Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας...



Μια μέρα βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο να θαυμάζω το ουράνιο τόξο που ξεπροβάλλει από το ράφι της Αστάρτης. Είχα ψαχουλέψει και άλλες φορές με τα ακροδάχτυλα το φάσμα των χρωμάτων, μπας και βρω εκεί μέσα τον αγαπητό Ίταλο Καλβίνο. Αυτή τη φορά όμως είχα πειστεί ότι δεν είχα να περιμένω τίποτα άλλο πέρα από οπτική ευχαρίστηση και κίνησα να φύγω χωρίς βιβλίο στα χέρια μου, ανατρέχοντας νοερά στα αδιάβαστα που με περίμεναν στο σπίτι, ώσπου το βλέμμα μου “τσακίστηκε” στον όρθιο και δυσδιάκριτο τίτλο της λαδί απόχρωσης!
 
 

Le Matelot (1927)
Όταν ο τίτλος ξάπλωσε μπροστά στα μάτια μου, διάβασα Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας και τον βρήκα αρκετά αβανταρόδικο για να τον προσπεράσω. Ο συγγραφέας Αλμπέρτο Σαβίνιο δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα και έτσι έψαξα για μερικά βιογραφικά στοιχεία του. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1891 (πρώτη ένδειξη ενδιαφέροντος) και το πραγματικό του όνομα ήταν Αντρέα ντε Κίρικο (κάτι μου θύμιζε αυτό το “κοκοροειδές” επώνυμο αλλά αδυνατούσα να θυμηθώ), αδερφός του γνωστού υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο (α, τώρα εξηγούνται όλα!). Το αγόρασα, σχεδόν αδιαφορώντας για την ιστορία που περιέχει. 
 

Και έπραξα σωστά· γιατί όπως διαπίστωσα σύντομα δεν ήταν μία η ιστορία αλλά δεκατέσσερις, οι οποίες μετά την ανάγνωση συνθέτουν με μαεστρία στο μυαλό σου, εκείνη την μία και μοναδική ιστορία, της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεκατέσσερα πορτρέτα ανθρώπων από όλη την κλίμακα της τέχνης: συγγραφείς, ποιητές, προφήτες, μουσικοί, ζωγράφοι, γλύπτες, κατασκευαστές μουσικών οργάνων, χορευτές, γιατροί, ταυρομάχοι(!), πολιτικοί. Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, σύμφωνα με το σύντομο βιογραφικό του βιβλίου, ήταν ένας εξαιρετικά πολυτάλαντος άνθρωπος: συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός, ζωγράφος, σκηνογράφος, σκηνοθέτης, μουσικός, λιμπρετίστας. Όλα αυτά τα στοιχεία τα έχεις στο μυαλό σου, καθώς τον παρακολουθείς να “φιλοτεχνεί” τα πορτρέτα των σπουδαίων ανθρώπων που επέλεξε να διαφυλάξει, μέσω της γραφής, στην αιωνιότητα (για τους περισσότερους από αυτούς, μπορείς να ισχυριστείς ότι καλά τα κατάφεραν και μόνοι τους, κάποιοι άλλοι όμως ίσως, χρειάζονταν αυτή την έξτρα βοήθεια).
 

La Volute (1929)
Κάποιοι από τους εικονιζόμενους είναι πασίγνωστοι, Ιούλιος Βερν, Νοστράδαμος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Τζουζέπε Βέρντι, Γκιγιόμ Απολινέρ, Παράκελσος· σε κάποιους άλλους, τα ονόματα κάτι μας θυμίζουν, Κολοντί, Αντόνιο Στραντιβάρι, Λορέντζο Μαμπίλι· υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους δηλώνουμε πλήρη άγνοια, Φελίτσε Καβαλότι, Άρνολντ Μπέκλιν, Ισιδώρα Ντάνκαν, Βιντσέντζο Τζέμιτο, Καϊετάνο Μπιενβενίδα.


Η γραφή του Σαβίνιο είναι υπέροχη και αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Παιγνιώδης και ονειρική, γεμάτη λογοπαίγνια και εντυπωσιασμούς, δένει αρμονικά με τις συνήθως σκληρές και βασανιστικές ζωές των ηρώων του. Είναι σαφώς υπερρεαλιστική αλλά όχι σε σημείο να γίνει ανυπόφορη – θα ήμουν ο πρώτος που θα το παραδεχόμουν, πιστέψτε με! Πάρτε μια γεύση:



Στο διαμερισματάκι όπου ο Λορεντσίνι συγκερνούσε τις αδελφικές λατρείες της Αφροδίτης και του Βάκχου, ένα μικρό μαύρο πιάνο, λοξοβαλμένο, γέμιζε μόνο του μια γωνιά του σαλονιού. Το σκέπαστρο, που πάνω του έπεφταν βροχή τα φύλλα ενός στείρου σπαραγγιού, το γέμιζαν φωτογραφίες από πριμαντόνες με κόμη σαν ιστιοφόρο, στήθος σαν αερόστατο και την αφιέρωση γραμμένη διαγώνια. Εκεί, περιμένοντας την ερωμένη που σε λίγο θα φτάσει, τρεμουλιαστή μες στα φρου φρου και ευωδιάζοντας άνεμο, και θα τυλίξει σαν χταπόδι τα μπράτσα της γύρω απ' το πανύψηλο σκληρό κολάρο του, ο πατέρας του Πινόκιο, με το μάτι ανάστροφο, το μουστάκι μούσκεμα απ' το σάλιο που αναβρύζει μαζί με το τραγούδι, παραδίνεται σε παρατεταμένους αυτοσχεδιασμούς συγχορδιών, που πέφτουν πάνω στα πουφ τα όμοια με τουρκαλάδες που κάθονται οκλαδόν στο χαλί για να φουμάρουν ναργιλέ, και στις πολυθρόνες που είναι μαζεμένες γύρω απ' το τραπεζάκι, σαν κυρίες που συγκεντρώθηκαν για να παίξουν χαρτιά.
 

Senza titola (1929)


Αυτό που με εντυπωσίασε πολύ, πέρα από την γραφή, είναι τα εκατοντάδες λογοπαίγνια, που παραδόξως φαίνεται να λειτουργούν καθ' ολοκληρίαν, διαμέσου της μετάφρασης. Ίσως επειδή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα και γνωρίζει σε βάθος την νοοτροπία του Έλληνα (υπάρχουν σε μερικά σημεία πολύ εύστοχες παρατηρήσεις για τους Έλληνες), ίσως επειδή χρησιμοποιεί στο βιβλίο πολλές ελληνικές λέξεις γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες (π.χ. Paidi, didaskalos) για τις οποίες παρέχει επεξήγηση ο ίδιος ο Σαβίνιο στο πρωτότυπο, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή εντύπωση ότι όλα αυτά τα γράφει ένας Έλληνας και όχι ένας Ιταλός (που για πολλούς, που συγχέουν φάτσες και ράτσες, δε θα αποτελεί και ιδιαίτερη έκπληξη)! 
 

Il sole e la luna (1951)
Οι βιογραφίες των ηρώων του, διαπλέκουν το ψέμα με την αλήθεια, ως είθισται και όπως είναι και το σωστό. Ο αναγνώστης θα κρίνει, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του και τον βαθμό τεμπελιάς, αν θα ψάξει να βρει τι ισχύει. Οι αφορμές είναι πάμπολλες και δίνονται αφειδώς σε κάθε σελίδα· ζωγραφικοί πίνακες, τίτλοι ποιημάτων, γλυπτά, όπερες, πολιτικές καταστάσεις, ονόματα προσώπων, κτιρίων, δρόμων. Και μόνο ότι θα μπείτε στον πειρασμό να αναζητήσετε τις φυσιογνωμίες αυτών των πορτρέτων, είναι ήδη η επιτυχία του βιβλίου! Εγώ, αν και με δυσκολία κρατήθηκα να μην αναζητήσω όλους τους ζωγραφικούς πίνακες που αναφέρονταν στο βιβλίο, εκεί που υπέκυψα ήταν, όταν διάβασα (και ύστερα επιβεβαίωσα) ότι ο Λορέντζος Μαβίλης είχε συνθέσει μερικά σκακιστικά προβλήματα τα οποία μνημονεύονται από την διεθνή σκακιστική βιβλιογραφία (σαν να λέμε ο Έλληνας Ναμπόκοφ, ως προς την σχέση τους με το σκάκι και μόνο, μην τρελαθούμε τελείως κιόλας!). 
 

Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, πιστός στην εποχή του, δεν “φιλοτέχνησε” παρά μόνο ένα γυναικείο πορτρέτο, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε, εν είδει τύψεων που δεν μπορούσε να προσφέρει και άλλα, του έδωσε την μεγαλύτερη έκταση και το περισσότερο ενδιαφέρον. Η Ισιδώρα Ντάνκαν (κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία της με τίτλο “Ιζαντόρα Ντάνκαν, Η ζωή μου” από τις εκδόσεις Νεφέλη – εντάξει, το παραδέχομαι, έκανα και άλλες αναζητήσεις πέρα από τα σκακιστικά προβλήματα του Μαβίλη), σπουδαία χορεύτρια που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στο χώρο της, με την χειραφετημένη αλλά και τραγική ζωή της, επέφερε μια άτυπη ισορροπία στο μισογυνισμό του υπόλοιπου βιβλίου. 
 
L' isola dei giocattoli (1930)

Από το πορτρέτο της Ισιδώρας Ντάνκαν, παραθέτω ένα ακόμα απόσπασμα, όπου στην Αθήνα του 1906 παρατηρούνται κινήσεις αρχαίων Ελλήνων και στην προσπάθεια των (τότε) σύγχρονων να ανακαλύψουν αν είναι αληθινοί ή ψεύτικοι, ο Σαβίνιο παρατηρεί:



Εδώ που τα λέμε, αυτή η δεύτερη υπόθεση ούτε καν πέρασε απ' το μυαλό των Αθηναίων. Ψεύτικοι αρχαίοι Έλληνες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην Μονμάρτη, στο Χάιντ Παρκ, στο Σβάμπινγκ του Μονάχου· αποτελούσαν τμήμα εκείνων των πληθυσμών, των φριχτά ανάμικτων, μαζί με τους ψεύτικους Χριστούς που φόραγαν σανδάλια και είχαν μαλλιά ως τους ώμους και γυαλιά· αλλά η Αθήνα είχε ανοσία σε παρόμοιες μολύνσεις, κι επιπλέον βρισκόταν πολύ μακριά τους. Η σύγχρονη Ελλάδα ήταν τότε η μόνη χώρα στην οποία την αρχαία Ελλάδα δεν την αναθυμούνταν ούτε την παράφραζαν με διανοουμενίστικο τρόπο. (Αργότερα, υπέκυψε και αυτή στη μόλυνση).



Το βιβλίο του Σαβίνιο είναι επιεικώς υπέροχο! Όλες οι τέχνες σχεδόν, πηγάζουν από μέσα του και περιβάλλονται με στοργή από την Μητέρα πασών των τεχνών, την τέχνη του Λόγου. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι, αν αναγκαζόμουν για τρεις μήνες να διαβάζω ξανά και ξανά ένα μόνο βιβλίο, ποιο θα ήταν αυτό το βιβλίο. Πάντα επέλεγα, ένα κείμενο απαιτητικό και στριφνό, έναν Τζόυς ίσως ή Πύντσον (αλλά αν το τελείωνα πριν τους τρεις μήνες, θα είχα την δύναμη και τη διάθεση να το πιάσω από την αρχή;)· τότε αναθεωρούσα και επέλεγα, ένα βιβλίο και μεγάλο και ευχάριστο, ιδανικό για επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις, ας πούμε τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ· τέλος πάντων, με τα πολλά, είχα καταλήξει στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ· μα, έπειτα από την ανάγνωση του Σαβίνιο, αναθεώρησα εκ νέου· δικαίωμά μου, δεν είναι;


Μοναδική έντονη ένσταση είναι η μικροσκοπική γραμματοσειρά της Αστάρτης που έρχεται σε τρομακτική σύγκρουση με την μεγαλόπρεπη λαμπρότητα της γραφής του Σαβίνιο. Συνεχώς φλέρταρα με την σκέψη να το παρατήσω εξαιτίας της, αν δεν υπέκυψα είναι γιατί, η ομορφιά του πνεύματος (όπως και του σώματος) απαιτεί θυσίες. 

