Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο θείος Βάνιας, η Χοντρομπαλού και ένας Άγγελος του παράξενου




Δεν τρέφω καμία ιδιαίτερη εκτίμηση για το θέατρο – ούτε για αυτό που γράφεται ούτε για εκείνο που παίζεται. Νομίζω ότι η λογοτεχνία δεν ζει αρμονικά με το θέατρο. Τα κείμενα που γράφονται είναι από τα πιο βαρετά που υπάρχουν, αποστειρωμένα και ξεψυχισμένα. Μα, θα μου πείτε, γράφονται ειδικά για το θέατρο, εκεί πάνω θα τους εμφυσηθεί ζωή. Τότε, γιατί εκδίδονται; Γιατί δεν βλέπω, σε αντίστοιχη κατανομή, σενάρια κινηματογραφικών ταινιών, που θα είχαν και περισσότερο ενδιαφέρον; Και τούτο το αλλόκοτο επίθετο, “θεατρικός”, μπροστά από τη λέξη συγγραφέας; Λες και πρόκειται για μιαν αναπηρία του λόγου που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από ευφημισμούς.

Έχω διαβάσει ελάχιστα θεατρικά κείμενα και έχω δει ακόμα λιγότερο θέατρο. Φαίνεται αυτό, καγχάζετε σαρκαστικά! Έχω διαβάσει Ίψεν (ο οποίος έχει μια τεράστια συγγραφική δύναμη, και δυστυχώς για μένα, που έγραψε μόνο θεατρικά), Τσέχωφ, Μπέκετ και Ιονέσκο και όταν τελείωσα την ανάγνωση ένιωσα σαν να με είχαν ληστέψει στη μέση του δρόμου! Δελεάστηκα από την μακρόχρονη πεποίθηση ότι η ανάγνωση θεατρικών κειμένων εμπεριέχει απόλαυση και την πάτησα. Αφού δεν είμαι ηθοποιός, τι στο καλό σκεφτόμουν; Σαν να αγόραζε κάποιος ένα εγχειρίδιο για σκάκι όταν δεν γνωρίζει καν πώς στήνονται τα κομμάτια στην σκακιέρα, μόνο και μόνο επειδή άκουγε όλο και συχνότερα ότι το σκάκι είναι μεγάλη τέχνη. Φυσικά και να εκδίδονται τα θεατρικά κείμενα, άλλα ως τεχνικά εγχειρίδια ειδικού σκοπού. Κάθε φορά που προσπαθώ να τα προσεγγίσω με λογοτεχνική ματιά, μου φαντάζουν θνησιγενή και ανίκανα να ανακινήσουν μέσα μου αισθήματα συμπόνοιας.
Οι τρεις εναπομείναντες συγγραφείς που αναφέρω παραπάνω, όταν απεκδύονται τον θεατρικό μανδύα που τους κρατά σε μια κατάσταση λογοτεχνικού εγκλεισμού, κάνουν πραγματικά θαύματα, ο Ιονέσκο με τον “Μοναχικό” του, ο Μπέκετ με την τριλογία του και ο Τσέχωφ με τα διηγήματά του. Αν είμαι μόνο εγώ που διακρίνω αυτή την διαφορά, τότε είμαι τρελός, και σας παρακαλώ θερμώς να μην ενοχλήσετε τον κόσμο μου! Και μιας και μιλάμε για τρελούς, να μην ξεχάσουμε τον Πόε, τον ηγέτη που συγκέντρωσε υπό την σκέπη του, τις συγγραφικές και αναγνωστικές μάζες και τις οδήγησε προς ένα καλύτερο λογοτεχνικό μέλλον. Πίσω από τη λέξη “διήγημα” πέφτει βαριά και σκοτεινή η σκιά του Πόε. Δυο σημαντικοί επίγονοι του Πόε ήταν ο Γκυ Ντε Μωπασάν και ο Τσέχωφ, συγγραφείς που “θεοποίησαν” το διήγημα και το έστειλαν παρηγοριά στους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Αυτοί απέδειξαν ότι η διηγηματογραφία είναι ύψιστη Δημιουργία και ότι ο Θεός τελικά μπορεί και να υπάρχει.

