Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας...



Μια μέρα βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο να θαυμάζω το ουράνιο τόξο που ξεπροβάλλει από το ράφι της Αστάρτης. Είχα ψαχουλέψει και άλλες φορές με τα ακροδάχτυλα το φάσμα των χρωμάτων, μπας και βρω εκεί μέσα τον αγαπητό Ίταλο Καλβίνο. Αυτή τη φορά όμως είχα πειστεί ότι δεν είχα να περιμένω τίποτα άλλο πέρα από οπτική ευχαρίστηση και κίνησα να φύγω χωρίς βιβλίο στα χέρια μου, ανατρέχοντας νοερά στα αδιάβαστα που με περίμεναν στο σπίτι, ώσπου το βλέμμα μου “τσακίστηκε” στον όρθιο και δυσδιάκριτο τίτλο της λαδί απόχρωσης!
 
 

Le Matelot (1927)
Όταν ο τίτλος ξάπλωσε μπροστά στα μάτια μου, διάβασα Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας και τον βρήκα αρκετά αβανταρόδικο για να τον προσπεράσω. Ο συγγραφέας Αλμπέρτο Σαβίνιο δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα και έτσι έψαξα για μερικά βιογραφικά στοιχεία του. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1891 (πρώτη ένδειξη ενδιαφέροντος) και το πραγματικό του όνομα ήταν Αντρέα ντε Κίρικο (κάτι μου θύμιζε αυτό το “κοκοροειδές” επώνυμο αλλά αδυνατούσα να θυμηθώ), αδερφός του γνωστού υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο (α, τώρα εξηγούνται όλα!). Το αγόρασα, σχεδόν αδιαφορώντας για την ιστορία που περιέχει. 
 

Και έπραξα σωστά· γιατί όπως διαπίστωσα σύντομα δεν ήταν μία η ιστορία αλλά δεκατέσσερις, οι οποίες μετά την ανάγνωση συνθέτουν με μαεστρία στο μυαλό σου, εκείνη την μία και μοναδική ιστορία, της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεκατέσσερα πορτρέτα ανθρώπων από όλη την κλίμακα της τέχνης: συγγραφείς, ποιητές, προφήτες, μουσικοί, ζωγράφοι, γλύπτες, κατασκευαστές μουσικών οργάνων, χορευτές, γιατροί, ταυρομάχοι(!), πολιτικοί. Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, σύμφωνα με το σύντομο βιογραφικό του βιβλίου, ήταν ένας εξαιρετικά πολυτάλαντος άνθρωπος: συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός, ζωγράφος, σκηνογράφος, σκηνοθέτης, μουσικός, λιμπρετίστας. Όλα αυτά τα στοιχεία τα έχεις στο μυαλό σου, καθώς τον παρακολουθείς να “φιλοτεχνεί” τα πορτρέτα των σπουδαίων ανθρώπων που επέλεξε να διαφυλάξει, μέσω της γραφής, στην αιωνιότητα (για τους περισσότερους από αυτούς, μπορείς να ισχυριστείς ότι καλά τα κατάφεραν και μόνοι τους, κάποιοι άλλοι όμως ίσως, χρειάζονταν αυτή την έξτρα βοήθεια).
 

La Volute (1929)
Κάποιοι από τους εικονιζόμενους είναι πασίγνωστοι, Ιούλιος Βερν, Νοστράδαμος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Τζουζέπε Βέρντι, Γκιγιόμ Απολινέρ, Παράκελσος· σε κάποιους άλλους, τα ονόματα κάτι μας θυμίζουν, Κολοντί, Αντόνιο Στραντιβάρι, Λορέντζο Μαμπίλι· υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους δηλώνουμε πλήρη άγνοια, Φελίτσε Καβαλότι, Άρνολντ Μπέκλιν, Ισιδώρα Ντάνκαν, Βιντσέντζο Τζέμιτο, Καϊετάνο Μπιενβενίδα.