ΥΓ 2666 Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Διαβάζοντας. Οι όμορφοι πίνακες είναι του ίδιου του συγγραφέα.  Καλές γιορτές με πνευματική υγεία, χρειαζόμαστε τις ιστορίες σας! 

Σχόλια

  1. Ιδιαίτερο και ενδιαφέρον. Με την πρώτη ευκαιρία θα το αναζητήσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αναζήτησέ το Σοφία, αποκλείεται να σε απογοητεύσει. Θα σου δώσω τα λεφτά πίσω αν απογοητευτείς! Δεν θα δυσκολευτείς να το εντοπίσεις, Αστάρτη κυκλοφορεί παντού! Καλές γιορτές :-)

      Διαγραφή
  2. Οι εκδόσεις Αστάρτη πρέπει να σε ανακηρύξουν επίτομο αναγνώστη τους!

    Θα σου πω μια ιστορία γι' αυτές τις εκδόσεις.
    Κάποτε δούλευα στο μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της Ελλάδας που βρισκόταν στο κεντρικότερο δρόμο της Αθήνας, το ξέρεις άλλωστε. Παρέλαυναν εκεί μέσα μιλιούνια κόσμου καθημερινά, φανατικοί αναγνώστες από την Αθήνα και την επαρχία αλλά και άνθρωποι που ουδεμία σχέση με το βιβλίο είχαν αλλά προσπαθούσαν ή να την αναπτύξουν ή να ευχαριστήσουν κάποιον που έχει ή που θα ήθελε να έχει κ.ο.κ. Και επειδή είμαστε στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία ανθρώπων (με όλα τα παρακλάδια) ήταν σαφώς μεγαλύτερη.
    Τόσος ήταν ο κόσμος που έμπαινε, ειδικά τέτοιες γιορτινές ημέρες, που αν συνεννοούμασταν όλοι οι πωλητές να προωθούμε έναν τίτλο, άνετα γινόταν best seller.
    Κάποια στιγμή το βιβλιοπωλείο αυτό έκανε μια ειδική σύμβαση με την Αστάρτη κάνοντας μεγάλες παραγγελίες (πολλά αντίτυπα από τον κάθε τίτλο, πολλά όμως) σε πολύ καλή τιμή με τον όρο ότι αυτά τα βιβλία δεν μπορούσαν να επιστραφούν στον εκδότη αν δεν πουληθούν.
    Χωρίς φυσικά το κέρδος να είναι προς όφελος του πελάτη, ούτε τόσο δα.
    Έτσι εκείνο το μεγάλο βιβλιοπωλείο με την μεγάλη επιρροή, γέμισε χρωματιστούς τίτλους των διαμαντιών της Αστάρτη. Βαλθήκαμε και εμείς οι πωλητές να τα προωθούμε για να αδειάσει η αποθήκη που είχε γεμίσει Αστάρτη. Τι δεν κάναμε, στα καλύτερα κεντρικότερα τραπέζια τα βάλαμε, στις καλύτερες προθήκες. Όλους τους κανόνες του μάρκετινγκ χρησιμοποιήσαμε ούτε ένα βιβλίο δεν πουλιόταν. Είδαν και απόειδαν οι μαγαζάτορες και μας άκουσαν να κατεβάσουμε την τιμή μπας και δελεαστούν οι πελάτες. Στη μισή τιμή καταλήξαμε να τα βάλουμε, τίποτα. Τα αντίτυπα που πουλήθηκαν ήταν πολύ λίγα. Πέρασε ο καιρός, βαρεθήκαμε και εμείς να βλέπουμε στα καλύτερα τραπέζια μας τα εξώφυλλα τα χρωματιστά που κανέναν δεν συγκινούσαν. Έμειναν στην αποθήκη. Αν δεν είχε κλείσει το βιβλιοπωλείο θα στοιχημάτιζα ότι ακόμα εκεί θα ήταν.

    Καλές γιορτές φίλε Μαραμπού, εύχομαι να απολαμβάνεις ανάγνωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Librarian!

      Πολύ ωραία η ιστορία σου! Τόση αποστροφή των αναγνωστών για τις εκδόσεις Αστάρτη;; Εγώ τις αγαπώ, είναι καλτ και έχουν και ωραίους τίτλους. Μόνο η γραμματοσειρά σε ζορίζει κάπως, αλλά τι να γίνει. Υπάρχει ακόμα ο εκδοτικός ή έχει κλείσει; Δεν γνωρίζω. Σε κάθε βιβλιοπωλείο που τις συναντώ, πάντα θα σταθώ να τις φυλλομετρήσω!

      Καλές γιορτές και σε σένα :-)

      Διαγραφή
  3. Καλή χρονιά με ΚΑΡΟΥΖΟ:

    Θρίαμβος Χρόνου

    Φιλοσοφείς τρυφερότητα
    χωρίς φιλοσοφία~
    στέργεις αιωνιότητα
    μονάχα με το βλέμμα~
    είσαι μια ζωντανή βαθιά
    σελίδα σώματος
    π’ αστράφτει σε παρθενικότητα.
    Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα
    θρίαμβος
    και σου τον εύχομαι πάντα.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


    ΥΓ. Η Αστάρτη έχει μερικά διαμαντάκια, ειδικά για σας, (αν και συχνά τα εξώφυλλά της είναι κάθε άλλο παρά δελεαστικά). Πρόχειρα θυμάμαι:

    Η έρημος των Ταρτάρων, Ντίνο Μπουτζάτι
    Το τούνελ, Ερνέστο Σάμπατο
    Περί βροχής, Μαρτέν Παζ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή χρονιά και σε σας Rosa Mund!

      Ευχαριστώ για το ποίημα του Καρούζου, αν και πρέπει να το ομολογήσω, δεν δηλώνω θαυμαστής του, ούτε καν περιστασιακός αναγνώστης του, εδώ που τα λέμε!

      Η Αστάρτη είναι για μένα κάλτ εκδόσεις (όπως και αν χρωματίζει ο καθένας την λέξη καλτ, με θετική ή αρνητική χροιά), δηλαδή κάτι που αγάπησες έτσι όπως το γνώρισες και δεν θέλεις να βελτιωθεί, ακόμα και όταν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, όπως συμβαίνει με την Αστάρτη. Τα εξώφυλλα μπορούν να βελτιωθούν, οι γραμματοσειρές το ίδιο, ενδεχομένως και άλλα κομμάτια. Όμως εγώ πάντα θα αγοράζω τα βιβλία της με χαρά, όταν σε άλλους εκδοτικούς μια ατημέλητη έκδοση θα με ενοχλούσε πολύ!

      Μιας και αναφέρατε τον Μαρτέν Παζ και το Περί βροχής (που είχα διαβάσει τουλάχιστον 10 φορές) μόλις τώρα θυμήθηκα ότι πρόκειται για εκδόσεις Αστάρτη!! Δεν είναι περίεργο; Για να δείτε πόσο έντονα έχω συνδυάσει στο μυαλό μου την Αστάρτη με εκείνες τις εκδόσεις με τα μη δελεαστικά εξώφυλλα!! Βέβαια, μακάρι ο εκδοτικός να εκσυγχρονιστεί και να ακολουθήσει όποια πορεία θέλει, όμως εκείνη η καλτ σειρά έχει κερδίσει ένα μερίδιο αθανασίας!

      Την Έρημο των Ταρτάρων την έχετε αναφέρει ξανά και καραδοκώ στα βιβλιοπωλεία να την αγοράσω μόλις την διακρίνω στα ράφια! Το Τούνελ επίσης είναι άξιο θήραμα αλλά έχω ήδη έναν αδιάβαστο Σάμπατο στο σπίτι και για την ώρα δεν θέλω άλλον.

      Διαγραφή
  4. Ωραίο κείμενο για να ξεκινήσει κανείς το Σάββατο του. Μόλις βρω το βιβλίο, θα το διαβάσω και θα επανέλθω. Μου έβαλες ιδέες ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ για τα aRTistokratika σου λόγια! :)

      Ελπίζω να βρεις αξιόλογη την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Θα περιμένω να επανέλθεις. Επέστρεφε συχνά... που λέει και ο ποιητής!!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».