Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ζώα!



Μια κότα στρουμπουλή μια όμορφη πουλάδα και ένα αρνάκι άσπρο και παχύ της μάνας του καμάρι είναι τραγουδάκια που νανουρίζουν τα παιδιά και τις συνειδήσεις των μεγάλων που τρώνε σαν να μην υπάρχει αύριο – κυριολεκτικά∙ για τα ζώα. «Αυτή η – αόρατων πρακτικών – τεράστια βιομηχανία περιφρονεί πλήρως κάθε ηθική. Στην παγκόσμια οικονομία, οι ζωές των ζώων χάνονται μέσα στον κύκλο του κέρδους, ενώ η κοινωνία παρακολουθεί. Εξάλλου, οι καταναλωτές, απορροφημένοι από την καθημερινότητα, σπάνια αναλογίζονται την σκληρότητα πίσω από το κρέας που καταναλώνουν». Πρέπει να σεβίτσε τα ζώα, γαμώτο, τουλάχιστον να τους παρέχουμε έναν ωραίο θάνατο. Ψυχούλες μου, ναι καλά, ό,τι πείτε. Καλή σας απόλαυση.  
 
Έχετε κάνει κράτηση; Σίγουρα για την κόλαση, αν μπορούσε να το αναλογιστεί ο κάθε άνθρωπος για μια φευγαλέα αλλά κρίσιμη στιγμή εφόσον ενημερωθεί έστω και συνοπτικά για την κακοποίηση που υφίστανται τα ζώα κάθε λεπτό της ώρας που περιμένει την παραγγελία του. Γρήγορα όμως το φιλοσοφεί, σκέφτεται ότι κόλαση είναι οι γάλοι, και αντικαθιστά την άνοστη γαλοπούλα με λίγο τραγανό μπέικον βουτηγμένο στο τσένταρ και του περνάει ο κόμπος στο στομάχι. «Το ζήτημα δεν είναι πόσο έξυπνα είναι τα χταπόδια κι αν κάνει να τα τρώμε, αλλά αν οι άνθρωποι είναι τόσο ηλίθιοι ώστε να καταναλώνουν το μέλλον τους στο πιάτο τους». Τρώμε κάτι και συνεχίζουμε;  
 
 
Μία σκηνή ταινίας που είχε τρομοκρατήσει κάποτε το παιδικό μου μυαλό και την θυμάμαι ακόμα είναι από το Ghostbusters II, με εκείνη την γούνα που ζωντανεύει όταν τα ζώα που την αποτελούσαν ξανάρχονται στη ζωή. Πλέον μεγάλωσα και η σκληρότητα του κόσμου δεν με αγγίζει πια όπως τότε που ήμουν ατελές παιδί, εφόσον νιώθω μια κάποια άνεση και μερική ελευθερία στον μικρόκοσμό μου. Αν όμως για μια ελάχιστη στιγμή θα μπορούσαν να ζωντανέψουν γύρω μου όλα τα νεκρά ζώα που αποτελούν την καθημερινότητά μου, θα πέθαινα σίγουρα από απόλυτο τρόμο – και μαζί με μένα και η Καρντού, καημένη γατούλα. Οι ανάγκες που καλύπτει η εκτεταμένη κακοποίηση των ζώων είναι ελαχιστότατες μπροστά στην ανόητη επιθυμία, αδιαφορία και αλαζονεία που καλλιεργούν οι άνθρωποι σε εκθετικό βαθμό. Για τους περισσότερους από εμάς, ο πόνος των ζώων δεν έχει φωνή, αλλά οι αγορές αφουγκράζονται μια χαρά τις ανάγκες μας, και μας δίνουν δώρο με τα ψώνια μας, ακουστικά noise cancelling – επιθετικό, έως και σαδιστικό, μάρκετινγκ. «Το 80% των πούπουλων που κυκλοφορούν στη διεθνή αγορά, γεμίζοντας μαξιλάρια, παπλώματα, μπουφάν και υπνόσακους, προέρχονται από τη μαρτυρική διαδικασία του live plucking – της βίαιης αποπτέρωσης ζωντανών πτηνών». Πίσσα και πούπουλα στον καπιταλισμό.  
 
Το βιβλίο «Ιστορίες χωρίς φωνή» του Πέτρου Κατσάκου δεν στοχεύει απλώς να σοκάρει με όσα απίστευτα περιγράφει αλλά να ανυψώσει και την πεσμένη ηθική – Ηθική; Ακμαιότατη! – του ανθρώπου, ακριβώς όπως θα κάνει σε λίγο καιρό και για όλους του χριστιανούς η Εβδομάδα των Παθών πριν κάτσουμε να φάμε την μαγειρίτσα. «Η πίστη στη θυσία έρχεται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του σύγχρονου κόσμου που, επί της αρχής έστω, προσπαθεί να αποφύγει την αδικία, την αδικία που βιώνεται από τον αδύναμο. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η θυσία των ζώων όταν μιλάμε για το δικαίωμα στη ζωή;» Συνδυάζει το στιλ βιβλίων όπως το «Τρώγοντας ζώα» ή τον «Πόλεμο των σκουπιδιών» (αλλά με ζώα, που έτσι και αλλιώς αντιμετωπίζονται σαν σκουπίδια) με μια λυρική διάθεση που θυμίζει (τηρουμένων των μεγάλων αναλογιών) μυθιστορηματάρες όπως εκείνη του Ρομέν Γκαρί.  
 
Επειδή όμως θέλω αν αναδείξω και την βαθιά μου υποκουλτούρα, σε κάποια σημεία μου θύμισε ένα επεισόδιο από το «Κωνσταντίνου & Ελένης» όπου ο Κατακουζηνός έγραφε ένα μυθιστόρημα για το Βυζάντιο και όταν του είπαν, Κάτσε ρε συ Κωνσταντίνε, κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με αυτή την νύχτα που πέφτει πάνω από την Βασιλεύουσα;, εκείνος απαντούσε, Ναι αλλά κάθε φορά πέφτει διαφορετικά, την μια σαν πέπλο, την άλλη σαν μανδύας, είναι αυτές οι μικρές λεκτικές αποχρώσεις… Σταχυολογώ εδώ μερικές τέτοιες αποχρώσεις για να μην βαρύνει πολύ το κλίμα της ανάρτησης. «Στην αρχή της ημέρας, όταν το πρώτο φως της ανατολής διαπερνά τη σιγαλιά της νύχτας και η φύση ξυπνά…», «Η αυγή ανατέλλει πάνω από τις πέτρινες βαθμίδες της αρένας…», «Μια γκρίζα αυγή σκεπάζει τη γη, με τον ήλιο να σκαρφαλώνει αργά στον ορίζοντα, δίνοντας ζωή στην ομίχλη που έχει σκεπάσει τον κόσμο», «Η αυγή έσκιζε το σκοτάδι της Ανατολίας». Προς υπεράσπιση του συγγραφέα με την εμμονή στην αυγή να πω εδώ ότι αυτά τα κείμενα που αποτελούν το συγκεκριμένο βιβλίο, πρωτοεκδόθηκαν σαν άρθρα στην εφημερίδα «Αυγή»! Ωστόσο αυτή η λυρική διάθεση περιορίζεται στα αρχικά άρθρα και αργότερα μετριάζεται ή δεν κάνει πια τόση εντύπωση γιατί σε ενδιαφέρουν περισσότερο οι αλήθειες που κρύβονται από πίσω. Επίσης, μια κάποια επανάληψη και μοτιβοποίηση στον τρόπο που είναι γραμμένα γίνεται αποδεκτή, όπως ας πούμε θα συνέβαινε και με τις αναρτήσεις μου αν κάποιος ταλαίπωρος αποφάσιζε να διαβάσει 30 μαζεμένες από δαύτες. Προσωπικά δεν με ενόχλησε τίποτα από όλα αυτά∙ το κυρίως μέρος έχει φωνή, αυτή που στερήθηκαν τα ζώα και ο συγγραφέας ψάχνει αναγνώστες που θα προσπαθήσουν να την ψελλίσουν μαζί του. Οι πηγές λείπουν από τα κείμενα (ενώ στην εφημερίδα υπήρχαν, όπως είπε από κοντά στην παρουσίαση βιβλίου που έτυχε να παρακολουθήσω) ίσως για να δοθεί μια πιο λογοτεχνική διάσταση στο βιβλίο αλλά αυτό δεν επηρεάζει καθόλου το αποτέλεσμα. Εξάλλου, κανείς αναγνώστης δε θα έψαχνε βαθύτερα το θέμα, εδώ μετά βίας θα αντέξει να διαβάσει όσα ήδη περιγράφονται.  
 