Η γραφή του Σαβίνιο είναι υπέροχη και αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Παιγνιώδης και ονειρική, γεμάτη λογοπαίγνια και εντυπωσιασμούς, δένει αρμονικά με τις συνήθως σκληρές και βασανιστικές ζωές των ηρώων του. Είναι σαφώς υπερρεαλιστική αλλά όχι σε σημείο να γίνει ανυπόφορη – θα ήμουν ο πρώτος που θα το παραδεχόμουν, πιστέψτε με! Πάρτε μια γεύση:



Στο διαμερισματάκι όπου ο Λορεντσίνι συγκερνούσε τις αδελφικές λατρείες της Αφροδίτης και του Βάκχου, ένα μικρό μαύρο πιάνο, λοξοβαλμένο, γέμιζε μόνο του μια γωνιά του σαλονιού. Το σκέπαστρο, που πάνω του έπεφταν βροχή τα φύλλα ενός στείρου σπαραγγιού, το γέμιζαν φωτογραφίες από πριμαντόνες με κόμη σαν ιστιοφόρο, στήθος σαν αερόστατο και την αφιέρωση γραμμένη διαγώνια. Εκεί, περιμένοντας την ερωμένη που σε λίγο θα φτάσει, τρεμουλιαστή μες στα φρου φρου και ευωδιάζοντας άνεμο, και θα τυλίξει σαν χταπόδι τα μπράτσα της γύρω απ' το πανύψηλο σκληρό κολάρο του, ο πατέρας του Πινόκιο, με το μάτι ανάστροφο, το μουστάκι μούσκεμα απ' το σάλιο που αναβρύζει μαζί με το τραγούδι, παραδίνεται σε παρατεταμένους αυτοσχεδιασμούς συγχορδιών, που πέφτουν πάνω στα πουφ τα όμοια με τουρκαλάδες που κάθονται οκλαδόν στο χαλί για να φουμάρουν ναργιλέ, και στις πολυθρόνες που είναι μαζεμένες γύρω απ' το τραπεζάκι, σαν κυρίες που συγκεντρώθηκαν για να παίξουν χαρτιά.
 

Senza titola (1929)


Αυτό που με εντυπωσίασε πολύ, πέρα από την γραφή, είναι τα εκατοντάδες λογοπαίγνια, που παραδόξως φαίνεται να λειτουργούν καθ' ολοκληρίαν, διαμέσου της μετάφρασης. Ίσως επειδή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα και γνωρίζει σε βάθος την νοοτροπία του Έλληνα (υπάρχουν σε μερικά σημεία πολύ εύστοχες παρατηρήσεις για τους Έλληνες), ίσως επειδή χρησιμοποιεί στο βιβλίο πολλές ελληνικές λέξεις γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες (π.χ. Paidi, didaskalos) για τις οποίες παρέχει επεξήγηση ο ίδιος ο Σαβίνιο στο πρωτότυπο, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή εντύπωση ότι όλα αυτά τα γράφει ένας Έλληνας και όχι ένας Ιταλός (που για πολλούς, που συγχέουν φάτσες και ράτσες, δε θα αποτελεί και ιδιαίτερη έκπληξη)! 
 

Il sole e la luna (1951)
Οι βιογραφίες των ηρώων του, διαπλέκουν το ψέμα με την αλήθεια, ως είθισται και όπως είναι και το σωστό. Ο αναγνώστης θα κρίνει, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του και τον βαθμό τεμπελιάς, αν θα ψάξει να βρει τι ισχύει. Οι αφορμές είναι πάμπολλες και δίνονται αφειδώς σε κάθε σελίδα· ζωγραφικοί πίνακες, τίτλοι ποιημάτων, γλυπτά, όπερες, πολιτικές καταστάσεις, ονόματα προσώπων, κτιρίων, δρόμων. Και μόνο ότι θα μπείτε στον πειρασμό να αναζητήσετε τις φυσιογνωμίες αυτών των πορτρέτων, είναι ήδη η επιτυχία του βιβλίου! Εγώ, αν και με δυσκολία κρατήθηκα να μην αναζητήσω όλους τους ζωγραφικούς πίνακες που αναφέρονταν στο βιβλίο, εκεί που υπέκυψα ήταν, όταν διάβασα (και ύστερα επιβεβαίωσα) ότι ο Λορέντζος Μαβίλης είχε συνθέσει μερικά σκακιστικά προβλήματα τα οποία μνημονεύονται από την διεθνή σκακιστική βιβλιογραφία (σαν να λέμε ο Έλληνας Ναμπόκοφ, ως προς την σχέση τους με το σκάκι και μόνο, μην τρελαθούμε τελείως κιόλας!). 
 

Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, πιστός στην εποχή του, δεν “φιλοτέχνησε” παρά μόνο ένα γυναικείο πορτρέτο, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε, εν είδει τύψεων που δεν μπορούσε να προσφέρει και άλλα, του έδωσε την μεγαλύτερη έκταση και το περισσότερο ενδιαφέρον. Η Ισιδώρα Ντάνκαν (κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία της με τίτλο “Ιζαντόρα Ντάνκαν, Η ζωή μου” από τις εκδόσεις Νεφέλη – εντάξει, το παραδέχομαι, έκανα και άλλες αναζητήσεις πέρα από τα σκακιστικά προβλήματα του Μαβίλη), σπουδαία χορεύτρια που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στο χώρο της, με την χειραφετημένη αλλά και τραγική ζωή της, επέφερε μια άτυπη ισορροπία στο μισογυνισμό του υπόλοιπου βιβλίου. 
 
L' isola dei giocattoli (1930)

Από το πορτρέτο της Ισιδώρας Ντάνκαν, παραθέτω ένα ακόμα απόσπασμα, όπου στην Αθήνα του 1906 παρατηρούνται κινήσεις αρχαίων Ελλήνων και στην προσπάθεια των (τότε) σύγχρονων να ανακαλύψουν αν είναι αληθινοί ή ψεύτικοι, ο Σαβίνιο παρατηρεί:



Εδώ που τα λέμε, αυτή η δεύτερη υπόθεση ούτε καν πέρασε απ' το μυαλό των Αθηναίων. Ψεύτικοι αρχαίοι Έλληνες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην Μονμάρτη, στο Χάιντ Παρκ, στο Σβάμπινγκ του Μονάχου· αποτελούσαν τμήμα εκείνων των πληθυσμών, των φριχτά ανάμικτων, μαζί με τους ψεύτικους Χριστούς που φόραγαν σανδάλια και είχαν μαλλιά ως τους ώμους και γυαλιά· αλλά η Αθήνα είχε ανοσία σε παρόμοιες μολύνσεις, κι επιπλέον βρισκόταν πολύ μακριά τους. Η σύγχρονη Ελλάδα ήταν τότε η μόνη χώρα στην οποία την αρχαία Ελλάδα δεν την αναθυμούνταν ούτε την παράφραζαν με διανοουμενίστικο τρόπο. (Αργότερα, υπέκυψε και αυτή στη μόλυνση).



Το βιβλίο του Σαβίνιο είναι επιεικώς υπέροχο! Όλες οι τέχνες σχεδόν, πηγάζουν από μέσα του και περιβάλλονται με στοργή από την Μητέρα πασών των τεχνών, την τέχνη του Λόγου. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι, αν αναγκαζόμουν για τρεις μήνες να διαβάζω ξανά και ξανά ένα μόνο βιβλίο, ποιο θα ήταν αυτό το βιβλίο. Πάντα επέλεγα, ένα κείμενο απαιτητικό και στριφνό, έναν Τζόυς ίσως ή Πύντσον (αλλά αν το τελείωνα πριν τους τρεις μήνες, θα είχα την δύναμη και τη διάθεση να το πιάσω από την αρχή;)· τότε αναθεωρούσα και επέλεγα, ένα βιβλίο και μεγάλο και ευχάριστο, ιδανικό για επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις, ας πούμε τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ· τέλος πάντων, με τα πολλά, είχα καταλήξει στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ· μα, έπειτα από την ανάγνωση του Σαβίνιο, αναθεώρησα εκ νέου· δικαίωμά μου, δεν είναι;


Μοναδική έντονη ένσταση είναι η μικροσκοπική γραμματοσειρά της Αστάρτης που έρχεται σε τρομακτική σύγκρουση με την μεγαλόπρεπη λαμπρότητα της γραφής του Σαβίνιο. Συνεχώς φλέρταρα με την σκέψη να το παρατήσω εξαιτίας της, αν δεν υπέκυψα είναι γιατί, η ομορφιά του πνεύματος (όπως και του σώματος) απαιτεί θυσίες. 

ΥΓ 2666 Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Διαβάζοντας. Οι όμορφοι πίνακες είναι του ίδιου του συγγραφέα.  Καλές γιορτές με πνευματική υγεία, χρειαζόμαστε τις ιστορίες σας! 

Σχόλια

  1. Ιδιαίτερο και ενδιαφέρον. Με την πρώτη ευκαιρία θα το αναζητήσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αναζήτησέ το Σοφία, αποκλείεται να σε απογοητεύσει. Θα σου δώσω τα λεφτά πίσω αν απογοητευτείς! Δεν θα δυσκολευτείς να το εντοπίσεις, Αστάρτη κυκλοφορεί παντού! Καλές γιορτές :-)

      Διαγραφή
  2. Οι εκδόσεις Αστάρτη πρέπει να σε ανακηρύξουν επίτομο αναγνώστη τους!

    Θα σου πω μια ιστορία γι' αυτές τις εκδόσεις.
    Κάποτε δούλευα στο μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της Ελλάδας που βρισκόταν στο κεντρικότερο δρόμο της Αθήνας, το ξέρεις άλλωστε. Παρέλαυναν εκεί μέσα μιλιούνια κόσμου καθημερινά, φανατικοί αναγνώστες από την Αθήνα και την επαρχία αλλά και άνθρωποι που ουδεμία σχέση με το βιβλίο είχαν αλλά προσπαθούσαν ή να την αναπτύξουν ή να ευχαριστήσουν κάποιον που έχει ή που θα ήθελε να έχει κ.ο.κ. Και επειδή είμαστε στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία ανθρώπων (με όλα τα παρακλάδια) ήταν σαφώς μεγαλύτερη.
    Τόσος ήταν ο κόσμος που έμπαινε, ειδικά τέτοιες γιορτινές ημέρες, που αν συνεννοούμασταν όλοι οι πωλητές να προωθούμε έναν τίτλο, άνετα γινόταν best seller.
    Κάποια στιγμή το βιβλιοπωλείο αυτό έκανε μια ειδική σύμβαση με την Αστάρτη κάνοντας μεγάλες παραγγελίες (πολλά αντίτυπα από τον κάθε τίτλο, πολλά όμως) σε πολύ καλή τιμή με τον όρο ότι αυτά τα βιβλία δεν μπορούσαν να επιστραφούν στον εκδότη αν δεν πουληθούν.
    Χωρίς φυσικά το κέρδος να είναι προς όφελος του πελάτη, ούτε τόσο δα.
    Έτσι εκείνο το μεγάλο βιβλιοπωλείο με την μεγάλη επιρροή, γέμισε χρωματιστούς τίτλους των διαμαντιών της Αστάρτη. Βαλθήκαμε και εμείς οι πωλητές να τα προωθούμε για να αδειάσει η αποθήκη που είχε γεμίσει Αστάρτη. Τι δεν κάναμε, στα καλύτερα κεντρικότερα τραπέζια τα βάλαμε, στις καλύτερες προθήκες. Όλους τους κανόνες του μάρκετινγκ χρησιμοποιήσαμε ούτε ένα βιβλίο δεν πουλιόταν. Είδαν και απόειδαν οι μαγαζάτορες και μας άκουσαν να κατεβάσουμε την τιμή μπας και δελεαστούν οι πελάτες. Στη μισή τιμή καταλήξαμε να τα βάλουμε, τίποτα. Τα αντίτυπα που πουλήθηκαν ήταν πολύ λίγα. Πέρασε ο καιρός, βαρεθήκαμε και εμείς να βλέπουμε στα καλύτερα τραπέζια μας τα εξώφυλλα τα χρωματιστά που κανέναν δεν συγκινούσαν. Έμειναν στην αποθήκη. Αν δεν είχε κλείσει το βιβλιοπωλείο θα στοιχημάτιζα ότι ακόμα εκεί θα ήταν.

    Καλές γιορτές φίλε Μαραμπού, εύχομαι να απολαμβάνεις ανάγνωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Librarian!

