' αποκομίσει από την επανάσταση. Θέλει απλώς ν' ανατρέψει το κοινωνικό σύστημα κάτω απ' το οποίο υποφέρει και βλέπει κι άλλους να υποφέρουν. Και για να το γκρεμίσει και να δει τις ιδέες που θεωρεί δίκαιες να πραγματώνονται, θυσιάζει τον εαυτό του και πεθαίνει.

 Τα βιβλία του Τρέηβεν είναι τροφή για σκέψη. Το συγκεκριμένο το απόλαυσα ιδιαίτερα γιατί μού έφερε στο μυαλό τις καταλήξεις των περισσότερων επαναστάσεων, πώς δηλαδή, καταλύεις έναν εξουσιαστικό μηχανισμό εγκαθιδρύοντας σχεδόν ασυνείδητα έναν δικό σου, ίσως και πιο σκληρό από τον πρώτο. Πώς, με το αίμα που γεννήθηκε η δική σου επανάσταση, θα φροντίσεις να καταπνίξεις τις επόμενες που θα σε αμφισβητήσουν. Αναπόφευκτα αναθυμήθηκα μία σχετική καλοκαιρινή συζήτηση που είχα με μια φίλη, ότι δεν μπορείς να έχεις ισότητα και ελευθερία ταυτόχρονα, αν έχεις ισότητα μοιραία δεν θα έχεις ελευθερία, αν έχεις ελευθερία δε θα έχεις ισότητα. Ίσως μια συζήτηση υπό το κράτος της ηλίασης και της καλοκαιρινής ραστώνης, που απηχεί από μακριά τις απόψεις του Μίλτον Φρίντμαν – μια συζήτηση ωστόσο, που μπλέχτηκε με την ανάγνωση του βιβλίου του Τρέηβεν και έφτιαξε ένα επαναστατικό μίγμα στο κεφάλι μου! 


 
Οι εκδόσεις Άρδην έφτιαξαν μια υπέροχη έκδοση με μια εξαιρετική μετάφραση της Αθανασίας Κοντοχρήστου. Το εξώφυλλο αποτελεί μια εύγλωττη περίληψη του βιβλίου, λεπτομέρεια του πίνακα του Ντιέγκο Ριβέρα, Η υποδούλωση των Ινδιάνων. Κι όμως, αυτό που ξεχωρίζει αναπάντεχα στην έκδοση αυτή, είναι το αυτί του οπισθόφυλλου όπου αναγράφονται όλες οι ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του Τρέηβεν! Έχω βαρεθεί να αντικρίζω εκδόσεις που γράφουν “... στις εκδόσεις μας, κυκλοφορούν τα εξής βίβλια του τάδε συγγραφέα...”. Λες και αναφέρονται σε λοβοτομημένους αναγνώστες που δε θα μπορέσουν να ανακαλύψουν τα υπόλοιπα βιβλία που κυκλοφορούν από άλλες εκδόσεις! Θέλει θάρρος να διαφημίζεις “προιόντα” αντίπαλων “εταιρειών” και αυτό, είναι ιδιαιτέρως εκτιμητέο.

Επιμένοντας θεματικά, ξεκίνησα τον φετινό Αύγουστο με το ονειρικό Πέδρο Πάραμο και τον τελείωσα με την ρεαλιστική αφήγηση του Μπ. Τρέηβεν. Δύο υπέροχες εκδοχές ατόφιας λογοτεχνίας. Να διαβάζετε Μπ. Τρέηβεν, για τις υπέροχες ιδέες του. Για να συνεχίσει να ζει.

Σχόλια

  1. Βιβλίο που σε αρπάζει από την πρώτη στιγμή, πώς να το αφήσεις! Όπως πολύ σωστά περιγράφεις είναι τροφή για σκέψη, διάβασα και το Μεγαλοβιομήχανο επίσης εξαιρετικό και επίκαιρο.
    Τα βρήκα δύσκολα τα βιβλία αλλά ευτυχώς που υπάρχει και το βιβλιοπωλείο "Το Κεντρί" στην Δ. Γούναρη στο Ναυαρίνο, στη Θεσσαλονίκη, ο κος Αντώνης κάνει το παν για να σου βρει ότι βιβλία του ζητήσεις.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Σουμέλα,

      απλά υπέροχος ο Τρέηβεν, δεν μετανιώνεις για κανένα βιβλίο του. Εξαιρετικότατος ο Μεγαλοβιομήχανος! Και το Πλοίο των νεκρών, επίσης. Αυτό κυκλοφορεί σχετικά εύκολα, αναζήτησέ το. Εγώ ψάχνω τον Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε, κάπου θα το εντοπίσω, είμαι σίγουρος.

      Ο κος Αντώνης που λες, είναι ένας τύπος με φουντωτό μαλλί που δούλευε στο Κεντρί; Τώρα πήγε στο Σαιξπηρικόν, αν λέμε τον ίδιο. Πριν ένα μήνα που πήγα Θεσσαλονίκη, το Κεντρί είχε μια κοπέλα, προφανώς υπάλληλος.

      Καλή συνέχεια!

      Διαγραφή
  2. Καλημέρα,
    Ο κύριος Αντώνης δεν έχει πια φουντωτό μαλί σου στέλνω ένα λινκ για να τον δεις.
    http://parallaximag.gr/thessaloniki/to-mikrotero-vivliopolio-tis-polis

    Καλό φθινόπωρο
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχα, όντως ο κύριος Αντώνης δεν έχει πια (φουντωτό) μαλλί!! Εγώ, εννοούσα τον Φράνκι που εμφανίζεται στην δεύτερη φωτογραφία. Ήταν το "δεξί χέρι" του κύριου Αντώνη (όπως λέει το άρθρο) αλλά όσες φορές περνούσα από κει πάντα αυτόν συναντούσα, έτσι που νόμιζα ότι είναι αυτός ο ιδιοκτήτης.

      Όπως και να'χει, σ' ευχαριστώ για το ωραίο άρθρο που μοιράστηκες. Αξίζει το βιβλιοπωλείο αυτό.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».