Ας ασχοληθούμε μόνο με τον Τσέχωφ – το Άγιο Πνεύμα της παραπάνω Αγίας Τριάδας! Ο Τσέχωφ είναι η επιτομή της συντομίας, στις πρώτες πέντε γραμμές έχεις καταλάβει πού βρίσκεσαι, γιατί, ποιος μιλάει, σε ποιον μιλάει και για ποιο θέμα. Αν δε θέλετε να πάνε χαμένα τα λεφτά σας σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής, απλώς διαβάστε λίγο Τσέχωφ. Αν πάλι θέλετε να σκορπίσετε τα λεφτά σας, τότε γραφτείτε σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής και περιμένετε υπομονετικά μέχρι ο καθηγητής σας να σας συμβουλέψει να διαβάσετε λίγο Τσέχωφ. Στο βιβλίο “Ώ, γυναίκες, γυναίκες!” συγκεντρώνονται 51 νεανικά διηγήματα τα οποία ο Τσέχωφ έγραψε με ψευδώνυμο (Τι δειλία!, θα σκεφτούν κάποιοι) σε ρώσικα περιοδικά. Η νεαρή ηλικία του συγγραφέα αντανακλάται μέσα στα διηγήματά του – είναι πολύ χιουμοριστικά, με περισσή σκωπτικότητα και έντονη διάθεση εμπαιγμού, χαρακτηριστικά που άφησαν αυτά τα πρώιμα διηγήματα στην σκιά για χρόνια, τόσο παράταιρα με όσα γράφονταν εκείνη την εποχή. Ωστόσο, ο νεαρός Τσέχωφ ήδη μπορούσε να εντοπίζει με ευκρίνεια τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής, με μια εξαιρετική παρατηρητικότητα που δεν αλλοιώθηκε ούτε στο ελάχιστο με τα χρόνια, σε αντίθεση με την αυθάδεια του χιούμορ της νιότης που αναπόφευκτα ωρίμασε μαζί του και τελικά πήρε μια γεύση πίκρας. Ο Μαξίμ Γκόρκι, ο αιώνιος μαθητής του, αποφαίνεται στο επίμετρο του βιβλίου, “Αναμνήσεις από τον Τσέχωφ”, ότι,
 
(...) κανένας δεν καταλάβαινε τόσο καθαρά και λεπτά όσο ο Αντόν Πάβλοβιτς την τραγικότητα των μικροπραγμάτων της ζωής, κανένας πριν από αυτόν δεν μπόρεσε να ζωγραφίσει στους ανθρώπους τόσο αληθινά και ανελέητα τον επαίσχυντο και θλιβερό πίνακα της ζωής τους, μέσα στο θολό χάος της μικροαστικής ρουτίνας.

Εχθρός του ήταν η χυδαιότητα˙ σ' όλη του τη ζωή πάλευε εναντίον της, τη χλεύαζε και την απεικόνιζε με την άφοβη, οξεία πένα του, κατορθώνοντας να βρει τη μούχλα της ακόμα κι εκεί που με την πρώτη ματιά φαινόταν πως τα πάντα ήταν οργανωμένα καλά, βολικά, ακόμα και λαμπρά... Και η χυδαιότητα τον εκδικήθηκε γι' αυτό μ' άσχημο τρόπο, βάζοντας το πτώμα του, το νεκρό σώμα ενός ποιητή, σ' ένα βαγόνι για μεταφορά στρειδιών...

Ο Αντόν Τσέχωφ ήταν ένας μανιακός της γραφής, έγραφε συνεχώς και ταχύτατα. “Γράφε όσο περισσότερο μπορείς! Γράφε, γράφε, γράφε μέχρι να σπάσουν τα δάχτυλά σου!” Οι οδηγίες προς ναυτιλομένους έχουν εκδοθεί στο όμορφο βιβλίο του “Η τέχνη της γραφής”. Στα πρώιμα διηγήματά του γίνονται μόνο κάποιες αχνές νύξεις για την συγγραφική ζωή και τέχνη, και μόνο σε ένα απόσπασμα φαίνεται να ξεσπάει με απίστευτη δριμύτητα, προοίμιο όλων των κατηγοριών που θα δεχθεί στην ζωή του.
 
(...) Ο κόσμος είναι μεγάλος και γενναιόδωρος, μα ένας συγγραφέας δεν φαίνεται να χωρά σε αυτόν! Ο συγγραφέας είναι ένα αιώνιο ορφανό, ένας εξόριστος, ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα ανυπεράσπιστο παιδί! Χωρίζω το ανθρώπινο είδος σε δυο κατηγορίες: συγγραφείς και ζηλόφθονους! Οι πρώτοι γράφουν, οι δεύτεροι πεθαίνουν από ζήλια και ξοδεύουν τον χρόνο τους συνωμοτώντας και καταστρώνοντας σχέδια εναντίον των πρώτων. Έχω πέσει συχνά θύμα αυτών των συνωμοσιών και θα πέφτω πάντα! Έχουν καταστρέψει τη ζωή μου!
 
Ο όμορφος τίτλος “Ω, γυναίκες, γυναίκες!” (όπως και το εξώφυλλο) είναι αρκετά τσεχωφικός, αλλά νομίζω ότι δεν ταιριάζει καθόλου με την συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων. Υπάρχουν αρκετές γυναίκες εδώ μέσα, που ταλαιπωρούν τους συζύγους τους, και φυσικά ταλαιπωρούνται και εκείνες από αυτούς, όμως, ο θαυμασμός που αναδίδει ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Υπάρχει μόνο σαρκασμός που φαίνεται ολοκάθαρα στο ομώνυμο διήγημα, αλλά και στα περισσότερα της συλλογής. Όταν κάποιος διαβάσει όλα τα διηγήματα θα νιώσει ότι “εξαπατήθηκε”, γιατί από τον τίτλο, περίμενε ήδη να συναντήσει διηγήματα άλλου ύφους και περιεχομένου. Αν έπρεπε να επιλεγεί κάποιο διήγημα για να δώσει και τον τίτλο της συλλογής, το “Μετά το πανηγύρι”, “Από το ημερολόγιο ενός βοηθού λογιστή” ή έστω το “Μια υπνωτιστική παράσταση” είναι σαφώς καλύτερες επιλογές. Το λιτό και υπαινικτικό “Ίντριγκες” είναι κατά την γνώμη μου, η τέλεια επιλογή. Ανάλογο προβληματισμό ίσως να σας προκαλέσει και το εξώφυλλο. 
Η μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη είναι πολύ καλή. Ο λόγος του Τσέχωφ είναι στρωτός και απλός και φθάνει πολύ ωραία στην γλώσσα μας μέσω της Αγγλικής οδού! Η μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική έκδοση “The undiscovered Chekhov”. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ένα κείμενο να φθάσει σε μας μέσω μιας τρίτης γλώσσας, δεν συμπαθούσα το “σπασμένο τηλέφωνο” όταν ήμουν μικρός και εξακολουθώ να μην το συμπαθώ ούτε τώρα που μεγάλωσα. Το επίμετρο του Γκόρκι, μεταφράστηκε από την Άννα Αβάκοβα, και χωρίς να θέλω να θίξω την συμβολή της (που ήταν καίρια), δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, γιατί τόσος κόπος; Δεν υπήρχε το επίμετρο στα Αγγλικά;;
Οι εκδόσεις “Ροές” είναι από τις πλέον καλαίσθητες του χώρου και πάντα απολαμβάνω να τις διαβάζω και να τις συλλέγω. Όμως αυτές οι παραφωνίες δεν πέρασαν διόλου απαρατήρητες. Παρόλα αυτά, η απόλαυση που πήρα από την ανάγνωση του βιβλίου, χτύπησε κόκκινο, τα διηγήματα είναι υπέροχα, χρυσαφίζουν μέσα στην λάσπη, και σας το λέω έντιμα, δεν χρειάζεται πολύ κοσκίνισμα για να τα βρείτε. Ξεκινήστε την βιβλιοθηρία!
Υ.Γ. 2666   Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο A book blog και αποτέλεσε την προτελευταία ανάρτησή του πριν την μακρά παύση του που μοιάζει οριστική (έχω καταστρέψει κόσμο!). Ήταν ένα μπλογκ που αγαπούσε την κλασική λογοτεχνία και σίγουρα λείπει χαρακτηριστικά η φωνή του στον ιστοχώρο. Ποτέ δεν περισσεύει κάποιος που μπορεί να μας ξαναμιλήσει για τον Τσέχωφ. 

ΜΑΡΑΜΠΟΥ (με εμφανή σύσπαση των χαρακτηριστικών του προσώπου καθώς πληκτρολογεί ετούτες τις λέξεις): Η απέχθειά μου για τα θεατρικά κείμενα παραμένει αμείωτη. (Το σκέφτεται μια στιγμή. Προσθέτει με ειλικρίνεια) Ίσως, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις. 

Αυλαία

Σχόλια

  1. Ανώνυμος18.7.16

    Αχ ο Τσέχωφ...Νομίζω ότι δεν είχα καταλάβει τίποτα για τη δύναμη της λογοτεχνίας μέχρι να διαβάσω τα διηγήματα του Τσέχωφ. Ξεκίνησα από τη συλλογή Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα της Εστίας, η οποία είναι μακράν η καλύτερη συλλογή που κυκλοφορεί στα μέρη μας. Και λες και δεν τον είχα αγαπήσει αρκετά, ανακάλυψα μετά το Θάλαμο νο 6 και τον Μαύρο μοναχό και πολλά άλλα που ξεχνώ τώρα.
    Τεράστιος συγγραφέας και υπέροχη προσωπικότητα. Επιτέλους κάποιος που μπορείς να θαυμάζεις και για τα δύο!
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όλοι βρίσκουμε, αργά ή γρήγορα, τον συγγραφέα που θα μας αποκαλύψει την δύναμη της λογοτεχνίας! Δεν λέω περισσότερα για το ποιος είναι ο δικός μου μύστης, για να υπάρχει ένα μυστήριο γι' αυτούς που επισκέπτονται πρώτη φορά το μπλογκ!!

      "Η αγάπη και άλλα 32 διηγήματα" είναι τελικά η καλύτερη συλλογή του; Μίλα ντε, και όλο ετοιμαζόμουν να την αγοράσω και όλο την άφηνα. Θα επανορθώσω.

      Διαγραφή
  2. Συμφωνώ απόλυτα για τον Τσέχωφ και θα πρόσθετα το εξαιρετικό βιβλίο και θεατρικό "Βόιτσεκ" του Georg Büchner που δεν κατάφερε να αποτελειώσει γιατί πέθανε από τύφο. Κι όμως αυτά τα 12 φύλλα χαρτί που άφησε ημιτελή έχουν έναν μαγνήτη κι ένα αίνιγμα που ο καθένας το ερμηνεύει όπως το οραματίζεται, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον.
    Και την Αγριόπαπια του Ίψεν που με απασχολεί ακόμη και σήμερα. Στο έργο o Gregers είναι ένας ψευτοθεραπευτής – απαιτεί πάρα πολλά από τους ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι τόσο δυνατοί για να αντέξουν την αιφνιδιαστική εμφάνιση της αποκάλυψης της αλήθειας, ανθρώπους που έχουν ανάγκη να διατηρήσουν σε ισχύ το «ζωτικό ψεύδος». Κι εδώ αναρωτιέται κανείς ν'αφήσουμε την ψευδαίσθηση να μας κάνει ευτυχισμένους ή να ανοίξουμε τα παράθυρα να μπει το φως της αλήθειας? Δύσκολο να απαντηθεί. Κι ενώ στα προηγούμενα δράματά του, ο Ίψεν, κάνει την αλήθεια να χρησιμεύει ως βάση σ'όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, στην αγριόπαπια καταλαμβάνεται ξαφνικά από αμφιβολίες. Δεν έχω βρει την σωστή απάντηση ακόμη κι ας είμαι 55 χρονών.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Σουμέλα!

      Σ'ευχαριστώ για το σχόλιο και συγγνώμη για την καθυστέρηση. Ναι, μιλάμε για σπουδαίους συγγραφείς. Ο Ίψεν είχε επηρεάσει βαθιά τον νεαρό Τζόυς και μάλιστα, σε ένα γράμμα που του έστειλε εκείνος, κουτσομαθαίνοντας μάλιστα την μητρική γλώσσα του Ίψεν, ο τελευταίος (στα τελευταία του) του απάντησε(!) κάτι που αποτέλεσε και ώθηση για τον Τζόυς! Είναι πολύ σημαντικός ο Ίψεν, και έτσι καταλαγιάζω προσωρινώς τα αντιθεατρικά μου αισθήματα για να το απολαύσω.

      Σημειώνω με χαρά και την αναφορά στο Βόυτσεκ. Εκτιμώντας τις προτάσεις σου, θα το αναζητήσω κάποια στιγμή. Καλή συνέχεια :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».