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Οκτάνα». Το εξώφυλλο – προσοχή στον γορίλα! – θα μπορούσε να είναι σαφώς καλύτερο, όπως και η επιμέλεια λίγο πιο επιμελής. Οι «Ιστορίες χωρίς φωνή» είναι ένα πολύ διαφωτιστικό βιβλίο που μπορεί να σας βάλει στο κλίμα ζόφου που βιώνουν δισεκατομμύρια ζώα κάθε χρόνο και αξίζει να σας προβληματίσει. Εγώ θα ψάξω σίγουρα και άλλα ανάλογα βιβλία∙ κάποια στιγμή αν έχω όρεξη θα πιάσω και την «Αιώνια Τρεμπλίνκα» ή μια ζουμερή πανσέτα, θα το σκεφτώ τότε. «Η επιθυμία του ανθρώπου για επιφανειακή τελειότητα ξεγυμνώνει την ατέλεια της ηθικής του, την επιμονή του να παραβλέπει ότι όλα αυτά παράγονται με κόστος ανθρώπινες ζωές, θεσπέσια άγρια ζώα και αρχέγονα δάση που αφανίζονται για το καλό των αγορών. Ωστόσο ο κόσμος της παραγωγής κολλαγόνου είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, με εκατοντάδες παρόμοιες περιπτώσεις εκμετάλλευσης, βίας και καταστροφής ατόφιας ομορφιάς να συμβαίνουν παράλληλα. Επιφανειακή λάμψη, λοιπόν, ή η ομορφιά της ζωής;». Στον καιρό της πανδημίας, περιμένοντας υπομονετικά το εμβόλιο («Το πιο αδιανόητο σε όλον αυτόν τον ζόφο είναι πως σχεδόν το σύνολο των φαρμάκων που δοκιμάζονται στα ζώα αποτυγχάνουν στα στάδια των ανθρώπινων δοκιμών. Το 92% των ερευνών δεν καταλήγουν ποτέ σε θεραπείες: η επιστήμη βασανίζει και σκοτώνει εκατομμύρια πλάσματα, χωρίς καν να υπάρχουν ιατρικά οφέλη» – βλέπε και το υπέροχο Sentient) λέγαμε ότι η ανθρωπότητα πρέπει να ρίξει λίγο ρυθμούς, έχει ξεφύγει το πράγμα, να βρούμε λίγο και τον εαυτό μας. Μετά μας βάρεσε ο εγκλεισμός στο κεφάλι και αναθεωρήσαμε. Αυτό ίσως που πρέπει να κρατήσουμε απ’ όλα αυτά είναι ότι ο εγκλεισμός (στην χειρότερη εκδοχή του) είναι όλη η ζωή δισεκατομμυρίων ζώων που υποτίθεται καλύπτουν ανθρώπινες ανάγκες. Τώρα τελευταία σκέφτομαι συχνά μια φράση του Ντέιβιντ Λυντς που με ηρεμεί και με αναζωογονεί ταυτόχρονα, «Just slow things down (και με την έννοια των πούπουλων!) and it becomes more beautiful» και λέω ότι δεν είναι απαραίτητο να ρίξει σώνει και ντε μονομιάς τους ρυθμούς της η ανθρωπότητα αλλά μια μικρή ανάσα ανακούφισης θα μπορούσε ο καθένας μας να της προσφέρει από εδώ και από εκεί∙ με δυο λόγια, θα σας έλεγα, Μην είστε ζώα!, αλλά αυτό θα υπονόμευε και θα αναιρούσε ελαφρώς το γενικότερο σκεπτικό μου.  
 
«Η αλήθεια είναι ότι αν θέλουμε να κοιμηθούμε πραγματικά καλά, δεν αρκεί η αίσθηση της απαλότητας. Χρειάζεται κάτι πιο σημαντικό: η καθαρή συνείδηση. Μόνο τότε ο ύπνος γίνεται γαλήνιος, όταν ξέρουμε πως δεν στηρίζεται σε φρικαλεότητες που έχουμε επιλέξει να αγνοούμε. Η συνείδηση λυτρώνει όταν δεν κλείνουμε τα μάτια στις ιστορίες αυτών των μαρτύρων και μπορούμε να κοιμηθούμε πραγματικά ειρηνικά όταν συνειδητά δεν στηρίζουμε παρόμοιες αγορές». Καληνύχτα Κεμάλ. 
 

 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Down in Mexico

   Μπορεί ο Σαίξπηρ της αρχαιότητας – κατά τον Ουγκό – να ήταν ο Αισχύλος, αλλά ο Σαίξπηρ της σύγχρονης εποχής – κατά τον Μουζίλη – είναι ο Ντον Γουίνσλοου. Δεν υπάρχει ο τύπος. Συνεχίζει την παράδοση της λαϊκής λογοτεχνίας που νομίζαμε ότι είχε εκλείψει πια∙ και το κάνει να φαίνεται τόσο εύκολο και μαζί απόλυτα συναρπαστικό.  «Ο patron πρέπει να δίνει το παρών» είπε. «Αλλιώς αρχίζουν να σκέφτονται ότι δεν υπάρχει κανείς πίσω από την κουρτίνα».  «Τι;»  « Ο μάγος του Οζ . Δεν το έχεις δει;»  «Μπα, δεν νομίζω».  «Ένας πανίσχυρος μάγος κυβερνά ένα βασίλειο μόνο με τη φωνή του, πίσω από μια κουρτίνα» είπε ο Νούνιες. «Αλλά όταν τραβάνε την κουρτίνα, ανακαλύπτουν ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος».  Μα είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκέφτηκε ο Ρικ. Αφήστε τα παζάρια με μέτριους συγγραφείς και διαλέξτε την κουρτίνα ένα. 

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Μπάρτελμι και Σία

  Στις φετινές πανελλήνιες έπεσε θέμα στην έκθεση για την δημιουργικότητα στα σχολεία και μαζί ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου. Επιτέλους, τα παιδιά πήραν μια μυρωδιά από λογοτεχνική ναφθαλίνη∙ πολύ δημιουργικό. Αν πρέπει να υπάρχει αποκλειστικά κείμενο Έλληνα συγγραφέα, βάλε ένα διήγημα από την «Αναφορά περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα (όπως το εκπληκτικό «Η απόγνωση της μονάδας») και άσε τα παιδιά να υποστούν πολλαπλά κατάγματα της δημιουργικής φαντασίας τους. Τι πας και τους βάζεις Κυριακή στο χωριό ! Στην περίπτωση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξενόγλωσσος συγγραφέας ο Ντόναλντ Μπάρτελμι θα ήταν ο ιδανικός. Τουλάχιστον ας κρατήσουμε την κρεμάλα του υπέροχου εξωφύλλου με την οποία στραγγαλίζεται η δημιουργικότητα των παιδιών εδώ και χρόνια. «Ο κόσμος είναι ένας αγριότοπος, λέει, ο πολιτισμός μια τρέλα που καλλιεργούμε σε συμφωνία με τους άλλους. Ο ίδιος, στην ηλικία του, δεν εκπλήσσεται πια με τίποτα, αν και θα το ήθελε» .    

Silencio

Έχουμε δεν έχουμε μπάντα, μικρή σημασία έχει χωρίς τον μαέστρο επί σκηνής. Όσα πούμε και γράψουμε, ακούγονται εξόχως ξεκούρδιστα, αν όχι εντελώς κακόηχα και ενοχλητικά. «Στα Cahiers du Cinema, το 2017, ο Lynch αναφέρει πως “το να σκέφτεσαι τους θεατές όταν δημιουργείς δεν είναι καλό κατά την άποψή μου. Πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τι σε φτιάχνει. Αν μια ιδέα σού έρθει και δεν σε εξιτάρει, δεν τη χρησιμοποιείς. Αν είναι μια ιδέα που σε κάνει να ανατριχιάσεις, τότε προσπαθείς να την αποδώσεις όσο ακριβέστερα γίνεται . Ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα αυτές τις μέρες – αν σκέφτεσαι το κοινό του 2012, αυτό που θα κάνεις δεν θα έχει καμία αξία το 2017, απλούστατα γιατί θα είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Πρέπει να κάνεις χαρούμενο τον εαυτό σου και να ελπίζεις για το καλύτερο”» . Ας υψώσουμε λοιπόν ευγνώμονες τα χέρια προς εκείνον, και επειδή κάποιοι τα έχουμε τα χρονάκια μας, δεν αποκλείεται όντως να τα ξαναπούμε σε 25 χρόνια!

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Άκυρο

  Cancel culture or cancel future? Ιδού η νέα σαιξπηρική απορία. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα δύο μοιάζουν κάπως αλληλοεπικαλυπτόμενα και αλληλοαναιρούμενα την ίδια στιγμή. Χωρίς κουλτούρα δεν φαίνεται να έχει μέλλον ο άνθρωπος, καθώς και αν έχει μέλλον (με την έννοια της βίωσης και όχι μόνο της επιβίωσης) θα έχει αναπόφευκτα και κουλτούρα. Ταυτόχρονα όμως, και η ίδια η κουλτούρα πλέον δεν βιώνει σχεδόν ποτέ το μέλλον της . «Το μόνο μέλλον που μπορεί να προσφέρει με σιγουριά το κεφάλαιο είναι τεχνολογικό – μετράμε τον ιστορικό χρόνο όχι με βάση τις πολιτισμικές μεταβολές, αλλά με βάση τις τεχνολογικές αναβαθμίσεις, και βλέπουμε τα ίδια παλιά πράγματα σε οθόνες υψηλότερης ανάλυσης» . Ο Μαρκ Φίσερ που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε μέσα από « Το αλλόκοτο και το απόκοσμο » μας προσφέρει εδώ κάποια δοκίμια εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά και εμμέσως μας λέει να ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα, γιατί υπάρχει τίποτα πιο αλλόκοτο και απόκοσμο από τον καπιταλιστικό ρεαλισμό; Ας είμ...

Για τα σκουπίδια

  « Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες και ακτές! » έλεγε κάποτε ο καλός ο Γλάρος φορώντας στον λαιμό μια πλαστική σφυρίχτρα που πιθανότατα θα κατέληξε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να ζήσει ήσυχα τα υπόλοιπα 1200 χρόνια της. Μην φάτε, έχουμε γλάρο ! Για τα δικά μας προσωπικά σκουπίδια συνήθως έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, μας απασχολούν το πολύ 3 δευτερόλεπτα. «Η κατάσταση ήταν τόσο τραγελαφική, που ένας δημοσιογράφος δήλωσε το πεθαμένο χρυσόψαρό του ως επαγγελματία μεσίτη αποβλήτων, για να δει τι θα συμβεί. Εντός 4 λεπτών, ο Άλτζερνον το Χρυσόψαρο είχε λάβει, κανονικά και με τον νόμο, άδεια να μεταφέρει βρετανικά σκουπίδια» . Για όλα τα υπόλοιπα παγκόσμια σκουπίδια προτιμούμε να κάνουμε την πάπια!

Ένα μήλο την ημέρα

Εν αρχή ην ο λόγος του επιχειρηματία-δημιουργού∙ τι φρούτο κι αυτό! Επιχειρηματίας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Στην Ελλάδα, σίγουρα γεννιέσαι, το ξέρουν όλοι αυτό – μέχρι να πεθάνεις στην ψάθα (με ελάχιστη κατανάλωση 50 ευρώ… με συγχωρείτε, παρασύρθηκα σε λάθος συμπεράσματα). Ζήσε τον μύθο (του επιχειρηματία) στην Ελλάδα! «Ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας είναι ένα μιντιακό προϊόν, ένα πολιτιστικό εμπόρευμα διαμορφωμένο συλλογικά, από μια πλειάδα δρώντων που όλοι τους επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους» . Περισσότερο από μια ιδέα, όπως θα λέγαμε χαριτολογώντας, ο επιχειρηματίας που αναλύεται σε αυτό το δοκίμιο, είναι μια εικόνα, που την προσκυνούν οι πιστοί της χωρίς πολλές αντιρρήσεις – αν κάποιες φορές μάλιστα δακρύζει τεχνηέντως, τότε ακόμα πιο έντονο το αίσθημα εσωτερικής εγγύτητας (και εξωτερικής χρηματοδότησης). «Όπως και κάθε άλλη εταιρεία, η Apple δεν συνιστά εκ του μηδενός δημιουργία» . Κενοτομίες !   

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!