Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Pasticciaccio... bloom!



Το αγαπημένο μου φαγητό, διαχρονικά, είναι το παστίτσιο. Ο αγαπημένος μου συγγραφέας, εξίσου διαχρονικά, είναι ο Τζόυς. Πρωτοσυνάντησα τον Κάρλο Εμίλιο Γκάντα μέσα σ' ένα δοκίμιο του Ίταλο Καλβίνο όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι θεωρείται από πολλούς (αδίκως ή δικαίως, λίγο μας ενδιαφέρει εδώ) ως ο Ιταλός Τζόυς. Όταν δε, παρατήρησα ότι ο πρωτότυπος τίτλος περιέχει τη λέξη pasticciaccio... μου άνοιξε η όρεξη για διάβασμα, τι να λέμε! Το βιβλίο είναι εξαντλητικά εξαντλημένο και εξαιρετικά δυσεύρετο, γι' αυτό δώστε βάση σε αυτά που ακολουθούν και εξαντλήστε την υπομονή σας στο κείμενό μου, χωρίς να ξεχνάτε όμως, ότι είμαι προνομιούχος μόνο σε ό,τι αφορά την κατοχή του πολύτιμου βιβλίου και όχι απαραίτητα στην κατανόηση του περιεχομένου.


Το βιβλίο είναι των εκδόσεων ΦΟΡΜΑ και μαζί με μια παλαιική τυπογραφική (αλλά και γενικότερη) αισθητική, αποπνέει μια εσάνς αναχρονισμού – μια χιπστεριά.
Ο λόγος του Γκάντα όμως, ουδεμία σχέση έχει με ανόητες και κακόγουστες μόδες. Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως περίπλοκο αστυνομικό μυθιστόρημα που διατηρεί την περιπλοκότητά του ως το τέλος, σαν ένα σεντόνι που καλύπτει το νεκρό και σαπισμένο σώμα του θύματος. Παράλληλα, είναι και μια φαρσοκωμωδία που ξεπροβάλλει ορμητική από το κτίριο των Καρχαριών, στην οδό Μερουλάνα, αριθμός 219. Ο ντοτόρ Ινγκραβάλλο, ή ντον Τσίτσο, είναι ένας νυσταλέος επιθεωρητής της Δίωξης με μία ισχυρή πεποίθηση που προβάλλει από τις πρώτες σελίδες, σαν θέσφατο, που παρασέρνει όλη την δομή του βιβλίου.

[...] Ισχυριζόταν, εκτός των άλλων, ότι οι απροσδόκητες συμφορές δεν είναι ποτέ συνέπεια ή αποτέλεσμα, αν προτιμάτε, ενός κινήτρου, μιας και μοναδικής αιτίας: μα ότι είναι κάτι σαν ανεμοστρόβιλος, ένα κυκλωνικό σημείο χαμηλού βαρομετρικού στη συνείδηση του κόσμου, προς το οποίο συγκλίνουν μια πληθώρα από συντείνουσες αιτίες.

Αυτό το βαρομετρικό χαμηλό έχει ως επίκεντρο την οδό Μερουλάνα, το κτίριο των Καρχαριών, των πλουσίων, όπου μια ληστεία σε μια φοβισμένη κυρία δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει ο φρικτός κυκεώνας και πριν καλά καλά κοπάσουν τα κουτσομπολιά και οι ψίθυροι των περιοίκων, ο φόνος της πλούσιας γειτόνισσας δημιουργεί μια μεγαλύτερη δίνη που απορροφά αμετάκλητα το προηγούμενο περιστατικό. Και κάπου εκεί σταματά το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τη λύση του μυστηρίου που του γεννούν άλλα πιο κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα, γιατί πλέον ο Γκάντα μεταστρέφει – αναπαισθήτως, υποδόρια – την αναζήτηση του φονικού κινήτρου προς την αναζήτηση των κινήτρων που ανέδειξαν τον φασισμό στην Ιταλία, εκεί δηλαδή που συνέκλιναν μια πληθώρα από συντείνουσες αιτίες. Στο ίδιο σημείο επίσης, αντιλαμβάνεσαι ότι διαβάζεις ένα μοντέρνο μυθιστόρημα.





Η ληστεία (και αργότερα το φονικό) στην οδό Μερουλάνα προσφέρει στον αναγνώστη ένα διασκεδαστικό παλίμψηστο φωνών και χαρακτήρων, γελοίες ανθρώπινες καρικατούρες και αστείες απόψεις. Για 100 και πλέον σελίδες, διαβάζεις μία φάρσα, όπου τα τραγικά γεγονότα μένουν στο παρασκήνιο και πρωταγωνιστεί η θυμηδία και το γκροτέσκο. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από την εκτεταμένη χρήση της ντοπολαλιάς από τον Γκάντα, η οποία δένει τέλεια με το κείμενο, όπως η μπεσαμέλ στο παστίτσιο, ένα πράγμα. Ο μεταφραστής της ελληνικής έκδοσης αρνείται να μεταφράσει όλες τις ντοπολιαλές προβάλλοντας το επιχείρημα (που με βρίσκει σύμφωνο) ότι θα αποτελούσε το αντίστοιχο με τη μεταγλώττιση μιας ταινίας του νεορεαλιστικού Ιταλικού κινηματογράφου όπου πάνω στις ιταλικές προφορές θα πατούσαν αντίστοιχες ελληνικές π.χ. Κρητική, Ρουμελιώτικη κτλ. Ωστόσο, ο μεταφραστής επιλέγει να διανθίσει το κείμενο με μικρά δείγματα ιδιωματισμών (τα οποία, αν δεν γινόταν λόγος στην εισαγωγή, θα φάνταζαν, έστω προσωρινά, ως παροράματα της έκδοσης από μια κακή χρήση της γλώσσας και αδύναμης μετάφρασης από μέρους του μεταφραστή) που αποδίδουν σε μικρογραφία το αποτέλεσμα που πετυχαίνει ο Γκάντα στο πρωτότυπο. Φανταστείτε λοιπόν, να γίνει ληστεία στην πολυκατοικία σας και να σκάσουν μύτη ένας Κρητικός, ένας Λαρισαίος, ένας Ηπειρώτης και ένας (κλάσικ!) Πόντιος και όλοι να μιλούν για τα τεκταινόμενα, τι είδαν, τι άκουσαν, τι ξέρουν. Για λίγο, το περιστατικό θα περάσει σε δεύτερη μοίρα, η “γλωσσική” φάρσα θα επικρατήσει και θα ενταθεί από τις αντικρουόμενες και σαθρές απόψεις.

Σταδιακά και ενώ οι αστυνομικές έρευνες συνεχίζονται, ο λόγος του Γκάντα γίνεται πιο βαθυστόχαστος, παραμερίζεται η επιφανειακή εξιστόρηση του επεισοδίου στην οδό Μερουλάνα. Γίνονται περισσότερες αναφορές στην ιστορική περίοδο, ο Μουσολίνι κάνει την εμφάνισή του μέσω μιας σωρείας κοσμητικών επιθέτων, χέστης, φανφαρόνος, παλιάτσος, κτλ. Ένα από τα πιο όμορφα αποσπάσματα του βιβλίου μοιάζει να είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην επιδερμική προσέγγιση του πρώτου μέρους και την βαθιά φιλοσοφική του υπόλοιπου βιβλίου (ταυτόχρονα, είναι και ένα εξαίσιο δείγμα γραφής).



[...] Η “εκμετάλλευση” του γεγονότος – του οιουδήποτε γεγονότος ο απατεώνας Δίας, ο νεφεληγερέτης, σου' χωνε κάτω απ' τη μύτη, πλαφ, πλαφ – προς δόξαν των ιδίων του ψευδοηθικών δραστηριοτήτων, που στην πραγματικότητα ήταν εξόχως, εκδήλως και εκθύμως σκηνοθετημένες και ρυπαρώς θεατρικές – αυτό είναι το παιχνίδι οποιουδήποτε θεσμού ή προσώπου θέλει να προσδώσει στην προπαγάνδα ή την αλιεία τις διαστάσεις και τη σοβαρότητα μια ηθικής πράξης. Ο ψυχισμός του επιδειξία, παράφρονα πολιτικού (νάρκισσου με ψευδο-ηθικό περιεχόμενο) αδράχνει το άσχετο έγκλημα, πραγματικό ή φανταστικό και βρυχάται σαν ηλίθιο και εν ψυχρώ μανιασμένο θηρίο πάνω από τη μασέλα του γαϊδάρου: επιτυγχάνοντας μ' αυτόν τον τρόπο να διοχετεύσει (και να διογκώσει) στο ανούσιο παράδειγμα ενός τιμωρητικού μύθου την βρώμικη τάση που οδηγεί αναγκαστικά στην πράξη: στην πράξη όποια κι αν είναι, αρκεί να είναι πράξη, στην πράξη coute que coute. Το άσχετο έγκλημα “χρησιμοποιείται” για να εξευμενιστεί η φιδομαλλούσα Μέγαιρα, το τρελό πλήθος: που όμως δεν εξευμενίζεται με τόσο λίγα: κι έτσι προσφέρεται σαν εξιλαστήριο θύμα (τράγος ή ελάφι) στις αναμαλλιάρες που θα το κάνουν κομμάτια, τις αλαφροπάτητες ή τις πανταχού παρούσες βυζαρούδες, τις αχόρταγες στην βακχεία τους που παροξύνεται ακόμα πιο πολύ από τις ίδιες τις φωνές τους, που αναψοκοκκινίζει από το μαρτύριο και το αίμα: προσδίδοντας νομικό κάλυμμα, μ' αυτόν τον τρόπο, σε μια ψευδοδικαιοσύνη, σε μια ψευδο-αυστηρότητα, ή στη ψευδο-αρμοδιότητα των διατεταγμένων αποφάσεων: της όποια(ς) ψευδο-δικαιοσύνης έκδηλα γνωρίσματα μοιάζουν να είναι η υπεροψία της επιπόλαιας προανάκρισης και ο κυνοβαλανικός οργασμός της προαποφασισμένης καταδίκης.

Ο Γκάντα περνάει με τόση μαεστρία από την επιφάνεια προς τα ανεμοδαρμένα ύψη του λόγου που σου κόβεται η ανάσα από την απότομη αλλαγή υψομέτρου ή καλύτερα, υφομέτρου. Η αλλαγή ύφους από κεφάλαιο σε κεφάλαιο είναι
Αλλαγές ύφους
εκπληκτική και η λέξη pasticciaccio του τίτλου υπονοεί και το pastiche, δηλαδή το λογοτεχνικό εκείνο είδος που βασίζεται στη μίμηση με διάθεση παρωδίας. Πράγματι, ο Γκάντα σε κάθε κεφάλαιο παρωδεί κάποια λογοτεχνική μανιέρα, όπως σημειώνει και ο μεταφραστής στην εισαγωγή του. Εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μου και η ομοιότητα με τον Τζόυς καθώς και στην εκτεταμένη χρήση των ιδιολέκτων και των ιδιωματισμών που χρησιμοποιούν αμφότεροι οι συγγραφείς (Για περισσότερες ομοιότητες ανάμεσά τους, αναζητήστε εμπεριστατωμένες και έγκυρες μελέτες εμπεριστατωμένων και έγκυρων συγγραφέων. Εκ της διευθύνσεως!). Η αλλαγή ύφους γίνεται χαμηλόφωνα, διακριτικά, έτσι που πριν καν το καταλάβεις, διαβάζεις ήδη άλλο βιβλίο, και αργότερα άλλο, και άλλο, και άλλο. Αυτή η αλλαγή στη μορφή παρασέρνει και το περιεχόμενο το οποίο γονιμοποιείται διαρκώς, ένα κακής ποιότητας γονίδιο που μεταφέρεται από σελίδα σε σελίδα και γεννά στα μάτια του αναγνώστη, μια φρικαλέα εκκολαπτόμενη εποχή βίας, διαφθοράς και μίσους. Η αιτία δεν είναι ποτέ μία και μοναδική, τα είπαμε και στην αρχή αυτά!

Ένα άλλο θετικό σημείο αυτού του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας ψυχογραφεί τους χαρακτήρες του. Θα σας πω την αλήθεια, κάθε φορά που διαβάζω κάπου ότι, ο τάδε συγγραφέας ψυχογραφεί με μαεστρία τους χαρακτήρες του, νιώθω ότι διαβάζω μια μεγάλη κοινοτοπία, και γι' αυτό ανώφελο να επισημανθεί. Κάθε μεγάλος συγγραφέας ψυχογραφεί, αν όχι τέλεια τουλάχιστον ικανοποιητικά, τους χαρακτήρες του. Σε κανένα από τα βιβλία που έχω διαβάσει δεν χρειάστηκε να δικαιολογήσω στον εαυτό μου αυτή τη διαπίστωση, παρά μόνο σε ένα, στο Μόμπι Ντικ (εκεί, ένιωθες τις ψυχές των ηρώων να πάλλονται στη χούφτα σου). Και τώρα, ξανά, εδώ! Το βιβλίο του Γκάντα αποδεικνύεται καταφύγιο ψυχών, βασανισμένων, παραστρατημένων, γεμάτα δοχεία κινήτρων και λαθεμένων κινήσεων. Εκείνο που τις φωτίζει είναι η διεισδυτική ματιά του Γκάντα, ίσως οι χαρακτήρες να μην σου μείνουν αξέχαστοι, όμως θα θυμάσαι για καιρό ότι, ο καθένας εξ αυτών, ακόμα και αυτός με την μικρότερη παρουσία, ξεγύμνωσε την ψυχή του και σου την πρόσφερε για μία ενδελεχή αστυνομική έρευνα των ψυχικών αποτυπωμάτων.



Ο πρόλογος είναι γραμμένος από τον πάντα γενναιόδωρο και παρατηρητικό, Ίταλο Καλβίνο, και συνοψίζει όλον τον κόσμο του Γκάντα, στα παρακάτω λόγια:

[...] Οι φωνές των χαρακτήρων, οι σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, τα όνειρά τους αναμιγνύονται με την πανταχού παρουσία του συγγραφέα, με την ανυπομονησία του, τον σαρκασμό του και το πυκνό δίκτυο των πολιτιστικών αναφορών. Όπως όμως στην περίπτωση ενός εγγαστρίμυθου, όλα αυτά τα στοιχεία ενώνονται σε μια φωνή, μερικές φορές μέσα στην ίδια φράση, με αλλαγές όμως του τόνου, με μετατροπίες, με αλλοιώσεις της χροιάς που φτάνουν ως το φαλτσέτο.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο, ο μεταφραστής σημειώνει εξίσου εύστοχα, δεν είναι μόνον η αλλαγή του τόνου μέσα στην ίδια φράση, αλλά και η αλλαγή οπτικής γωνίας. Αυτό επιτυγχάνεται με μια ιλιγγιώδη χρήση της στίξης, που ασφαλώς θα ξενίσει αρχικά τον αναγνώστη. Θεώρησα ότι το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό και προσπάθησα να το διατηρήσω όσο το δυνατόν αναλλοίωτο. Η άνω κάτω τελεία, παίρνει την εκδίκησή της αναδρομικά από το κατεστημένο της γραφής και ξεσαλώνει αδυσώπητα! Η εκτεταμένη χρήση της από τον συγγραφέα στις πρώτες σελίδες, ξενίζει τον αναγνώστη, αλλά όταν φθάνει να την συνηθίσει το μάτι του, αρχίζει να αναγνωρίζεται σαν δομικό υλικό που κρατά στέρεα την αρχιτεκτονική του κειμένου, σαν τα σβολαράκια του κιμά στο παστίτσιο, για να μην ξεφεύγουμε και πολύ από το αγαπημένο μας θέμα!!

[...] Ήταν ανάγκη να καταπνίξει, να καταπνίξει. Βοηθημένος σ' αυτήν τη δύσκολη περίσταση από την ευγενική μελαγχολία της σινιόρα Λιλιάνα: της οποίας το βλέμμα έμοιαζε να απομακρύνει κάθε αταίριαστο φάντασμα, επιβάλλοντας στις ψυχές μια μυστηριώδη αρμονία: σχεδόν μια μουσική: δηλαδή ένα σύνολο από ονειρεμένα αρχιτεκτονήματα πάνω στα συγκεχυμένα παραστρατήματα των αισθήσεων.

Ο φρικτός κυκεώνας (κυκεώνας, τι όμορφη λέξη!) στην οδό Μερουλάνα είναι από εκείνα τα βιβλία που συνδυάζουν αρμονικά τη μορφή με το περιεχόμενο σε ένα ενιαίο σύνολο. Ο αναγνώστης έχει να λαβαίνει περίσσευμα και από τα δύο. Προσωπικά, τάσσομαι πάντα υπέρ της μορφής, το περιεχόμενο είναι δευτερεύον στοιχείο για μένα (για να θυμίσω έναν αφορισμό του Λίχτενμπεργκ: “Ο μεγάλος κανόνας: έστω και αν το λιγουλάκι σου δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο, λέγε το τουλάχιστον λιγουλάκι ιδιαίτερα”). Ο παραπάνω αφορισμός δέχεται πολλές αντιρρήσεις σε διάφορα επίπεδα, όμως σε ό,τι αφορά τα βιβλία, ειδικά σε εκείνα που έχουν το άγγιγμα του σπουδαίου και δεν αναλώνονται απλώς σε μπουρδολογίες, τότε ο αφορισμός με βρίσκει σύμφωνο και τον θυμάμαι κάθε φορά που τα διαβάζω, όπως συνέβη και μ' αυτό του Γκάντα.
Θαυμάστε αρχιτεκτονική δομή!
Εδώ, φαίνεται ότι όλα ξεκινούν από το παστίτσιο (και πόσα δεν ξεκινούν από ένα καλομαγειρεμένο παστίτσιο, άλλωστε!), αυτό το “μπέρδεμα” των υλικών αντανακλάται στη περίπλοκη ιστορία, στο ανακάτεμα των συναισθημάτων, στην μείξη του λόγου, στις προσμείξεις των φωνών. Είναι ένα βιβλίο πηγαίας έμπνευσης, με καλοχωνεμένο φιλοσοφικό και πολιτικό λόγο, τον οποίο αφού τελειώσεις την ανάγνωση, τον μηρυκάζεις με ράθυμη και ευχάριστη διάθεση.

Η μετάφραση είναι του Κώστα Κουντούρη και πιστεύω πως είναι μια πολύ αξιόλογη μετάφραση. Χωρίς να ξέρω γρι Ιταλικά, θεωρώ ότι περνάει ικανοποιητικά μέσω της μετάφρασης ένα μεγάλο μέρος του γλωσσικού πλούτου του Γκάντα και του πολυδαίδαλου χειρισμού του. Όσοι γνωρίζετε Ιταλικά, σαφώς και θα σχηματίσετε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη από τη δική μου, όμως νομίζω ότι η συγκεκριμένη μετάφραση δεν χρειάζεται επικαιροποίηση. Εκείνο που σίγουρα χρειάζεται επικαιροποίηση είναι η έκδοση, τα μικρά και πυκνά τυπογραφικά στοιχεία που ανεβάζουν τα επίπεδα πυκνότητας του ήδη πυκνού λόγου του Γκάντα, το ανιαρό και άχρωμο εξώφυλλο, η σπανιότητα της έκδοσης. Θα ήταν ευχής έργον, οι μικροί εκδοτικοί οίκοι να ευημερούν παράλληλα με την έκδοση τόσο σπουδαίων έργων, όμως όταν αυτό δεν είναι εφικτό, τα σπουδαία έργα δεν πρέπει να μένουν άστεγα. Και εδώ ξεκινά η ευθύνη των μεγάλων εκδοτικών οίκων. Σας προτρέπω (και μαζί με σας και μένα) να αγοράσετε την “Γνώση του πόνου από τις εκδόσεις Άγρα, μια συντονισμένη προσπάθεια των αναγνωστών να στρέψουν την προσοχή των εκδόσεων προς τον Γκάντα ακόμα περισσότερο και ταυτόχρονα μια εκδήλωση ευγνωμοσύνης προς αυτούς που τολμούν να εκδίδουν εκείνους που τολμούν να γράφουν. Ο Γκάντα δίνει έναν λόγο βαθυστόχαστο, λυρικό, πολύπλοκο, αστείο, φιλοσοφικό, βίαιο, πυκνό, σαρκαστικό, πολιτικό, ανθρώπινο˙ ο αναγνώστης πρέπει να δώσει με τη σειρά του, έναν άλλο λόγο, πιο εύκολο αλλά εξίσου σπουδαίο, τον λόγο του ότι θα τον διαβάσει.

Σχόλια


  1. Πιπέρη, γιατί μας ψέγεις-ψέγεις λέγω-που έχουμε λύσσα να λέμε ότι ο χ κι ο ψ συγγραφέας ψυχογραφεί και δέρνει;
    Ορίστε μας!
    Πέρα απ αυτό,σιχαμένε, ομολογώ ότι η παρουσιασοκριτικοαναρτησή σου πολύ μου άρεσε,πάρα πολύ,καθότι δεν τα μπορώ τα σικέ γενικώς.
    Μην διανοηθείς να αλλάξεις στυλ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Α δεν εγγυώμαι τίποτα! Μόλις αρχίσω να πληρώνομαι, μπορεί να αλλάξω στυλ και εκεί να δεις με τι επαίνους και κολακείες θα ραίνω τους συγγραφείς για την ψυχογράφηση των χαρακτήρων τους!!

    Σ' ευχαριστώ Βιβή, να' σαι καλά! Χαίρομαι που σου άρεσε :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν