Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο θείος Βάνιας, η Χοντρομπαλού και ένας Άγγελος του παράξενου




Δεν τρέφω καμία ιδιαίτερη εκτίμηση για το θέατρο – ούτε για αυτό που γράφεται ούτε για εκείνο που παίζεται. Νομίζω ότι η λογοτεχνία δεν ζει αρμονικά με το θέατρο. Τα κείμενα που γράφονται είναι από τα πιο βαρετά που υπάρχουν, αποστειρωμένα και ξεψυχισμένα. Μα, θα μου πείτε, γράφονται ειδικά για το θέατρο, εκεί πάνω θα τους εμφυσηθεί ζωή. Τότε, γιατί εκδίδονται; Γιατί δεν βλέπω, σε αντίστοιχη κατανομή, σενάρια κινηματογραφικών ταινιών, που θα είχαν και περισσότερο ενδιαφέρον; Και τούτο το αλλόκοτο επίθετο, “θεατρικός”, μπροστά από τη λέξη συγγραφέας; Λες και πρόκειται για μιαν αναπηρία του λόγου που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από ευφημισμούς.

Έχω διαβάσει ελάχιστα θεατρικά κείμενα και έχω δει ακόμα λιγότερο θέατρο. Φαίνεται αυτό, καγχάζετε σαρκαστικά! Έχω διαβάσει Ίψεν (ο οποίος έχει μια τεράστια συγγραφική δύναμη, και δυστυχώς για μένα, που έγραψε μόνο θεατρικά), Τσέχωφ, Μπέκετ και Ιονέσκο και όταν τελείωσα την ανάγνωση ένιωσα σαν να με είχαν ληστέψει στη μέση του δρόμου! Δελεάστηκα από την μακρόχρονη πεποίθηση ότι η ανάγνωση θεατρικών κειμένων εμπεριέχει απόλαυση και την πάτησα. Αφού δεν είμαι ηθοποιός, τι στο καλό σκεφτόμουν; Σαν να αγόραζε κάποιος ένα εγχειρίδιο για σκάκι όταν δεν γνωρίζει καν πώς στήνονται τα κομμάτια στην σκακιέρα, μόνο και μόνο επειδή άκουγε όλο και συχνότερα ότι το σκάκι είναι μεγάλη τέχνη. Φυσικά και να εκδίδονται τα θεατρικά κείμενα, άλλα ως τεχνικά εγχειρίδια ειδικού σκοπού. Κάθε φορά που προσπαθώ να τα προσεγγίσω με λογοτεχνική ματιά, μου φαντάζουν θνησιγενή και ανίκανα να ανακινήσουν μέσα μου αισθήματα συμπόνοιας.
Οι τρεις εναπομείναντες συγγραφείς που αναφέρω παραπάνω, όταν απεκδύονται τον θεατρικό μανδύα που τους κρατά σε μια κατάσταση λογοτεχνικού εγκλεισμού, κάνουν πραγματικά θαύματα, ο Ιονέσκο με τον “Μοναχικό” του, ο Μπέκετ με την τριλογία του και ο Τσέχωφ με τα διηγήματά του. Αν είμαι μόνο εγώ που διακρίνω αυτή την διαφορά, τότε είμαι τρελός, και σας παρακαλώ θερμώς να μην ενοχλήσετε τον κόσμο μου! Και μιας και μιλάμε για τρελούς, να μην ξεχάσουμε τον Πόε, τον ηγέτη που συγκέντρωσε υπό την σκέπη του, τις συγγραφικές και αναγνωστικές μάζες και τις οδήγησε προς ένα καλύτερο λογοτεχνικό μέλλον. Πίσω από τη λέξη “διήγημα” πέφτει βαριά και σκοτεινή η σκιά του Πόε. Δυο σημαντικοί επίγονοι του Πόε ήταν ο Γκυ Ντε Μωπασάν και ο Τσέχωφ, συγγραφείς που “θεοποίησαν” το διήγημα και το έστειλαν παρηγοριά στους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Αυτοί απέδειξαν ότι η διηγηματογραφία είναι ύψιστη Δημιουργία και ότι ο Θεός τελικά μπορεί και να υπάρχει.

Ας ασχοληθούμε μόνο με τον Τσέχωφ – το Άγιο Πνεύμα της παραπάνω Αγίας Τριάδας! Ο Τσέχωφ είναι η επιτομή της συντομίας, στις πρώτες πέντε γραμμές έχεις καταλάβει πού βρίσκεσαι, γιατί, ποιος μιλάει, σε ποιον μιλάει και για ποιο θέμα. Αν δε θέλετε να πάνε χαμένα τα λεφτά σας σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής, απλώς διαβάστε λίγο Τσέχωφ. Αν πάλι θέλετε να σκορπίσετε τα λεφτά σας, τότε γραφτείτε σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής και περιμένετε υπομονετικά μέχρι ο καθηγητής σας να σας συμβουλέψει να διαβάσετε λίγο Τσέχωφ. Στο βιβλίο “Ώ, γυναίκες, γυναίκες!” συγκεντρώνονται 51 νεανικά διηγήματα τα οποία ο Τσέχωφ έγραψε με ψευδώνυμο (Τι δειλία!, θα σκεφτούν κάποιοι) σε ρώσικα περιοδικά. Η νεαρή ηλικία του συγγραφέα αντανακλάται μέσα στα διηγήματά του – είναι πολύ χιουμοριστικά, με περισσή σκωπτικότητα και έντονη διάθεση εμπαιγμού, χαρακτηριστικά που άφησαν αυτά τα πρώιμα διηγήματα στην σκιά για χρόνια, τόσο παράταιρα με όσα γράφονταν εκείνη την εποχή. Ωστόσο, ο νεαρός Τσέχωφ ήδη μπορούσε να εντοπίζει με ευκρίνεια τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής, με μια εξαιρετική παρατηρητικότητα που δεν αλλοιώθηκε ούτε στο ελάχιστο με τα χρόνια, σε αντίθεση με την αυθάδεια του χιούμορ της νιότης που αναπόφευκτα ωρίμασε μαζί του και τελικά πήρε μια γεύση πίκρας. Ο Μαξίμ Γκόρκι, ο αιώνιος μαθητής του, αποφαίνεται στο επίμετρο του βιβλίου, “Αναμνήσεις από τον Τσέχωφ”, ότι,
 
(...) κανένας δεν καταλάβαινε τόσο καθαρά και λεπτά όσο ο Αντόν Πάβλοβιτς την τραγικότητα των μικροπραγμάτων της ζωής, κανένας πριν από αυτόν δεν μπόρεσε να ζωγραφίσει στους ανθρώπους τόσο αληθινά και ανελέητα τον επαίσχυντο και θλιβερό πίνακα της ζωής τους, μέσα στο θολό χάος της μικροαστικής ρουτίνας.

Εχθρός του ήταν η χυδαιότητα˙ σ' όλη του τη ζωή πάλευε εναντίον της, τη χλεύαζε και την απεικόνιζε με την άφοβη, οξεία πένα του, κατορθώνοντας να βρει τη μούχλα της ακόμα κι εκεί που με την πρώτη ματιά φαινόταν πως τα πάντα ήταν οργανωμένα καλά, βολικά, ακόμα και λαμπρά... Και η χυδαιότητα τον εκδικήθηκε γι' αυτό μ' άσχημο τρόπο, βάζοντας το πτώμα του, το νεκρό σώμα ενός ποιητή, σ' ένα βαγόνι για μεταφορά στρειδιών...

Ο Αντόν Τσέχωφ ήταν ένας μανιακός της γραφής, έγραφε συνεχώς και ταχύτατα. “Γράφε όσο περισσότερο μπορείς! Γράφε, γράφε, γράφε μέχρι να σπάσουν τα δάχτυλά σου!” Οι οδηγίες προς ναυτιλομένους έχουν εκδοθεί στο όμορφο βιβλίο του “Η τέχνη της γραφής”. Στα πρώιμα διηγήματά του γίνονται μόνο κάποιες αχνές νύξεις για την συγγραφική ζωή και τέχνη, και μόνο σε ένα απόσπασμα φαίνεται να ξεσπάει με απίστευτη δριμύτητα, προοίμιο όλων των κατηγοριών που θα δεχθεί στην ζωή του.
 
(...) Ο κόσμος είναι μεγάλος και γενναιόδωρος, μα ένας συγγραφέας δεν φαίνεται να χωρά σε αυτόν! Ο συγγραφέας είναι ένα αιώνιο ορφανό, ένας εξόριστος, ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα ανυπεράσπιστο παιδί! Χωρίζω το ανθρώπινο είδος σε δυο κατηγορίες: συγγραφείς και ζηλόφθονους! Οι πρώτοι γράφουν, οι δεύτεροι πεθαίνουν από ζήλια και ξοδεύουν τον χρόνο τους συνωμοτώντας και καταστρώνοντας σχέδια εναντίον των πρώτων. Έχω πέσει συχνά θύμα αυτών των συνωμοσιών και θα πέφτω πάντα! Έχουν καταστρέψει τη ζωή μου!
 
Ο όμορφος τίτλος “Ω, γυναίκες, γυναίκες!” (όπως και το εξώφυλλο) είναι αρκετά τσεχωφικός, αλλά νομίζω ότι δεν ταιριάζει καθόλου με την συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων. Υπάρχουν αρκετές γυναίκες εδώ μέσα, που ταλαιπωρούν τους συζύγους τους, και φυσικά ταλαιπωρούνται και εκείνες από αυτούς, όμως, ο θαυμασμός που αναδίδει ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Υπάρχει μόνο σαρκασμός που φαίνεται ολοκάθαρα στο ομώνυμο διήγημα, αλλά και στα περισσότερα της συλλογής. Όταν κάποιος διαβάσει όλα τα διηγήματα θα νιώσει ότι “εξαπατήθηκε”, γιατί από τον τίτλο, περίμενε ήδη να συναντήσει διηγήματα άλλου ύφους και περιεχομένου. Αν έπρεπε να επιλεγεί κάποιο διήγημα για να δώσει και τον τίτλο της συλλογής, το “Μετά το πανηγύρι”, “Από το ημερολόγιο ενός βοηθού λογιστή” ή έστω το “Μια υπνωτιστική παράσταση” είναι σαφώς καλύτερες επιλογές. Το λιτό και υπαινικτικό “Ίντριγκες” είναι κατά την γνώμη μου, η τέλεια επιλογή. Ανάλογο προβληματισμό ίσως να σας προκαλέσει και το εξώφυλλο. 
Η μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη είναι πολύ καλή. Ο λόγος του Τσέχωφ είναι στρωτός και απλός και φθάνει πολύ ωραία στην γλώσσα μας μέσω της Αγγλικής οδού! Η μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική έκδοση “The undiscovered Chekhov”. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ένα κείμενο να φθάσει σε μας μέσω μιας τρίτης γλώσσας, δεν συμπαθούσα το “σπασμένο τηλέφωνο” όταν ήμουν μικρός και εξακολουθώ να μην το συμπαθώ ούτε τώρα που μεγάλωσα. Το επίμετρο του Γκόρκι, μεταφράστηκε από την Άννα Αβάκοβα, και χωρίς να θέλω να θίξω την συμβολή της (που ήταν καίρια), δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, γιατί τόσος κόπος; Δεν υπήρχε το επίμετρο στα Αγγλικά;;
Οι εκδόσεις “Ροές” είναι από τις πλέον καλαίσθητες του χώρου και πάντα απολαμβάνω να τις διαβάζω και να τις συλλέγω. Όμως αυτές οι παραφωνίες δεν πέρασαν διόλου απαρατήρητες. Παρόλα αυτά, η απόλαυση που πήρα από την ανάγνωση του βιβλίου, χτύπησε κόκκινο, τα διηγήματα είναι υπέροχα, χρυσαφίζουν μέσα στην λάσπη, και σας το λέω έντιμα, δεν χρειάζεται πολύ κοσκίνισμα για να τα βρείτε. Ξεκινήστε την βιβλιοθηρία!
Υ.Γ. 2666   Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο A book blog και αποτέλεσε την προτελευταία ανάρτησή του πριν την μακρά παύση του που μοιάζει οριστική (έχω καταστρέψει κόσμο!). Ήταν ένα μπλογκ που αγαπούσε την κλασική λογοτεχνία και σίγουρα λείπει χαρακτηριστικά η φωνή του στον ιστοχώρο. Ποτέ δεν περισσεύει κάποιος που μπορεί να μας ξαναμιλήσει για τον Τσέχωφ. 

ΜΑΡΑΜΠΟΥ (με εμφανή σύσπαση των χαρακτηριστικών του προσώπου καθώς πληκτρολογεί ετούτες τις λέξεις): Η απέχθειά μου για τα θεατρικά κείμενα παραμένει αμείωτη. (Το σκέφτεται μια στιγμή. Προσθέτει με ειλικρίνεια) Ίσως, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις. 

Αυλαία

Σχόλια

  1. Ανώνυμος18.7.16

    Αχ ο Τσέχωφ...Νομίζω ότι δεν είχα καταλάβει τίποτα για τη δύναμη της λογοτεχνίας μέχρι να διαβάσω τα διηγήματα του Τσέχωφ. Ξεκίνησα από τη συλλογή Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα της Εστίας, η οποία είναι μακράν η καλύτερη συλλογή που κυκλοφορεί στα μέρη μας. Και λες και δεν τον είχα αγαπήσει αρκετά, ανακάλυψα μετά το Θάλαμο νο 6 και τον Μαύρο μοναχό και πολλά άλλα που ξεχνώ τώρα.
    Τεράστιος συγγραφέας και υπέροχη προσωπικότητα. Επιτέλους κάποιος που μπορείς να θαυμάζεις και για τα δύο!
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όλοι βρίσκουμε, αργά ή γρήγορα, τον συγγραφέα που θα μας αποκαλύψει την δύναμη της λογοτεχνίας! Δεν λέω περισσότερα για το ποιος είναι ο δικός μου μύστης, για να υπάρχει ένα μυστήριο γι' αυτούς που επισκέπτονται πρώτη φορά το μπλογκ!!

      "Η αγάπη και άλλα 32 διηγήματα" είναι τελικά η καλύτερη συλλογή του; Μίλα ντε, και όλο ετοιμαζόμουν να την αγοράσω και όλο την άφηνα. Θα επανορθώσω.

      Διαγραφή
  2. Συμφωνώ απόλυτα για τον Τσέχωφ και θα πρόσθετα το εξαιρετικό βιβλίο και θεατρικό "Βόιτσεκ" του Georg Büchner που δεν κατάφερε να αποτελειώσει γιατί πέθανε από τύφο. Κι όμως αυτά τα 12 φύλλα χαρτί που άφησε ημιτελή έχουν έναν μαγνήτη κι ένα αίνιγμα που ο καθένας το ερμηνεύει όπως το οραματίζεται, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον.
    Και την Αγριόπαπια του Ίψεν που με απασχολεί ακόμη και σήμερα. Στο έργο o Gregers είναι ένας ψευτοθεραπευτής – απαιτεί πάρα πολλά από τους ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι τόσο δυνατοί για να αντέξουν την αιφνιδιαστική εμφάνιση της αποκάλυψης της αλήθειας, ανθρώπους που έχουν ανάγκη να διατηρήσουν σε ισχύ το «ζωτικό ψεύδος». Κι εδώ αναρωτιέται κανείς ν'αφήσουμε την ψευδαίσθηση να μας κάνει ευτυχισμένους ή να ανοίξουμε τα παράθυρα να μπει το φως της αλήθειας? Δύσκολο να απαντηθεί. Κι ενώ στα προηγούμενα δράματά του, ο Ίψεν, κάνει την αλήθεια να χρησιμεύει ως βάση σ'όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, στην αγριόπαπια καταλαμβάνεται ξαφνικά από αμφιβολίες. Δεν έχω βρει την σωστή απάντηση ακόμη κι ας είμαι 55 χρονών.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Σουμέλα!

      Σ'ευχαριστώ για το σχόλιο και συγγνώμη για την καθυστέρηση. Ναι, μιλάμε για σπουδαίους συγγραφείς. Ο Ίψεν είχε επηρεάσει βαθιά τον νεαρό Τζόυς και μάλιστα, σε ένα γράμμα που του έστειλε εκείνος, κουτσομαθαίνοντας μάλιστα την μητρική γλώσσα του Ίψεν, ο τελευταίος (στα τελευταία του) του απάντησε(!) κάτι που αποτέλεσε και ώθηση για τον Τζόυς! Είναι πολύ σημαντικός ο Ίψεν, και έτσι καταλαγιάζω προσωρινώς τα αντιθεατρικά μου αισθήματα για να το απολαύσω.

      Σημειώνω με χαρά και την αναφορά στο Βόυτσεκ. Εκτιμώντας τις προτάσεις σου, θα το αναζητήσω κάποια στιγμή. Καλή συνέχεια :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.