      Πολύ ωραία η ιστορία σου! Τόση αποστροφή των αναγνωστών για τις εκδόσεις Αστάρτη;; Εγώ τις αγαπώ, είναι καλτ και έχουν και ωραίους τίτλους. Μόνο η γραμματοσειρά σε ζορίζει κάπως, αλλά τι να γίνει. Υπάρχει ακόμα ο εκδοτικός ή έχει κλείσει; Δεν γνωρίζω. Σε κάθε βιβλιοπωλείο που τις συναντώ, πάντα θα σταθώ να τις φυλλομετρήσω!

      Καλές γιορτές και σε σένα :-)

      Διαγραφή
  3. Καλή χρονιά με ΚΑΡΟΥΖΟ:

    Θρίαμβος Χρόνου

    Φιλοσοφείς τρυφερότητα
    χωρίς φιλοσοφία~
    στέργεις αιωνιότητα
    μονάχα με το βλέμμα~
    είσαι μια ζωντανή βαθιά
    σελίδα σώματος
    π’ αστράφτει σε παρθενικότητα.
    Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα
    θρίαμβος
    και σου τον εύχομαι πάντα.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


    ΥΓ. Η Αστάρτη έχει μερικά διαμαντάκια, ειδικά για σας, (αν και συχνά τα εξώφυλλά της είναι κάθε άλλο παρά δελεαστικά). Πρόχειρα θυμάμαι:

    Η έρημος των Ταρτάρων, Ντίνο Μπουτζάτι
    Το τούνελ, Ερνέστο Σάμπατο
    Περί βροχής, Μαρτέν Παζ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή χρονιά και σε σας Rosa Mund!

      Ευχαριστώ για το ποίημα του Καρούζου, αν και πρέπει να το ομολογήσω, δεν δηλώνω θαυμαστής του, ούτε καν περιστασιακός αναγνώστης του, εδώ που τα λέμε!

      Η Αστάρτη είναι για μένα κάλτ εκδόσεις (όπως και αν χρωματίζει ο καθένας την λέξη καλτ, με θετική ή αρνητική χροιά), δηλαδή κάτι που αγάπησες έτσι όπως το γνώρισες και δεν θέλεις να βελτιωθεί, ακόμα και όταν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, όπως συμβαίνει με την Αστάρτη. Τα εξώφυλλα μπορούν να βελτιωθούν, οι γραμματοσειρές το ίδιο, ενδεχομένως και άλλα κομμάτια. Όμως εγώ πάντα θα αγοράζω τα βιβλία της με χαρά, όταν σε άλλους εκδοτικούς μια ατημέλητη έκδοση θα με ενοχλούσε πολύ!

      Μιας και αναφέρατε τον Μαρτέν Παζ και το Περί βροχής (που είχα διαβάσει τουλάχιστον 10 φορές) μόλις τώρα θυμήθηκα ότι πρόκειται για εκδόσεις Αστάρτη!! Δεν είναι περίεργο; Για να δείτε πόσο έντονα έχω συνδυάσει στο μυαλό μου την Αστάρτη με εκείνες τις εκδόσεις με τα μη δελεαστικά εξώφυλλα!! Βέβαια, μακάρι ο εκδοτικός να εκσυγχρονιστεί και να ακολουθήσει όποια πορεία θέλει, όμως εκείνη η καλτ σειρά έχει κερδίσει ένα μερίδιο αθανασίας!

      Την Έρημο των Ταρτάρων την έχετε αναφέρει ξανά και καραδοκώ στα βιβλιοπωλεία να την αγοράσω μόλις την διακρίνω στα ράφια! Το Τούνελ επίσης είναι άξιο θήραμα αλλά έχω ήδη έναν αδιάβαστο Σάμπατο στο σπίτι και για την ώρα δεν θέλω άλλον.

      Διαγραφή
  4. Ωραίο κείμενο για να ξεκινήσει κανείς το Σάββατο του. Μόλις βρω το βιβλίο, θα το διαβάσω και θα επανέλθω. Μου έβαλες ιδέες ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ για τα aRTistokratika σου λόγια! :)

      Ελπίζω να βρεις αξιόλογη την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Θα περιμένω να επανέλθεις. Επέστρεφε συχνά... που λέει και ο ποιητής!!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν